Παρασκευή 18 Αυγούστου 2017

ΣΤΟ Σταυρό και τον Ληστή Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου

Εκτύπωση
Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου
Σήμερα ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός βρίσκεται πάνω στο σταυρό και εμείς εορτάζουμε, για να μάθεις ότι ο σταυρός είναι εορτή και πανήγυρη πνευματική. Γιατί προηγουμένως ο σταυρός ήταν η λέξη που σήμαινε καταδίκη, τώρα όμως έγινε αντικείμενο τιμής. Προηγουμένως ήταν σύμβολο καταδίκης, τώρα όμως είναι η προϋπόθεση της σωτηρίας μας.
Γιατί αυτός ο σταυρός μας προξένησε άπειρα αγαθά, αυτός μας απάλλαξε από την πλάνη της ειδωλολατρίας, αυτός μας φώτισε ενώ ζούσαμε μέσα στο σκοτάδι, αυτός μας συμφιλίωσε με το Θεό, ενώ είχαμε γίνει εχθροί του, αυτός μας έκανε φίλους του, ενώ είχαμε αποξενωθεί άπ' αυτόν, αυτός μας έφερε κοντά στο Θεό, ενώ ήμαστε μακριά του. Αυτός εξαφάνισε την έχθρα, αυτός εξασφάλισε την ειρήνη, αυτός έγινε για μας θησαυροφυλάκιο άπειρων αγαθών. Εξ αιτίας του δεν περιπλανιόμαστε πια στις έρημους, γιατί γνωρίσαμε τον αληθινό δρόμο. Δε ζούμε πια έξω από τη βασιλεία των ουρανών, γιατί βρήκαμε την είσοδό της. Δε φοβόμαστε πια τα πυρωμένα βέλη τού διαβόλου, γιατί είδαμε την πηγή. Χάρη σ' αυτόν δε βρισκόμαστε πια σε χηρεία, γιατί αποκτήσαμε το γαμβρό. Δε φοβόμαστε το λύκο, γιατί έχουμε τον καλό ποιμένα. Γιατί λέγει ο Χριστός· «Εγώ είμαι ο ποιμένας ο καλός»1. Χάρη σ' αυτόν δεν τρέμουμε τον τύραννο, γιατί είμαστε κοντά στο βασιλιά. Γι' αυτό εορτάζουμε και τιμούμε το σταυρό. Έτσι παράγγειλε και ο Παύλος να εορτάζουμε το σταυρό. Διότι λέγει· «Ας εορτάζουμε όχι με την παλιά ζύμη, αλλά με άζυμα ειλικρίνειας και αλήθειας»2. Έπειτα, αφού πρόσθεσε την αιτία, συνέχισε˙ «Γιατί το Πάσχα το δικό μας είναι ο Χριστός, που θυσιάσθηκε για τη σωτηρία μας»3.

ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΕΝΟΣ ΛΗΣΤΟΥ

 



    Ένα από τα πρόσωπα της Καινής Διαθήκης, που συγκέντρωσαν την προσοχή των πατέρων της Εκκλησίας και απέσπασαν τα μεγαλύτερα εγκώμια, είναι και ο ληστής, που γνώρισε τον Χριστό πάνω στο σταυρό. Έχοντας ως βάση, κυρίως τους λόγους του Χρυσοστόμου «Εις τον σταυρόν και εις τον ληστήν», θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε το πορτρέτο του, ώστε και εμείς να συναισθανθούμε το μεγαλείο του.

