Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2019

Το… κινητό του Αγίου Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτη

Επειδή ο Γέροντας με παίρνει κάθε μέρα τηλέφωνο από τις 4 μέχρι τις 6 και διαβάζουμε τον Όρθρο, σκέφτηκα ότι, επειδή το τηλέφωνο είναι υπεραστικό θα πληρώνει πολλά χρήματα στον ΟΤΕ. Γι’ αυτό όταν πληρώθηκα έβαλα σ’ ένα φάκελο 50.000 δρχ. για να τις δώσω.
Άγιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης (1906-1991).
– Γέροντα, έφερα μερικά χρήματα, γιατί ο λογαριασμός του ΟΤΕ θα είναι μεγάλος.
– Τι λες, μωρέ; Εδώ θα κτίσουμε εκκλησία και θα δώσουμε τόσα χρήματα στον ΟΤΕ; Ρίξτα στο κουτί που έχουμε για το κτίσιμο της εκκλησίας.
Τα έριξα στο κουτί. Αλλά συνέχεια ο λογισμός μού έλεγε: Φαίνεται ότι ο ΟΤΕ θα του χάρισε κάποια γραμμή ή κάποιος άλλος τα πληρώνει.
– Σήκωσέ με. Δώσε μου τα παπούτσια να τα βάλω και δέστα.
Πήρε το μπαστούνι του και μου λέει: Πάμε.
Ξαφνιάστηκα. Τον κρατούσα και σκεφτόμουν: Πού θα πάμε; Βγήκαμε από την μπαλκονόπορτα και προχωρούσαμε προς το καινούργιο κτήριο το οποίο ήταν ακόμα «γιαπί». Ανεβήκαμε κάτι σκαλάκια και μου έδειξε τα καινούργια κελλιά. Μου έδειξε το ελαφρομπετόν που βάζουν για μονωτικό υλικό.
Ανεβήκαμε σ’ ένα κελλάκι που έχει κτιστό κρεβάτι και από το παράθυρό του φαίνεται η θάλασσα.
– Σου αρέσει εδώ;
– Ναι, είναι πολύ όμορφο, ασκητικό.
– Αγαπώ πολύ τους ασκητές. Γι’ αυτό ο νους μου είναι συνέχεια στα Καυσοκαλύβια, αλλά δεν με αφήνουν να πάω. Κάποτε όμως θα πάω και θα μείνω εκεί. Ξαναγυρίσαμε από την μπαλκονόπορτα και περίμενα να ξαπλώσει. Εκείνος όμως προχώρησε προς την είσοδο του κελλιού του και μου είπε:
– Τώρα πάμε επάνω στα παλιά κελλιά που είναι άδεια.
Έξω στον διάδρομο περίμεναν πολλοί άνθρωποι και νόμιζαν ότι τόση ώρα είμαι μέσα στο κελλί. Περίμεναν να βγω για να μπουν. Όταν είδαν τον Γέροντα όρθιο στον διάδρομο τάχασαν. Μερικοί πρώτη φορά έβλεπαν όρθιο τον Γέροντα. Συγκινήθηκαν και έτρεξαν να πάρουν την ευχή του. Προχωρήσαμε κι ανεβήκαμε στον β’ όροφο. Οι πόρτες των κελλιών ήταν κλειστές.
– Σ’ αυτό το κελλί έχουν λιβάνι.
Εγώ σκέφτηκα: «Φαίνεται το μύρισε». Εκείνος διάβασε την σκέψη μου και είδε την ολιγοπιστία μου.
– Σ’ ετούτο έχουν απλώσει σιτάρι πλυμένο για να το αλέσουν για πρόσφορα.
Πάλι ο λογισμός μου σκέφτηκε: «Ε, και το βρεγμένο σιτάρι έχει μια μυρωδιά».
Ο Γέροντας ξανάπιασε τον λογισμό μου και μου λέει για το τρίτο κελλί:
– Εδώ έχει σκουριάσει το καζανάκι επειδή δεν το τραβάμε. Πήγαινε να ρίξεις λίγο νερό.
Πράγματι, άνοιξα την πόρτα και όντως το νερό, όταν τράβηξα το καζανάκι, βγήκε σκουριασμένο. Οπότε σκέφθηκα: «Η σκουριά δεν μυρίζει».
Καθώς επιστρέφαμε τον ακούω να απαντά σε κάποιον στο τηλέφωνο.
– Εμπρός, εμπρός! Ναι, ναι. Έτσι να κάνεις…
Έδωσε σε κάποιον συμβουλές. Στα χέρια του δεν κρατούσε κανένα τηλέφωνο. Ήμασταν οι δυο μας. Έμεινα ακίνητη. «Μα, πώς μιλάει χωρίς τηλέφωνο;».
– Άντε, κλείστο τώρα και πέρνα κι από δω κάποια μέρα να σε δούμε.
Μου λέει:
– Να, μωρέ. Αυτός είχε ανάγκη να ρωτήσει. Έπαιρνε κάτω στο κελλί, αλλά δεν ήμουνα εκεί και το σήκωσα από δω.
Τότε ξύπνησα. Τότε κατάλαβα ότι ο Γέροντας δεν μου μιλάει μέσω του ΟΤΕ. Μου μιλάει με πνευματικό τρόπο, γι’ αυτό είπε τα χρήματα να τα ρίξω στο κουτί για το κτίσιμο της εκκλησίας.
– Άντε, πάμε τώρα.
8/7/1986
Από το βιβλίο της Μοναχής Πορφυρίας (Σπυριδούλας Μόσχου), “Μαθητεία στον Άγιο Πορφύριο”, έκδοση “Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος”, Μήλεσι.

