Παρασκευή 7 Απριλίου 2017

ΑΓΙΟΥ ΛΟΥΚΑ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΡΙΜΑΙΑΣ Λόγος εις την Μεγάλη Παρασκευή



«Ην δε ωσεί ώρα έκτη και σκότος εγένετο εφ' όλην την γην έως ώρας εννάτης» (Λκ. 23, 44).

Ο ήλιος από τον τρόμο για το τι έκαναν οι δολοφόνοι, σκοτώνοντας στη γη τον Υιό του Θεού, έκρυψε τις ακτίνες του, για να μην δει κανείς το πιο φρικτό από όλα τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν ποτέ πάνω στη γη. Από φόβο και τρόμο εσιώπησαν τα καταραμένα χείλη αυτών που δολοφόνησαν τον Σωτήρα του κόσμου, που λίγο πριν Τον ενέπαιζαν, λέγοντας: «Άλλους έσωσεν, εαυτόν ου δύναται σώσαι· ει βασιλεύς Ισραήλ εστι, καταβάτω νυν από του σταυρού και πιστεύσομεν επ’ αυτώ» (Μθ. 27, 42).
Ήρθε η στιγμή, που το πάθος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού έφτασε στο αποκορύφωμά του. Ξέρετε γιατί οι άλλοι που εκτελέστηκαν πάνω στο σταυρό κρέμονταν σ' αυτόν ολόκληρες ήμερες μέχρι να πεθάνουν ενώ ο Κύριός μας πέθανε πολύ πιο γρήγορα, σε έξι ώρες μόνο; Ξέρετε ότι ο πάρα πολύ δυνατός πόνος, ο οποίος διαρκεί πολύ καιρό μπορεί και μόνο αυτός να γίνει αιτία του θανάτου; Αυτό ακριβώς συνέβη με τον Κύριο Ιησού Χριστό. Το μαρτύριο και τα βάσανά Του ήταν φρικτά επειδή Τον συνέθλιβε τόσο αφάνταστα μεγάλο φορτίο των αμαρτιών όλου του κόσμου, για τις όποιες εκούσια θυσιάστηκε  και τις εξαγόρασε με το άχραντό Του Αίμα.    
Η δύναμη που Του έμεινε έφτασε μόνο για να πει τα τελευταία Του λόγια: «Διψώ» (Ιω. 19, 28). «Πάτερ, εις χείρας σου παρατίθεμαι το πνεύμα μου» (Λκ. 23 46). Σείστηκε η γη και το καταπέτασμα του ναού σκίστηκε στα δύο, από πάνω ως κάτω. Και έφευγε, χτυπώντας τα στήθη, ο άπιστος λαός που δεν δέχθηκε τον Μεσσία του. Τι σκέφτονταν οι ανόητοι αυτοί φανατικοί, οι οποίοι λίγο πριν φώναζαν στον Πιλάτο: «Σταύρωσον σταύρωσον αυτόν» (Λκ. 23, 21). «Το αίμα αυτού εφ' ημάς και επί τα τέκνα ημών» (Μθ. 27, 25). Έχουν καταλάβει άραγε ότι ο ίδιος ο σατανάς με το στόμα τους φώναζε τα φοβερά αυτά λόγια;
Οι ίδιοι άνθρωποι λίγο πριν υποδέχονταν πανηγυρικά τον Κύριο Ιησού Χριστό, στρώνοντας στην οδό τα ιμάτιά τους και κρατώντας στα χέρια τους κλαδιά φοινικιάς και κραυγάζοντας: «Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου, βασιλεύς του Ισραήλ» (Ιω. 12, 13). Είναι πολύ φοβερό αυτό το πράγμα, δείχνει πόσο βαθειά στην καρδιά του ανθρώπου μπορεί να εισέλθει το πονηρό πνεύμα.