    Σύγκριση με τον Πέτρο και τους άλλους αποστόλους.
Ο Πέτρος αρνήθηκε τον Χριστό χωρίς να είναι στον σταυρό· ο ληστής τον πίστεψε ενώ ήταν στο σταυρό.
Ο Πέτρος φοβήθηκε μία παιδίσκη (Ματθ 26,9)· ο ληστής αγνόησε ολόκληρο αφηνιασμένο λαό.
Ο Πέτρος δειλίασε μπρος στη αδυναμία του Χριστού· ο ληστής θαμπώθηκε και μαγνητίσθηκε απ’ αυτήν.
Ο Πέτρος ξέχασε την θεότητα του Χριστού, το Θαβώρ, τα θαύματα του Χριστού, τη χάρη που είχε λάβει να θαυματουργεί ο ίδιος και οι άλλοι μαθητές. Ο ληστής ενώ δεν άκουσε «δεύρο οπίσω μου και ποιήσω σε αλιέα ανθρώπων», ενώ δεν άκουσε αυτό που άκουσαν οι δώδεκα απόστολοι ότι «θα καθίσουν πάνω σε δώδεκα θρόνους και θα κρίνουν τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ», ενώ δεν άκουσε ούτε ένα κήρυγμα ούτε μία λέξη, ενώ δεν είδε κανένα θαύμα ούτε την αποκάλυψη της θεότητας στο Θαβώρ, εν τούτοις, ανακάλυψε τον Θεό την ώρα της έσχατης ταπείνωσής του. Τον ομολόγησε ως Θεό, ζήτησε το έλεός του, και έγινε ο πρώτος οικήτωρ του παραδείσου, προσπερνώντας όλους τους άλλους και τερματίζοντας πρώτος.

Τα πρόσωπα του Θείου πάθους Β΄



Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας
 Ο Ιωσήφ από την Αριμαθαία αναφέρεται ως κρυφός μαθητής του Χριστού. Ο ίδιος ήταν μέλος του Μεγάλου Συνεδρίου της Ιερουσαλήμ  και σύμφωνα με τον Ευαγγελιστή Ματθαίο αντιτάχθηκε στην καταδίκη του Ιησού μέσα στο Συνέδριο. Μετά το θάνατο  του Ιησού ζήτησε από τον Πόντιο Πιλάτο την άδεια να αποκαθηλώσει το νεκρό σώμα του Ιησού από το Σταυρό, προκειμένου να τον ενταφιάσει στο λαξευτό οικογενειακό  του τάφο. Η άδεια αυτή παραχωρήθηκε και  με συμπαραστάτη τον Νικόδημο ενταφίασε τον Χριστό «σινδόνι καθαρά ειλήσας και αρώμασι εν μνήματι καινώ κηδεύσας απέθετο».
  Ο Ιωσήφ για να κατεβάσει το σώμα του Ιησού από το Σταυρό έπρεπε να πάρει ειδική άδεια γιατί από το Ρωμαίο διοικητή γιατί όπως επέβαλε η νομοθεσία, άφηναν τους σταυρωμένους για αρκετές μέρες πάνω στο σταυρό για μεγαλύτερο δημόσιο εξευτελισμό.
  Τα ιερά Ευαγγέλια δεν μας αναφέρουν τίποτε για τις μετέπειτα δραστηριότητες του Ιωσήφ. Διάφορες όμως παραδόσεις τον αναφέρουν να ακολουθεί τον Απόστολο Φίλιππο, το Λάζαρο και τη Μαρία τη Μαγδαληνή  σε ιεραποστολικό ταξίδι στους Γαλάτες. Επίσης αναφέρεται πως ο Ιωσήφ σταλμένος από τον Απ. Φίλιππο  κήρυξε το χριστιανισμό στο νησί της Βρετανίας. Τίποτε όμως από τα παραπάνω δεν αποδεικνύεται ιστορικά.

Νικόδημος
   Ο Νικόδημος ο βουλευτής  αναφέρεται ως ο νυκτερινός μαθητής του Ιησού που μαζί με τον Ιωσήφ από την Αριμαθαία  έκαναν την αποκαθήλωση και την ταφή του Κυρίου. Ονομάζεται νυχτερινός ή κρυφός μαθητής  γιατί επισκεπτόταν κρυφά τον Ιησού λόγω της θέσης που κατείχε μέσα  στην Ιουδαϊκή κοινωνία.
   Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του μαζί με τον Ιωσήφ και τις μυροφόρες γυναίκες δύο Κυριακές μετά το Πάσχα, την Κυριακή των Μυροφόρων.