Άγιος Πορφύριος: Όταν μας ενοχλούν οι άλλοι… Από Newsroom


Άγιος Πορφύριος: Μιὰ μοναχή, ποὺ ἤθελε πολὺ τὴν τάξη, εἶπε στὸν Γέροντά της ἀγανακτισμένη:

– Ἡ τάδε ἀδελφή μᾶς ἀναστατώνει στὸ μοναστήρι μὲ τὶς δυσκολίες της καὶ τὸ χαρακτήρα της. Δὲν μποροῦμε νὰ τὴν ὑποφέρομε.
Κι ὁ Γέροντας ἀπάντησε:
– Ἐσὺ εἶσαι χειρότερη ἀπ’ αὐτήν.
Ἡ μοναχὴ στὴν ἀρχὴ ἀντέδρασε καὶ ἐξεπλάγη, ἀλλὰ μετὰ τὶς ἐξηγήσεις τοῦ Γέροντα τὸ κατάλαβε καὶ εὐχαριστήθηκε πολύ. Τῆς εἶπε, δηλαδή, ὁ Γέροντας:
– Ἐνῶ ἐκείνη τὴν κυριεύει τὸ κακὸ πνεῦμα καὶ φέρεται ἄσχημα, κυριεύει κι ἐσένα, ποὺ εἶσαι τάχα σὲ καλύτερη κατάσταση, καὶ σᾶς παίζει καὶ τὶς δύο. Ἡ ἀδελφὴ ἔρχεται σ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση χωρὶς νὰ τὸ θέλει, ἀλλὰ κι ἐσὺ μὲ τὴν ἀντίδρασή σου καὶ τὴν ἔλλειψη τῆς ἀγάπης σου κάνεις τὸ ἴδιο. Ἔτσι οὔτε κι αὐτὴν ὠφελεῖς κι ἐσὺ βλάπτεσαι.
Μὲ τὴ σιωπή, τὴν ἀνοχὴ καὶ τὴν προσευχὴ ὠφελοῦμε τὸν ἄλλον μυστικὰ.Ὅταν βλέπομε τοὺς συνανθρώπους μας νὰ μὴν ἀγαποῦν τὸν Θεό, στενοχωρούμαστε. Μὲ τὴ στενοχώρια δὲν κάναμε ἀπολύτως τίποτα. Οὔτε καὶ μὲ τὶς ὑποδείξεις. Οὔτε αὐτὸ εἶναι σωστό.
Ὑπάρχει ἕνα μυστικό, ἂν τὸ καταλάβομε, θὰ βοηθήσομε. Τὸ μυστικὸ εἶναι ἡ προσευχή μας, ἡ ἀφοσίωσή μας στὸν Θεό, ὥστε νὰ ἐνεργήσει ἡ χάρις Του. Ἐμεῖς, μὲ τὴν ἀγάπη μας, μὲ τὴ λαχτάρα μας στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, θὰ προσελκύσομε τὴν χάρι, ὥστε νὰ περιλούσει τοὺς ἄλλους, ποὺ εἶναι πλησίον μας, νὰ τοὺς ξυπνήσει, νὰ τοὺς διεγείρει πρὸς τὸ θεῖο ἔρωτα.
Ἤ, μᾶλλον, ὁ Θεὸς θὰ στείλει τὴν ἀγάπη Του νὰ τοὺς ξυπνήσει ὅλους. Ὅ,τι ἐμεῖς δὲν μποροῦμε, θὰ τὸ κάνει ἡ χάρις Του. Μὲ τὶς προσευχές μας θὰ κάνομε ὅλους ἀξίους τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.
Νὰ γνωρίζετε καὶ τὸ ἄλλο. Οἱ ψυχὲς οἱ πεπονημένες, οἱ ταλαιπωρημένες, ποὺ ταλαιπωροῦνται ἀπὸ τὰ πάθη τους, αὐτὲς κερδίζουν πολὺ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ.
Κάτι τέτοιοι γίνονται ἅγιοι καὶ πολλὲς φορὲς ἐμεῖς τοὺς κατηγοροῦμε. Θυμηθεῖτε τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, τί λέγει: «Οὗ δὲ ἐπλεόνασεν ἡ ἁμαρτία, ὑπερεπερίσσευσεν ἡ χάρις». Ὅταν τὸ θυμᾶστε αὐτό, θὰ αἰσθάνεσθε ὅτι αὐτοὶ εἶναι πιὸ ἄξιοι κι ἀπό σᾶς κι ἀπὸ μένα.
Τοὺς βλέπομε ἀδύνατους, ἀλλὰ ὅταν ἀνοίξουνε στὸν Θεό, γίνονται πλέον ὅλο ἀγάπη κι ὅλο θεῖο ἔρωτα. Ἐνῶ εἴχανε συνηθίσει ἀλλιῶς, τὴ δύναμη τῆς ψυχῆς τους τὴ δίδουν μετὰ ὅλη στὸν Χριστὸ καὶ γίνονται φωτιὰ ἀπὸ ἀγάπη Χριστοῦ. Ἔτσι λειτουργεῖ τὸ θαῦμα τοῦ Θεοῦ μέσα σὲ τέτοιες ψυχές, ποὺ λέμε «πεταμένες».
Νὰ μὴν ἀποθαρρυνόμαστε, οὔτε νὰ βιαζόμαστε, οὔτε νὰ κρίνομε ἀπὸ πράγματα ἐπιφανειακὰ κι ἐξωτερικά. Ἄν, γιὰ παράδειγμα, βλέπετε μία γυναίκα γυμνὴ ἢ ἄσεμνα ντυμένη, νὰ μὴ μένετε στὸ ἐξωτερικό, ἀλλὰ νὰ μπαίνετε στὸ βάθος, στὴν ψυχή της.
Ἴσως εἶναι πολὺ καλὴ ψυχὴ κι ἔχει ὑπαρξιακὲς ἀναζητήσεις, ποὺ τὶς ἐκδηλώνει μὲ τὴν ἔξαλλη ἐμφάνιση.
Ἔχει μέσα της δυναμισμό, ἔχει τὴ δύναμη τῆς προβολῆς, θέλει νὰ ἑλκύσει τὰ βλέμματα τῶν ἄλλων. Ἀπό ἄγνοια, ὅμως, ἔχει διαστρέψει τὰ πράγματα. Σκεφθεῖτε αὐτὴ νὰ γνωρίσει τὸν Χριστό. Θὰ πιστέψει, κι ὅλη αὐτὴ τὴν ὁρμὴ θὰ τὴ στρέψει στὸν Χριστό. Θὰ κάνει τὸ πᾶν, γιὰ νὰ ἑλκύσει τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ. Θὰ γίνει ἁγία.
Εἶναι ἕνα εἶδος προβολῆς τοῦ ἑαυτοῦ μας νὰ ἐπιμένομε νὰ γίνουν οἱ ἄλλοι καλοί.Στὴν πραγματικότητα, θέλομε ἐμεῖς νὰ γίνομε καλοὶ κι ἐπειδὴ δὲν μποροῦμε, τὸ ἀπαιτοῦμε ἀπ’ τοὺς ἄλλους κι ἐπιμένομε σ’ αὐτό.
Κι ἐνῶ ὅλα διορθώνονται μὲ τὴν προσευχή, ἐμεῖς πολλὲς φορὲς στενοχωρούμεθα κι ἀγανακτοῦμε καὶ κατακρίνομε.
Πολλὲς φορὲς μὲ τὴν ἀγωνία μας καὶ τοὺς φόβους μας καὶ τὴν ἄσχημη ψυχική μας κατάσταση, χωρὶς νὰ τὸ θέλομε καὶ χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνομε, κάνομε κακὸ στὸν ἄλλον, ἔστω κι ἂν τὸν ἀγαπᾶμε πάρα πολύ, ὅπως, παραδείγματος χάριν, ἡ μάνα τὸ παιδί της.
Ἡ μάνα μεταδίδει στὸ παιδὶ ὅλο τὸ ἄγχος της γιὰ τὴ ζωή του, γιὰ τὴν ὑγεία του, γιὰ τὴν πρόοδό του, ἔστω κι ἂν δὲν τοῦ μιλάει, ἔστω κι ἂν δὲν ἐκδηλώνει αὐτὸ ποὺ ἔχει μέσα της.
Αὐτὴ ἡ ἀγάπη, ἡ φυσικὴ ἀγάπη δηλαδή, μπορεῖ κάποτε νὰ βλάψει. Δὲν συμβαίνει, ὅμως, τὸ ἴδιο μὲ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ποὺ συνδυάζεται μὲ τὴν προσευχὴ καὶ μὲ τὴν ἁγιότητα τοῦ βίου. Ἡ ἀγάπη αὐτὴ κάνει ἅγιο τὸν ἄνθρωπο, τὸν εἰρηνεύει, διότι ἀγάπη εἶναι ὁ Θεός.
Ἡ ἀγάπη νὰ εἶναι μόνον ἐν Χριστῷ. Γιὰ νὰ ὠφελήσεις τοὺς ἄλλους, πρέπει νὰ ζεῖς μέσα στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀλλιῶς δὲν μπορεῖς νὰ ὠφελήσεις τὸν συνάνθρωπό σου. Δὲν πρέπει νὰ βιάζεις τὸν ἄλλο. Θὰ ἔλθει ἡ ὥρα του, θὰ ἔλθει ἡ στιγμή, ἀρκεῖ νὰ προσεύχεσαι γι’ αὐτόν.
Μὲ τὴ σιωπή, τὴν ἀνοχὴ καὶ κυρίως μὲ τὴν προσευχὴ ὠφελοῦμε τὸν ἄλλον μυστικά. Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ καθαρίζει τὸν ὁρίζοντα τοῦ νοῦ του καὶ τὸν βεβαιώνει γιὰ τὴν ἀγάπη Του. Ἐδῶ εἶναι τὸ λεπτὸ σημεῖο. Ἅμα δεχθεῖ ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη, τότε ἕνα ἄπλετο φῶς θὰ ἔλθει πάνω του, ποὺ δὲν τὸ ἔχει δεῖ ποτέ. Θὰ βρεῖ ἔτσι τὴ σωτηρία.
Ἡ καλύτερη ἱεραποστολὴ γίνεται μὲ τὸ καλὸ παράδειγμα, τὴν ἀγάπη μας, τὴν πραότητά μας
Πηγή: «Βίος καὶ Λόγοι», ἔκδ. Ἱερὰ Μονὴ Χρυσοπηγῆς