Ας αφήσουμε όμως τον ανόητο φανατισμό των εχθρών του Χριστού, οι οποίοι θεωρούσαν βαρειά αμαρτία και κατάργηση του Μωσαϊκού νόμου την θεραπεία κατά την ήμερα των Σαββάτων των παραλύτων, των ασθενών, των κατεχομένων από βαρείες αρρώστιες, των δαιμονιζομένων και των εκ γενετής τυφλών. Ας σκεφτούμε ότι και άλλου είδους φανατισμός υπήρξε στην ιστορία του ανθρωπίνου γένους. Ας θυμηθούμε πόσοι κατά φαντασίαν αιρετικοί πέθαναν στις φλόγες της ιεράς εξέτασης στην Ισπανία. Ας θυμηθούμε την νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου κατά την οποία σφάχτηκαν πολλοί Γάλλοι προτεστάντες εξ αιτίας της ετεροδοξίας τους. Ας θυμηθούμε τα ποτάμια αίματος που χύθηκαν κατά τον πόλεμο, όταν οι χριστιανοί 30 ολόκληρα χρόνια πολεμούσαν εναντίων των άλλων χριστιανών.
Αλλά ας κοιτάξουμε γύρω μας. Βλέπουμε ότι υπάρχουν τόσοι πολλοί όχι ετερόδοξοι αλλά άνθρωποι, οι οποίοι καθόλου δεν πιστεύουν στον Χριστό. Πολλοί είναι και αυτοί για τους οποίους είπε ο απόστολος Παύλος: «αθετήσας τις νόμον Μωϋσέως χωρίς οικτιρμών επί δυσίν ή τρισί μάρτυσιν αποθνήσκει, πόσω δοκείτε χείρονος αξιωθήσεται τιμωρίας ο τον υιόν του Θεού καταπατήσας και το αίμα της δι¬αθήκης κοινόν ηγησάμενος, εν ω ηγιάσθη και το Πνεύμα της χάριτος ενυβρίσας;» (Εβρ. 10, 28-29).
Δεν μπορούμε σε τίποτα να βοηθήσουμε αυτούς τους κακότυχους ανθρώπους. Είμαστε μόνο ένα μικρό ποίμνιο του Χριστού και ποτέ δεν ξεχνάμε τα φοβερά λόγια του Σωτήρος μας: «Πλήν ο Υιός του ανθρώπου ελθών άρα ευρήσει την πίστιν επί της γης;» (Λκ. 18, 8). Στεκόμαστε όλοι μας τώρα ενώπιον του Επιταφίου. Κατά την φοβερή αυτή στιγμή αποκαθηλώνεται η Θυσία, η οποία τελέστηκε για τις αμαρτίες τις δικές μας αλλά και όλου του κόσμου. Βλέπουμε στον Επιτάφιο το νεκρό Του σώμα γεμάτο ανοιχτές πληγές. Το τρομερό αυτό θέαμα ας γίνει αιτία να ανάψει στις καρδιές μας η αγάπη προς τον Υιό του Θεού, ο Οποίος υπέφερε τόσα βάσανα από τους ανθρώπους τους οποίους ήλθε να σώσει, αλλά εκείνοι δεν Τον δέχθηκαν.
Ελάτε όλα τα πιστά τέκνα του Χριστού να προσκυνήσουμε τον Επιτάφιο, να τον φιλήσουμε με τα χείλη μας, να τον αγγίξουμε με τις καρδιές μας και να τον βρέξουμε με τα δάκρυά μας. Αμήν.
ΑΓΙΟΥ ΛΟΥΚΑ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΡΙΜΑΙΑΣ
ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΟΜΙΛΙΕΣ
ΤΟΜΟΣ Α'
ΕΚΔΟΣΕΙΣ "ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ"