Οι δύο ληστές.
      Στην εικόνα της Σταύρωσης  διακρίνουμε τους δύο ληστές  που συσταυρώθηκαν με το Χριστό πάνω στο Γολγοθά. Η παράδοση αναφέρει τα ονόματά τους, Δυσμάς και Γίστας (ή Γέστας και Δημάς). Στη δεξιά πλευρά του Ιησού σταυρώνεται ο Δυσμάς ο οποίος και γίνεται ο πρώτος οικιστής του Παραδείσου σε αντίθεση με το Γίστα στα αριστερά του Χριστού ο οποίος κατακρίνει και χλευάζει τον Ιησού.

    Τα ονόματα των δύο ληστών όπως και του Πετρώνιου που φρουρούσε τον τάφο του Ιησού επικράτησαν στην παράδοση της Εκκλησίας και απεικονίζονται στην Αγιογραφία










Βαραββάς
 Ο Βαραββάς πιθανόν να ήταν επαναστάτης Ζηλωτής. Βρισκόταν φυλακισμένος που «μαζί με άλλους επαναστάτες, που κατά την εξέγερση είχαν διαπράξει φόνο» (Μάρκου 15,7)  Καταδικάστηκε λοιπόν σε θάνατο για φόνο που διέπραξε σε εξέγερση που έγινε στην Ιερουσαλήμ (Λουκάς 23:19). Ο Ματθαίος τον ονομάζει "περιβόητον δέσμιον" (Ματθαίος 27:16), ο Μάρκος "συνωμότη" (Μάρκος 15:6) και ο Ιωάννης "ληστή" (Ιωάννης 18:40).
   Την εποχή της δίκης του Ιησού ήταν στη φυλακή. Ο Πιλάτος στη προσπάθειά του να αφήσει ελεύθερο τον Ιησού με την ευκαιρία του εθίμου, όπου κάθε Πάσχα ελευθερωνόταν ένας φυλακισμένος (Ματθαίος 27:15, Λουκάς 23:17), πρότεινε στους Ιουδαίους να ελευθερώσει τον Ιησού. Ο όχλος όμως κατόπιν επιρροής των αρχιερέων ζήτησε να ελευθερωθεί ο Βαραββάς και να καταδικαστεί ο Ιησούς (Ματθαίος 27:20, Μάρκος 15:11, Λουκάς 23:18, Ιωάννης 18:40). Έτσι ο Πιλάτος θέλοντας να φανεί καλός με το πλήθος ελευθέρωσε το Βαραββά και παρέδωσε τον Ιησού για να σταυρωθεί (Ματθαίος 27:26, Λουκάς 23:25, Μάρκος 15:15).





τα ονόματα των δύο συσταυρωθέντων ληστών "Γέστας" και "Δήμας", γνωστά από την απόκρυφη καινοδιαθηκική παράδοση

 




Η παραπάνω εικόνα έχει διαστάσεις 46,4 × 25,5 εκ και βρίσκεται στην Ιερά Μονή Θεοβαδίστου Όρους Σινά, Αγίας Αικατερίνης. Είναι άγνωστου δημιουργού του 8ου αιώνος και προέρχεται πιθανότατα από την Παλαιστίνη. Είναι μία πολύ σημαντική εικόνα που επέζησε από τους αποκαλούμενους "σκοτεινούς αιώνες" του Βυζαντίου και η αρχαιότερη που εικονίζει τον Χριστό νεκρό και με ακάνθινο στέφανο, και όπου αναγράφονται τα ονόματα των δύο συσταυρωθέντων ληστών "Γέστας" και "Δήμας", γνωστά από την απόκρυφη καινοδιαθηκική παράδοση