Τα μυστικά της Ευχής Κύριε Ιησού Χριστέ Ελέησόν με – Άγιος γέροντας Πορφύριος


Ἡ θεία χάρις μᾶς διδάσκει τό δικό μας χρέος. Γιά νά τήν προσελκύσουμε, θέλει ἀγάπη, λαχτάρα. Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ θέλει θεῖο ἔρωτα.
Ἡ ἀγάπη ἀρκεῖ, γιά νά μᾶς φέρει σέ κατάλληλη «φόρμα» γιά προσευχή.
Μόνος Του θά ἔλθει ὁ Χριστός καί θά ἐγκύψει στήν ψυχή μας, ἀρκεῖ νά βρεῖ ὁρισμένα πραγματάκια πού νά Τόν εὐχαριστοῦν· ἀγαθή προαίρεση, ταπείνωση καί ἀγάπη.
Χωρίς αὐτά δέν μποροῦμε νά ποῦμε «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με»
Ὁ παραμικρός γογγυσμός κατά τοῦ πλησίον ἐπηρεάζει τήν ψυχή σας καί δέν μπορεῖτε νά προσευχηθεῖτε.
Τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, ὅταν βρίσκει ἔτσι τήν ψυχή, δέν τολμάει νά πλησιάσει.
Νά ζητᾶμε νά γίνει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. αὐτό εἶναι τό πιό συμφέρον, τό πιό ἀσφαλές γιά μᾶς καί γιά ὅσους προσευχόμαστε.
Ὁ Χριστός θά μᾶς τά δώσει ὅλα πλούσια. Ὅταν ὑπάρχει ἔστω καί λίγος ἐγωισμός, δέν γίνεται τίποτα.
Ὅταν ὁ Θεός δέν μᾶς δίδει κάτι πού ἐπίμονα ζητᾶμε, ἔχει τό λόγο Του.
Ἔχει κι ὁ Θεός τά «μυστικά» Του.