Διαβάστε περισσότερα παρακάτω:
Το δεξί τμήμα της εικόνας είναι κατεστραμμένο. Ο Χριστός παριστάνεται με το σώμα όρθιο, τα χέρια τεντωμένα, το κεφάλι ελαφρότατα γερμένο και τα μάτια κλειστά. Φορεί κολόβιο (αχειρίδωτο ποδήρες ρούχο) και όχι το περίζωμα που επεκράτησε από τα τέλη του 9ου αιώνα. Αίμα και νερό ρέουν από την πλευρά του. Δίπλα του, πάνω σε χωριστούς απόκρημνους βράχους, είναι στημένοι οι σταυροί των δύο ληστών, από τους οποίους σώζεται ο αριστερός, με περίζωμα στην μέση και τα χέρια δεμένα πίσω από την πλάτη. Αναγράφονται επίσης τα ονόματα των δύο συσταυρωθέντων ληστών «Γέστας» και «Δήμας», γνωστά από την απόκρυφη καινοδιαθηκική παράδοση. Στηθαίοι άγγελοι πετούν γύρω από τον σταυρό. Δίπλα στον σταυρό του Χριστού στέκονται η Παναγία, με υψωμένο το αριστερό χέρι που κρατεί μαντήλι και δείχνει προς τα μάτια της υποδηλώνοντας έτσι ότι είναι μάρτυρας της Σταύρωσης του Υιού της και ο Ιωάννης, του οποίου το αριστερό χέρι είναι κρυμμένο μέσα στο ιμάτιο. Η Παναγία δηλώνεται με τις λέξεις «Η Αγία Μαρία» (με βυζαντινό μονόγραμμα), όπως συμβαίνει πριν από την Εικονομαχία. Τρεις στρατιώτες παίζουν στα ζάρια τον άρραφο χιτώνα του Σωτήρος. Δίπλα τους είναι μπηγμένα στο έδαφος τα δόρατά τους. Στην επάνω αριστερή γωνία είναι ζωγραφισμένος κόκκινος ήλιος πάνω στο κυανόμαυρο βάθος. Στην δεξιά γωνία θα ήταν ζωγραφισμένη η σελήνη. Αξιοσημείωτη είναι η κλιμάκωση των διαστάσεων των μορφών, ανάλογα με την σημασία τους: ο Εσταυρωμένος είναι Υψηλότερος από την Θεοτόκο και τον Ιωάννη, αυτοί είναι μεγαλύτεροι από τον ληστή και μικρότεροι ακόμη είναι οι στρατιώτες. Οι αξιοσημείωτες ομοιότητες με την τοιχογραφία της Σταυρώσεως της Santa Maria Antiqua στην Ρώμη οδηγούν σε χρονολόγηση στον 8ο αιώνα.

Τοιχογραφία της Σταυρώσεως (μέσα 8ου αιώνα).
Εκκλησία Santa Maria Antiqua, Ρώμη.

ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ: O Λογγίνος και η λόγχη



  
Οι περισσότεροι έχετε ακούσει αλλά και διαβάσει για τη ζωή του Ιησού,  τη διδασκαλία του και τα θαύματα του, αλλά και τη …

σταυρική του θυσία.
Το κείμενο είναι του Δημοσθένη Λιακόπουλου από τον Τόμο 25 του Γιατί και πώς – “Οι φρουροί της Αγίας Λόγχης”.
Ακούσατε για τον Λογγίνο, τον Ρωμαίο που λόγχισε τον Ιησού για να διαπιστώσει ότι πέθανε,  ώστε να μη χρειαστεί να του σπάσουν τα πόδια πάνω στον τίμιο σταυρό.
Ας αρχίσουμε λοιπόν την ιστορία μας και ας δούμε τι είναι αυτή η λόγχη του Λογγίνου;
Τι είναι αυτή η μυστηριώδης, αιχμή του δόρατος που κάποιοι έχουν αποκαλέσει λόγχη του πεπρωμένου, ενώ άλλοι, λόγχη του Χριστού η ακόμη και Ιερή Λόγχη;
Υπάρχει ακόμα μετά από δύο χιλιάδες χρόνια, κι αν ναι, τι  παράξενες δυνάμεις έχει; Ενώ η ίδια η λόγχη μπορεί να είναι πιο παλιά από την πίστη που φούντωσε μετά τη σταύρωση του Χριστού, η γνωστή στους περισσότερους ιστορία της ξεκινά αμέσως μετά τα πάθη του.
Επιτρέψτε μου όμως να σας πω για την ιστορία της όπως δεν ειπώθηκε ποτέ πριν.
Αν θυμάστε, αφού ο Πόντιος Πιλάτος, κυβερνήτης και Υπατος της υπό ρωμαϊκής κατοχής της Ιουδαίας, δεν βρήκε ενοχές κατά του Ιησού για την όλη υπόθεση και ο Ιησούς ουσιαστικά καταδικάστηκε από το ανώτατο Εβραικό δικαστήριο.
Αυτή η ομάδα των Φαρισαίων, που δίκασε τον Ιησού, αποτελούνταν από άντρες που ήταν και κληρικοί αλλά και δικαστές και βέβαια σχεδόν όλοι τους, κάθε άλλο παρά άνθρωποι του Θεού ήταν.
Και δεν αναφέρομαι στα κλασικά πάθη που η εξουσία καλλιεργεί σε εκείνους που την κατέχουν, αλλά στο ότι οι περισσότεροι ήταν Χαζάροι από την Τάκλα Μακάν,  όργανά του ίδιου του Σαμαέλ, αλλά και των αδελφοτήτων του σκότους.
Τον ξαναπήγαν λοιπόν στον Πιλάτο, τον οποίο εξεβίασαν να τον καταδικάσει διότι αλλιώς θα τον έβγαζαν ανυπάκουο στον Καίσαρα.
Σε μια ύστατη προσπάθεια να σώσει ο Πιλάτος τον Ιησού, έδωσε την ευκαιρία στους Εβραίους, να διαλέξουν λόγου του εβραϊκού Πεσάχ ( Πάσχα ), σε όποιον επιθυμούν να δώσει χάρη.  Στον Ιησού η στον Βαραβάν. Οι Εβραίοι επέλεξαν το Βαραβά λέγοντες για τον Χριστό,  άρον άρον σταύρωσον αυτόν, το αίμα αυτού επί τας Κεφαλάς ημών και επί τας κεφαλάς των τέκνων ημών.  Έτσι κι έγινε.

Μετά λοιπόν την καταδίκη του, φόρεσαν στον Ιησού ενα αγκάθινο στεφάνι, Τον μαστίγωσαν και μετά τον ανάγκασαν να κουβαλήσει ένα βαρύ ξύλινο σταυρό, σε ένα μέρος όπου οι Ρωμαίοι εκτελούσαν τους κοινούς κακοποιούς.
Η διαδικασία της εκτέλεσης άρχισε στο οχυρό Αντωνία, όπου στεγάζονταν και το πραιτώριο, η θέση της κυβέρνησης του Πόντιου Πιλάτου κι ολοκληρώθηκε στο Γολγοθά, <κρανίου τόπος>.
Εκεί ο Ιησούς κι άλλοι δύο καταδικασθέντες,  με τα ονόματα Γέστας και Δημάς, σταυρώθηκαν στους αντίστοιχους σταυρούς για να περάσουν τη μέρα βασανιζόμενοι πάνω τους
Ο Δημάς ήταν Έλληνας και τον καταδίκασαν οι Εβραίοι, επειδή έχοντας πανδοχείο, έπαιρνε την πελατεία σε φτηνότερες τιμές και χαλούσε την <πιάτσα>. Αυτό ήταν και ο <ληστής> που σώθηκε και πήγε στον παράδεισο.
Η σταύρωση ήταν ένας ιδιαίτερα άσχημος τρόπος για να πεθάνει κανείς,  κι είχε σκοπό να προκαλέσει το μεγαλύτερο δυνατό ψυχικό και σωματικό μαρτύριο στο θύμα.
Οταν κάποιος βρίσκεται στον Σταύρο,  μπορεί,  όσο έχει δύναμη,  να σπρώξει προς τα επάνω με το ένα του πόδι για να απελευθερώσει την πίεση, που προκαλείται στο στήθος από το βάρος του σώματος, που κρέμεται από τα χέρια.
Τελικά, η δύναμη χάνεται από την εξουθένωση και το θύμα ασφυκτιά, από το ίδιο του το βάρος, καθώς συσφίγγονται οι πνεύμονες.