Ἄν δέν κάνετε ὑπακοή (σέ ἱερέα-πνευματικό) καί δέν ἔχετε ταπείνωση, ἡ εὐχή (δηλ. τό Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησὸν με) δέν ἔρχεται καί ὑπάρχει καί φόβος πλάνης.
Νά μήν γίνεται ἡ εὐχή ἀγγαρεία.
Ἡ πίεση μπορεῖ νά φέρει μία ἀντίδραση μέσα μας, νά κάνει κακό.
Ἔχουν ἀρρωστήσει πολλοί μέ τήν εὐχή, γιατί τήν ἔκαναν μέ πίεση.
Καί γίνεται, βέβαια, κι ὅταν τό κάνεις ἀγγαρεία. ἀλλά δέν εἶναι ὑγιές.
Δέν εἶναι ἀνάγκη νά συγκεντρωθεῖτε ἰδιαίτερα γιά νά πεῖτε τήν εὐχή. Δέν χρειάζεται καμιά προσπάθεια ὅταν ἔχεις θεῖο ἔρωτα.
Ὅπου βρίσκεσθε, σέ σκαμνί, σέ καρέκλα, σέ αὐτοκίνητο, παντοῦ, στόν δρόμο, στό σχολεῖο, στό γραφεῖο, στή δουλειά μπορεῖτε νά λέτε τήν εὐχή, τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησὸν με», ἁπαλά, χωρίς πίεση, χωρίς σφίξιμο.
Σημασία στήν προσευχή ἔχει ὄχι ἡ χρονική διάρκεια ἀλλά ἡ ἔνταση.
Νά προσεύχεσθε ἔστω καί πέντε λεπτά, ἀλλά δοσμένα στό Θεό μέ ἀγάπη καί λαχτάρα.
Μπορεῖ ἕνας μία ὁλόκληρη νύχτα νά προσεύχεται κι αὐτή ἡ προσευχή τῶν πέντε λεπτῶν νά εἶναι ἀνώτερη.
Μυστήριο εἶναι αὐτό βέβαια, ἀλλά ἔτσι εἶναι.
Απόσπασμα από το βιβλίο «Βίος καί Λόγοι» αγ. Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτου, ἔκδ. Ἱ. Μ. Χρυσοπηγῆς Χανίων
Πηγή: ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ

Ο άγιος Πορφύριος ήταν ένας χριστοκήρυκας, ένας χριστοφόρος, ένας χριστοποιημένος σύγχρονος όσιος


Ο Άγιος Πορφύριος είναι ένα φωτεινό αστέρι, ένας θεοφόρος πατέρας, ένας αληθι­νός άνθρωπος και ένας σύγχρονος όσιος.