Ο Ληστής του Παραδείσου



Ήταν ένας ληστής. Ένας άνθρωπος με πλήθος αξιόποινων πράξεων, τέτοιων και τόσων που τον έκαναν απεχθή στα βλέμματα των ανθρώπων . Ήταν ένας κατάδικος, της πιο μεγάλης και δίκαιης καταδίκης, αφού ούτε ο ίδιος δεν είχε προβάλει υπεράσπιση και δικαιολογία για τον εαυτό του: «Άξια ων επράξαμεν απολαμβάνομεν», ομολογεί προσυπογράφοντας έτσι χωρίς ελαφρυντικά την καταδίκη του (Λουκ. κγ΄ 41). Κινούνταν στο περιθώριο. Δρούσε στην παρανομία. Σκόρπιζε το φόβο, για να δρέψει τελικά όχι μόνο την περιφρόνηση, αλλά και τη μήνη των ανθρώπων της εποχής του.
Κι όμως αυτό το αποτρόπαιο πρόσωπο, αυτός ο απάνθρωπος άνθρωπος τιμάται στην αγία μας Εκκλησία μαζί με τα άχραντα πάθη του Θεανθρώπου Κυρίου μας. Την πιο ιερή και αγία ημέρα, την Αγία και Μεγάλη Παρασκευή, που η Εκκλησία μας προβάλλει τα σεπτά πάθη του Σωτήρος Χριστού, φωτίζει και προβάλλει άνθρωπο ανίερο, καταδικασμένο, αδικαιολόγητο ληστή και φόβητρο των ανθρώπων. Παράδοξο αλλά και μεγαλειώδες το γεγονός. Παράδοξο στην ανθρώπινη λογική και στην πεπερασμένη δικαιοσύνη μας και μεγαλειώδες για το έλεος και τη συγχώρηση του Θεού.
Πώς λοιπόν αυτός ο κακούργος προπορεύεται του χορού των αγίων προφητών, των δικαίων και των πατριαρχών της Παλαιάς Διαθήκης; «Κεκλεισμένας ήνοιξε της Εδέμ πύλας, βαλών ο ληστής κλείδα το Μνήσθητί μου», απαντά η αγία Εκκλησία μ’ ένα στίχο του Συναξαρίου της Μεγάλης Παρασκευής. Άνοιξε το σφραγισμένο Παράδεισο ο ληστής, βάζοντας σαν κλειδί στην ασφαλισμένη πόρτα το «μνήσθητί μου».
«Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου», εκλιπαρεί τον εσταυρωμένο Κύριο μέσα στους δικούς του αφόρητους πόνους της σταυρικής του καταδίκης (Λουκ. κγ΄ 42). Όχι, δεν είναι ένας απλός λόγος αυτό το «μνήσθητί μου». Δεν είναι μια τυχαία και αβασάνιστη παράκληση. Πολύ δε περισσότερο δεν είναι μια λεπτή ειρωνεία σε κάποιον ομοιοπαθή και αδύνατο συνοδοιπόρο του προς τον θάνατο.
Είναι κάτι πολύ βαθύτερο και ουσιαστικότερο. Κάτι που αντάξιό του είναι η είσοδός του στην ατελεύτητη, αιώνια Βασιλεία του Θεού. Ήταν μια μικρή φράση που αποτύπωνε με τον πιο σαφή τρόπο ταυτόχρονα μια μεγάλη μετάνοια και μια θαυμαστή ομολογία.
«Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου».
Δεν είναι απλώς ένα συμφεροντολογικό και απέλπιδο «μνήσθητί μου». Μαζί του είναι και η ομολογία «Κύριε» και η πίστη της Βασιλείας του.

Ο Δυσμάς και ο Γεστάς!(Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς)


Ένα περιστατικό από τη ζωή του Χριστού ως θείου Βρέφους: όταν η αγία οικογένεια διέφυγε από το ξίφος του Ηρώδη και πορευόταν στην Αίγυπτο, εμφανίστηκαν καθ’ οδόν κάποιοι ληστές, με πρόθεση να κατακλέψουν τους οδοιπόρους. Ο δίκαιος Ιωσήφ οδηγούσε το γαϊδουράκι, πάνω στο οποίο ήταν φορτωμένα τα λίγα υπάρχοντά τους και όπου επέβαινε η Υπεραγία Θεοτόκος, κρατώντας στο στήθος της τον Υιό της. Οι ληστές άρπαξαν το γαϊδουράκι με σκοπό να το οδηγήσουν μακριά, και ένας απ’ αυτούς πλησίασε τη Μητέρα του Θεού για να δει τι κρατούσε κατάστηθα. Μόλις αντίκρισε το Χριστό-νήπιο, εξεπλάγη από την ασυνήθιστη ομορφιά Του και τότε, μέσα στην έκπληξή του, αναφώνησε: «Και ο Θεός αν έπαιρνε σάρκα ανθρώπινη, δεν θα μπορούσε να είναι πιο όμορφος απ’ αυτό το Παιδί!». Κατόπιν ο ληστής πρόσταξε τους συνεργούς του να μην αρπάξουν τίποτα απ’ αυτούς τους οδοιπόρους.
Γεμάτη ευγνωμοσύνη προς τον γενναιόδωρο αυτό ληστή, η Παναγία Θεοτόκος του είπε: «Γνώριζε ότι το Παιδί αυτό θα σε ανταμείψει με ανταμοιβή μεγάλη, επειδή εσύ σήμερα Τον προστάτευσες». Τριάντα τρία χρόνια αργότερα ο ίδιος άνθρωπος κρεμόταν στο Σταυρό, για τα παραπτώματά του, σταυρωμένος στα δεξιά του Σταυρού του Χριστού. Το όνομά του ήταν Δυσμάς και το όνομα του άλλου, εξ αριστερών, ληστή ήταν Γεστάς. Βλέποντας ο Δυσμάς τον Δεσπότη, τον αθώο και αναμάρτητο Ιησού Χριστό, σταυρωμένο, μετανόησε για κάθε κακό που είχε κάνει στη ζωή του. Όταν ο Γεστάς βλασφήμησε εναντίον του Κυρίου, ο Δυσμάς Τον υπερασπίστηκε λέγοντας: ούτος δε ουδέν άτοπον έπραξε (Λουκ. 23, 41).
Ο Δυσμάς επομένως ήταν ο σοφός ληστής στον οποίον είπε ο Χριστός μας: αμήν λέγω σοι, σήμερον μετ’ εμού έση εν τω παραδείσω (Λουκ. 23. 43). Ο Κύριος χάρισε τον Παράδεισο σ’ αυτόν που Του χάρισε τη ζωή, όταν ήταν Παιδί!

(Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Πρόλογος της Αχρίδας» – τ. 12, Δεκέμβριος, σ. 244-245)