Ο βίος και οι λόγοι του θέλγουν, ελκύουν, συναρπάζουν κάθε φιλόθεη ψυχή. Είναι ιδιαίτερα μεγάλη η ευλογία που ασπασθήκαμε το χέρι του, σκύψαμε κάτω από το άγιο πε­τραχήλι του κι ακούσαμε τις χαριτωμένες διδαχές του στη νεότητά μας.
Γεννήθηκε το 1906 στο χωριό Άγιος Ιωάννης Καρυστίας της Εύβοιας από πολύτεκνους, φτωχούς και ευσεβείς γονείς. Από μικρός μπήκε στη βιοπάλη. Μόλις δώδεκα ετών έφυγε για το Άγιον Όρος. Υποτάχθηκε στους κατά σάρκα αδελφούς Παντελεήμονα και Ιωαννίκιο, αυστηρούς Γέροντες της Καλύβης του Αγίου Γεωργίου της σκήτης των Καυσοκαλυβίων. Μετά διετή δοκιμή και πρόθυμη υπακοή εκάρη μοναχός. Από τότε αισθάνθηκε ότι ο Θεός του δώρισε το διορατικό χάρισμα. «Μ’ ένα βλέμμα», έλεγε, «που έριχνα στον Γέροντα μου και τον κοιτούσα στα μάτια καταλάβαινα τι ήθελε και τι τον ανέπαυε».
Σοβαρή ασθένεια τον έκανε να εγκαταλείψει μετά επταετία από της εισόδου του στον Άθωνα τα πάντερπνα Καυσοκαλύβια. Για μία δωδεκαετία παρέμεινε στη μονή του Αγίου Χαραλάμπους Λευκών Εύβοιας ως εφημέριος και Πνευματικός. Από το 1940 ανέλαβε καθή­κοντα ταπεινού και ακούραστου εφημερίου στην Πολυκλινική Αθηνών. Επί τριάντα χρόνια διακόνησε εκεί τον πονεμένο, ταλαιπωρημένο, τα­ραγμένο, ανήσυχο και τσακισμένο άνθρωπο.
Το 1955 εγκαταστάθηκε στο εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου Καλλισίων Πεντέλης. Εκεί τον γνωρίσαμε για πρώτη φορά, μετά από ένα Εσπερινό, ένα χειμώνα, δίπλα στη σόμπα-βαρέλι, με το πετραχήλι του, τον σκούφο του, τ’ άσπρα του γένεια, σκυμμένο να μου σφίγγει τον σφυγμό και να μου λέει πειστικά: «Όσο πιο πολύ θ’ αγαπάς τον Χριστό, τόσο λιγότερο θ’ αμαρτάνεις»!
Το 1979 πήγε στο Μήλεσι Ωρωπού, για να χτίσει μοναστήρι. Παρά τα γηρατειά του, τις ασθένειες και την τύφλωση κατόρθωσε την ανοικοδόμηση της μονής, που την αφιέρωσε στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος. Ο Χριστός ήταν το παν στη ζωή του, όπως συχνά πειστικά έλεγε. Το Μήλεσι έγινε ιδιαίτερα αγαπητός τόπος για πολλούς πονεμένους. Ο παππούλης παρηγορούσε και βοηθούσε τους ανθρώπους όσο μπορούσε πιο πολύ, με τη θερμή προσευχή του, τη διακριτική συμβουλή του, την πλούσια χάρη του, που συγκινούσε τον κόσμο.
Παρελθόν και μέλλον γίνονταν παρόν για τον αξιομακάριστο Γέρον­τα. Έβλεπε μακρά, κάτω από τη γη, στη θάλασσα και τον ουρανό. Μι­λούσε με μία βεβαιότητα που ενθουσίαζε και κατένυσσε. Είχε άπειρες γνώσεις, μεγάλη σοφία, βιωματική εμπειρία. Έβλεπε πέρα από τα φαι­νόμενα. Το βάθος των καρδιών, την κλήση και κλίση του ανθρώπου, τις εφέσεις, τις δυνατότητες, τις ανάγκες και τα όρια του καθενός. Επρόκειτο ασφαλώς περί σπανίου, αξιοθαύμαστου και πολυτάλαντου Γέροντος. Σε μοναχές έλεγε που υπάρχει νερό, που βρίσκονται κρυμ­μένα άγια λείψανα. Η προσευχή του θαυματουργούσε. Παρελθόν και μέλλον γίνονταν για εκείνον παρόν. Δεν έλεγε όμως ποτέ που υπάρχει πετρέλαιο ή φυλαγμένοι θησαυροί …
Επιθυμία του ήταν να τελειώσει τον βίο του εκεί που παιδί άρχισε τη μοναχική του ζωή. Επέστρεψε λοιπόν στην Καλύβη του Αγίου Γεωρ­γίου των αγαπημένων του Καυσοκαλυβίων. Εκοιμήθη οσιακά το πρωί της 2ας Δεκεμβρίου του 1991. Οι τελευταίοι του λόγοι ήταν όλοι «ίνα ώσιν εν».
Ετάφη στο κοιμητήρι της σκήτης. Μετά τριετία έγινε η ανακομιδή των τιμίων λειψάνων του. Οι μαθητές του την έκαμαν απροειδοποίητα νύχτα και τα έκρυψαν. Ο χαρισματούχος Γέροντας Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης, επαναλαμβάνουμε, πως αποτελεί σπάνια μορφή οσιότητος των καιρών μας. Δύσκολα συναντά κανείς τέτοιες ιερές μορφές.
Η ευχή του ας μας συνοδεύει. Πρόκειται πράγματι για ορόσημο αγιότητος στον σύγχρονο κόσμο. Συνήθιζε συχνά να μιλά για την αγάπη, την ταπείνωση, την ελευθερία, τη μεγαλοσύνη και ωραιότητα του Χριστού. Ήταν ένας χριστοκήρυκας, ένας χριστοφόρος, ένας χριστοποιημένος…
Γέροντα εύχου και υπέρ ημών των αναξίων και αθλίων, που κάτι σημαν­τικό δεν κάναμε ακόμη για τη σωτηρία της ψυχής μας.
Πήγες – Βιβλιογραφία: Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου Ιερομ., Βίος και Λόγοι, Χανιά 2003. Ιεράς Μονής Χρυσοπηγής, Γέροντας Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης. Ορόσημο αγιότητος στον σύγχρο­νο κόσμο, Χανιά 2008.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Γ΄1984-2000 , σελ.1307-1314 , Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.

Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ: Το Άγιο Πνεύμα μεταμορφώνει σε χαρά ο,τι αγγίξει…


Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ: «Ἤτανε μία συννεφιασμένη μέρα. Χιόνι πολὺ εἶχε σκεπάσει τὴ γῆ, καὶ πέφτανε πυκνὲς οἱ ἄσπρες μπαμπακοῦρες. Ὁ πάτερ Σεραφεὶμ μ᾿ ἔβαλε νὰ καθίσω δίπλα του, ἀπάνω σ᾿ ἕνα κομμένο δέντρο, σ᾿ ἕνα ξέφωτο μέσα στὸ δάσος.

Ὕστερά μου εἶπε: «Ὁ Θεός μου φανέρωσε πὼς στὰ παιδικὰ χρόνια σου ἤθελες νὰ μάθης ποιὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς χριστιανικῆς ζωῆς.
Σὲ συμβουλεύανε νὰ πηγαίνης στὴν ἐκκλησία, νὰ κάνης τὴν προσευχή σου στὸ σπίτι, νὰ δίνης ἐλεημοσύνη καὶ νὰ κάνης ὅλα τὰ καλὰ τὰ ἔργα, γιατὶ σ᾿ αὐτὰ βρίσκεται ὁ σκοπὸς τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Μὰ δὲν σὲ ἱκανοποιούσανε αὐτὰ μοναχά.
Λοιπόν σου λέγω πὼς ἡ προσευχή, ἡ νηστεία, οἱ ἀγρυπνίες καὶ κάθε ἄλλο χριστιανικὸ ἔργο εἶναι πολὺ καλά. Ἀλλὰ ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς μας δὲν εἶναι νὰ κάνουμε μοναχὰ αὐτὰ τὰ ἔργα, ἐπειδὴ αὐτὰ εἶναι τὰ μέσα ποὺ χρειάζονται γιὰ νὰ φθάσουμε στὸ σκοπὸ τῆς χριστιανικῆς ζωῆς.
Ὁ ἀληθινὸς προορισμὸς τοῦ χριστιανοῦ εἶναι νὰ ἀποκτήσουμε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Γνώριζε πὼς κανένα καλὸ ἔργο δὲν φέρνει τοὺς καρποὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἂν δὲν γίνεται γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Σκοπὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι μοναχὰ ἡ ἀπόκτηση τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».
Ἐγὼ τότε τὸν ρώτησα: «Τί ἐννοεῖς, πάτερ, λέγοντας ἀπόκτηση; Δὲν καταλαβαίνω καθαρά». Ὁ Ἅγιος μου εἶπε: «Ἀποκτῶ εἶναι τὸ ἴδιο μὲ τὸ κερδίζω. Ξέρεις τί θὰ πῆ κερδίζω χρήματα. Ἀποκτῶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι τὸ ἴδιο πράγμα. Στὴ ζωή, οἱ συνηθισμένοι ἄνθρωποι ἔχουνε γιὰ σκοπὸ νὰ κερδίσουνε χρήματα, καὶ κεῖνοι ποὺ στέκουνται πιὸ ψηλὰ στὴν κοινωνία, θέλουνε νὰ κερδίσουνε τιμὲς καὶ δόξα.
Τὸ νὰ ἀποκτήση κανένας τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι σὰν νὰ κερδίζη ἕνα αἰώνιο ἀπόκτημα, τὴν αἰώνια ζωή, ἕνα θησαυρὸ ποὺ δὲν καταστρέφεται κι᾿ οὔτε χάνεται ποτέ. Κάθε καλὸ ἔργο, ποὺ κάνουμε γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, μᾶς δίνει τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ἀλλὰ περισσότερο ἀπ᾿ ὅλα μας δίνει αὐτὴ τὴ χάρη ἡ προσευχή, γιατὶ ὁ καθένας μπορεῖ νὰ προσευχηθῆ, πλούσιος ἢ φτωχός, ἄρχοντας ἢ χωριάτης, δυνατὸς ἢ ἀδύνατος, γερὸς ἢ ἄρρωστος, ἐνάρετος ἢ ἁμαρτωλός.
Λοιπὸν ἂς συνάξουμε τὸ θησαυρὸ τῆς θεϊκῆς εὐσπλαχνίας. Ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ζητᾶ νάβρη τὴ σωτηρία του καὶ ποὺ μετανοεῖ γιὰ τὶς ἁμαρτίες του, μπορεῖ μὲ τὶς καλὲς πράξεις νὰ ἀποκτήση τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ποὺ ἐργάζεται μέσα μας καὶ μᾶς εἰσάγει στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Μ᾿ ὅλα τὰ πεσίματά μας, μ᾿ ὅλο τὸ σκοτάδι ποὺ περιζώνει τὴν ψυχή μας, ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ μᾶς δόθηκε μὲ τὸ βάπτισμα, δὲν παύει νὰ λάμπη μέσα στὴν καρδιά μας μὲ τὸ φῶς τῆς μετανοίας.
Αὐτὸ τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ σβήνει ὅλα τὰ σημάδια ποὺ ἀφήσανε τὰ παλιὰ ἁμαρτήματά μας καὶ μᾶς ντύνει μ᾿ ἕνα μανδύα ἄφθαρτον ποὺ εἶναι καμωμένος ἀπὸ τὴ χάρη».
Τοῦ λέγω: «Πάτερ μου, μοῦ μιλᾶς γιὰ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλὰ πὼς μπορῶ νὰ τὴ δῶ; Τὰ καλὰ τὰ ἔργα τὰ βλέπουμε, μὰ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα πὼς μπορεῖ νὰ τὸ δὴ κανένας; Πῶς μπορῶ νὰ γνωρίσω ἂν βρίσκεται ἢ δὲν βρίσκεται μέσα μου;»
Ὁ Ἅγιος μου ἀποκρίθηκε: «Ὅταν κατεβαίνη τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐπάνω στὸν ἄνθρωπο καὶ εἰσχωρεῖ μέσα του, ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου γεμίζει ἀπὸ μία χαρὰ ἀνέκφραστη, γιατὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα μεταμορφώνει σὲ χαρὰ ὅ,τι ἀγγίξει.
Φανερώνεται σὰν ἕνα ἀνιστόρητο φῶς σ᾿ ἐκείνους ποὺ ἐκδηλώνεται ἡ θεϊκὴ ἐνέργεια. Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι γνωρίσανε μὲ τὶς αἰσθήσεις τοὺς τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».
Τότε τὸν ρώτησα: «Πῶς θὰ μπορέσω νὰ τὸ δῶ κ᾿ ἐγὼ μὲ τὰ μάτια μου;» Ἀπάνω σ᾿ αὐτά, ὁ πάτερ Σεραφεὶμ ἔβαλε τὰ χέρια του στοὺς ὤμους μου καὶ μοῦ εἶπε: «Τέκνον μου, βρισκόμαστε κ᾿ οἱ δυό μας μέσα στὸ Ἅγιον Πνεῦμα…
Γιατί δὲν θέλεις νὰ μὲ κοιτάξης;» «Πάτερ μου, τοῦ εἶπα, δὲν μπορῶ νὰ σὲ κοιτάξω. Τὰ μάτια σου βγάζουνε ἀστραπές. Τὸ πρόσωπό σου ἔχει γίνει πιὸ ἀστραφτερὸ ἀπὸ τὸν ἥλιο, καὶ τὰ μάτια μου θαμπώσανε ἀπὸ τὸ φῶς». «Μὴ φοβᾶσαι, τέκνο τοῦ Θεοῦ, εἶπε ὁ γέροντας.
Κ᾿ ἐσὺ εἶσαι ὁλόφωτος ὅπως εἶμ᾿ ἐγώ. Γιατὶ βρίσκεσαι μέσα στὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Ἀλλιῶς δὲν θὰ μποροῦσες νὰ μὲ δῆς μὲ τὴν ὄψη ποὺ μὲ βλέπεις».
Ἔσκυψε ἀπάνω μου καὶ μοῦ εἶπε σιγανὰ στὸ αὐτί: «Εὐχαρίστησε τὸν Ὕψιστο γιὰ τὴν ἄπειρη καλοσύνη του. Προσευχήθηκα μυστικὰ στὸν Κύριο καὶ εἶπα μέσα μου: Κύριε, ἀξίωσε τὸν νὰ ἰδῆ καθαρὰ μὲ τὰ σωματικὰ μάτια τοῦ τὴν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματός Σου, ποὺ τὴ φανερώνεις στοὺς δούλους σου ὅποτε καταδέχεσαι νὰ παρουσιασθὴς μέσα στὸ μεγαλοπρεπὲς φῶς τῆς δόξης Σου. Κι᾿ ὅπως βλέπεις, ὁ Κύριος ἀμέσως δέχθηκε τὴν προσευχὴ τοῦ τιποτένιου Σεραφείμ.
Πόση εὐγνωμοσύνη πρέπει νὰ χρωστοῦμε στὸ Θεὸ γιὰ τοῦτο τὸ ἀνείπωτο δῶρο ποὺ μᾶς ἔδωσε! Μήτε οἱ Πατέρες τῆς ἐρήμου δὲν ἀξιώνονταν πάντα νὰ δοῦνε τέτοια φανερώματα τῆς ἀγαθότητός Του. Λοιπόν, τέκνον μου, κοίταξέ με ἐλεύθερα. Μὴ φοβᾶσαι, ὁ Κύριος εἶναι μαζί μας».
Πηγή: Φώτης Κόντογλου – Ὁ Πολυαγαπημένος Ἅγιος Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ

Στείλε τους εχθρούς σου στην προσκομιδή


Κάποτε, ένας άρχοντας της τσαρικής αυλής, πήγε να συμβουλευτεί έναν περίφημο τότε για την αρετή του, ιερέα της Πετρούπολης.-Πάτερ, πες μου, τι να κάμω; Έχω πολλούς εχθρούς. Με μισούν «ματαίως»· χωρίς κανένα λόγο. Με συκοφαντούν στον Τσάρο. Κινδυνεύω να χάσω την δουλειά μου. Αν ο Τσάρος πεισθή και με απολύσει, που θα σταθώ; Πως θα ζήσω; Σας παρακαλώ, συμβουλέψετέ με. Τι να κάμω;

-Να προσεύχεσαι. Για όλους. Και περισσότερο για αυτούς που ξεσηκώθηκαν εναντίον σου. Και στο σπίτι. Αλλά και στην Εκκλησία, στην θεία λειτουργία. Έχει μεγάλη σημασία αυτό.
-Και τι θα βγεί με αυτό, πάτερ; είπε πικραμένος.-Θα το ιδείς. Τα «ψίχουλα», οι μαργαρίτες -οι μερίδες που βγάζει ο ιερέας στην προσκομιδή, όταν διαβάζει ονόματα- συμβολίζουν τις ψυχές των ανθρώπων· ζώντων και κεκοιμημένων. Και κάποια στιγμή, αυτές τις μερίδες ο παπάς τις ρίχνει μέσα στο άγιο ποτήριο, με τα λόγια:
«Απόπλυνε, Κύριε, τα αμαρτήματα των ενθάδε μνημονευθέντων δούλων σου, τω Αίματί Σου τω Αγίω». Δηλαδή παρακαλεί τον Χριστό να ξεπλύνει με το Αίμα Του τις ψυχές των ανθρώπων που μνημόνευσε.
Και πρόσθεσε:
– Γι᾿ αυτό, αν θέλεις, άκουσέ με. Γράψε τα ονόματα εκείνων που σε επιβουλεύονται σε ένα χαρτί και δώσε τα στον ιερέα, να τα μνημονεύει στη λειτουργία· και θα το ιδείς!
Από τότε πέρασαν μια, δυό, τρεις εβδομάδες. Μετά από ένα μήνα, νάτος, πάλι στον παπά. Και πέφτοντας μπροστά στα πόδια του, εξομολογήθηκε:
– Θαύμα, πάτερ! Θαύμα! Θαύμα! Δεν θα το πιστέψετε! Έκανα αυτό που μου είπατε. Και, να! Αυτοί που μέχρι τώρα με μισούσαν, και ήθελαν το κακό μου, τώρα μου συμπεριφέρονται με τέτοιο σεβασμό, μου δείχνουν τέτοια αγάπη που δεν ξέρω, πως να το εξηγήσω. Το στόμα τους, που πρώτα ήταν όλο χολή, τώρα…Και ο σεβάσμιος γέροντας συμπέρανε:
-Είδες, λοιπόν! Σου το έλεγα. Άφησε το θέμα σου στο Θεό και θα το ιδείς. Τώρα το βλέπεις, ολοκάθαρα, πόσο ο Θεός φροντίζει για μας.Πάντοτε λοιπόν, και συ «εν ψαλτηρίω» να το ανοίγεις το κάθε σου πρόβλημα. Να προσεύχεσαι. Ιδιαίτερα για «τους εχθραίνοντάς σοι ματαίως» (Ψαλμ. 3,8)· δηλαδή για εκείνους που, χωρίς κανένα λόγο, σε επιβουλεύονται. Και ο Θεός, θα τους κάνει φίλους σου.
Στάρετς Βαρσανούφιος

Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2019

Ο Ληστής του Παραδείσου


Ήταν ένας ληστής. Ένας άνθρωπος με πλήθος αξιόποινων πράξεων, τέτοιων και τόσων που τον έκαναν απεχθή στα βλέμματα των ανθρώπων . Ήταν ένας κατάδικος, της πιο μεγάλης και δίκαιης καταδίκης, αφού ούτε ο ίδιος δεν είχε προβάλει υπεράσπιση και δικαιολογία για τον εαυτό του: «Άξια ων επράξαμεν απολαμβάνομεν», ομολογεί προσυπογράφοντας έτσι χωρίς ελαφρυντικά την καταδίκη του (Λουκ. κγ΄ 41). Κινούνταν στο περιθώριο. Δρούσε στην παρανομία. Σκόρπιζε το φόβο, για να δρέψει τελικά όχι μόνο την περιφρόνηση, αλλά και τη μήνη των ανθρώπων της εποχής του. Κι όμως αυτό το αποτρόπαιο πρόσωπο, αυτός ο απάνθρωπος άνθρωπος τιμάται στην αγία μας Εκκλησία μαζί με τα άχραντα πάθη…
… του Θεανθρώπου Κυρίου μας. Την πιο ιερή και αγία ημέρα, την Αγία και Μεγάλη Παρασκευή, που η Εκκλησία μας προβάλλει τα σεπτά πάθη του Σωτήρος Χριστού, φωτίζει και προβάλλει άνθρωπο ανίερο, καταδικασμένο, αδικαιολόγητο ληστή και φόβητρο των ανθρώπων. Παράδοξο αλλά και μεγαλειώδες το γεγονός. Παράδοξο στην ανθρώπινη λογική και στην πεπερασμένη δικαιοσύνη μας και μεγαλειώδες για το έλεος και τη συγχώρηση του Θεού.

Πώς λοιπόν αυτός ο κακούργος προπορεύεται του χορού των αγίων προφητών, των δικαίων και των πατριαρχών της Παλαιάς Διαθήκης; «Κεκλεισμένας ήνοιξε της Εδέμ πύλας, βαλών ο ληστής κλείδα το Μνήσθητί μου», απαντά η αγία Εκκλησία μ’ ένα στίχο του Συναξαρίου της Μεγάλης Παρασκευής. Άνοιξε το σφραγισμένο Παράδεισο ο ληστής, βάζοντας σαν κλειδί στην ασφαλισμένη πόρτα το «μνήσθητί μου».
«Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου», εκλιπαρεί τον εσταυρωμένο Κύριο μέσα στους δικούς του αφόρητους πόνους της σταυρικής του καταδίκης (Λουκ. κγ΄ 42). Όχι, δεν είναι ένας απλός λόγος αυτό το «μνήσθητί μου». Δεν είναι μια τυχαία και αβασάνιστη παράκληση. Πολύ δε περισσότερο δεν είναι μια λεπτή ειρωνεία σε κάποιον ομοιοπαθή και αδύνατο συνοδοιπόρο του προς τον θάνατο.
Είναι κάτι πολύ βαθύτερο και ουσιαστικότερο. Κάτι που αντάξιό του είναι η είσοδός του στην ατελεύτητη, αιώνια Βασιλεία του Θεού. Ήταν μια μικρή φράση που αποτύπωνε με τον πιο σαφή τρόπο ταυτόχρονα μια μεγάλη μετάνοια και μια θαυμαστή ομολογία.
«Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου».

Δεν είναι απλώς ένα συμφεροντολογικό και απέλπιδο «μνήσθητί μου». Μαζί του είναι και η ομολογία «Κύριε» και η πίστη της Βασιλείας του.
Ήταν μεγάλος λόγος ο λόγος του ληστή. Πώς μπόρεσε αλήθεια μέσα στην τόση εξαθλίωση και ατιμία, μέσα στην άνευ είδους και κάλλους μορφή του Χριστού, μέσα στη γενική κατακραυγή και τις ειρωνείες να διακρίνει ότι Αυτός ήταν ο Κύριος του ουρανού και της γης, ο Βασιλεύς των βασιλευόντων και Κύριος των κυριευόντων; Πώς μπόρεσε αυτός που σ’ όλη του τη ζωή δεν πόθησε τίποτε άλλο από τον παράνομο πλουτισμό με τα αγαθά των άλλων και την πρόσκαιρη απόλαυση από τον ιδρώτα και τον αγώνα των συνανθρώπων του, να εκτινάξει τώρα, σ’ αυτήν την επώδυνη γι’ αυτόν ώρα, τους πόθους και τις προσδοκίες του από τον μάταιο και απατηλό κόσμο στη Βασιλεία του Θεού; «Σταυρούμενον γαρ βλέπων, βασιλέα εκάλει», λέγει ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας. Αν και Τον ατενίζει ταπεινωμένο στο Σταυρό, εν τούτοις Βασιλέα Τον προσφωνεί και Τον αναγνωρίζει.
Πώς μπόρεσε αυτός την ύστατη αυτή στιγμή της ζωής του να ξεπεράσει σε πίστη και ομολογία όλα εκείνα τα πλήθη των ανθρώπων που άκουσαν τη μελίρρυτη διδασκαλία του Κυρίου μας και αντίκρυσαν τα θαύματά του; Ακόμη και αυτούς που έζησαν επάνω τους τη θαυματουργία της αγάπης του; Διότι κανένας απ’ αυτούς δε συμπαραστέκεται, κανένας δεν υπερασπίζεται, πολύ δε περισσότερο κανένας δε φωνάζει αυτή την ώρα ότι ο Ιησούς Χριστός είναι αναμάρτητος. Μόνο αυτός, όταν επιτιμά τον άλλο ληστή για την ειρωνική του στάση, ομολογεί ότι «ούτος – ο Χριστός δηλαδή – ουδέν άτοπον έπραξε» (Λουκ. κγ΄ 41). Δεν έπραξε τίποτε το άτοπο, τίποτε το μεμπτό. Επομένως είναι αναμάρτητος.
Πιστεύει ο ληστής, και η πίστη του αυτή τον κάνει να ομολογεί άφοβα και ταυτόχρονα να ελπίζει στο άπειρο έλεος του Κυρίου.
* * *
«Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου». Ένας ληστής πρώτος ένοικος του Παραδείσου! Ένας ληστής υπόδειγμα ομολογίας. Ένας ληστής παράδειγμα μετανοίας. Έτσι ώστε να εννοήσουμε όλοι μας ότι δε μας δικαιώνουν ενώπιον του Θεού ούτε μας εισάγουν στη Βασιλεία του απλώς οι καλές μας πράξεις. Όπως αντίστοιχα δε μας αποκλείουν οι πολλές και βαριές αμαρτίες. Μας αποκλείει από τη χαρά του Παραδείσου η σκληροκαρδία μας, η αμετανοησία μας και ο εγωισμός μας. Και μας ανοίγει τη θύρα του ελέους του, για να εισέλθουμε στη Βασιλεία του, η έμπρακτη και βαθιά μετάνοιά μας. Έτσι, για να μην απελπιζόμαστε από την αδυναμία μας, αλλά να ελπίζουμε στο έλεός του, ας αφήσουμε να διαποτίσει το εσωτερικό μας η ικεσία – κλειδί του ληστή: «Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου».
http://www.xfd.gr/