Δευτέρα 27 Απριλίου 2015

Το μυστήριο της ταφής



 Ο άνθρωπος «σπείρεται εν φθορά, εγείρεται εν αφθαρσία». Το μυστήριο του θανάτου, της ταφής, της διατήρησης της προσωπικότητάς μας στον τάφο και της τελικής ανάστασης δεν το περιγράφουν οι Πατέρες με ελληνιστικές εικόνες, αλλά με την εικόνα της σποράς του Απ. Παύλου: «Όπως ο σπόρος που πετιέται στη γη, δε χανόμαστε όταν πεθαίνουμε, αλλά έχοντας φυτευθεί ανασταινόμαστε». Δεν χανόμαστε στον τάφο, όπως δεν χάνεται το σιτάρι όταν φυτεύεται στη γη. Η διάλυση του ανθρώπου μέσα στη γη είναι, με τη δύναμη του Θεού, κάτι σαν την διάλυση του φυτεμένου σπόρου. Δεν εξαφανίζεται, μεταμορφώνεται. Φυτεύεται μέσα στο σύμπαν η εικόνα του Θεού για να φέρει μαζί της και το σύμπαν στην αφθαρσία. Κάθε μνήμα είναι κι ένα μόσχευμα αφθαρσίας. Είναι μεγάλη η ιερότητα των κοιμητηρίων.
            Οι ορθόδοξοι δεν επιχειρούν να εξηγήσουν το μυστήριο του Άδη. Λέγουν μόνο, «ψυχαί δικαίων εν χειρί Θεού». Αυτό το χέρι του Θεού το ξέρουν ως παντοδύναμο. Δεν χρειάζονται καμία άλλη εξήγηση για την επιβίωση της προσωπικότητας μέσα στον τάφο. Όμως αυτή την επιβίωση την ξέρουν σαν κάτι το πρόσκαιρο και το ελλιπές. Την ονομάζουν «κοίμηση», παρομοιάζοντάς την με τον ύπνο μία κατάσταση αποκομμένη από τον κόσμο και τις αισθήσεις, ώσπου ο άνθρωπος στερημένος από όλα βρίσκεται με τον εαυτό του και με τον θεό- αν βέβαια τον Θεό τον έχει αφήσει να κατοικήσει μέσα του όσο ζούσε. Κι επειδή ο Θεός είναι παντού και ακούει τις προσευχές των ανθρώπων, δια του Θεού ακούνε και οι Άγιοι και ανταποκρίνονται στις προσευχές μας. Η «κοίμηση» δεν είναι η αιώνια ζωή που προσδοκούμε, αλλά μόνο κατάσταση αναμονής της ζωής αυτής, αναμονή αναστάσεως. Ο θάνατος δεν είναι απελευθέρωση αλλά καταστροφή. Σωτηρία είναι η πρώτη και η δεύτερη Ανάσταση. Η Ανάσταση της ελεύθερης βούλησης ανήκει  σ’ εκείνους που ελεύθερα ποθούν τη Ζωή. Η Ανάσταση της φύσης όμως, η αφθαρτοποίηση της σάρκας, είναι για όλους, για όλη την κτίση. Είναι προϋπόθεση της αιώνιας Ζωής και Βασιλείας. «Καινήν γη και καινούς ουρανούς προσδοκώμεν».
            Η γενική Ανάσταση είναι καίριο άρθρο της πίστεως μας. Και είναι τόσο σοβαρό το ζήτημα ώστε οι Πατέρες λέγουν ότι όσους δεν έχουν την ορθόδοξη περί ανθρώπου και θανάτου αντίληψη, αλλά την περί ψυχής ειδωλολατρική, να μη τους δεχόμαστε σαν χριστιανούς. « Οι και λέγουσι μη είναι νεκρών Ανάστασιν, αλλ’ άμα το αποθανείν τας ψυχάς αυτών αναλαμβάνεσθαι εις ουρανόν, μη υπολαμβάνετε αυτούς χριστιανούς». 

Αγ. Ιουστίνου, Διάλογος

     Πηγή: περιοδικό «ΕΠΙΓΝΩΣΗ»

Τρίτη 21 Απριλίου 2015

Αντώνιος (Μπλουμ) Μητροπολίτης Σουρόζ (Σουγδαίας) Θάνατος και Απώλεια



Andrew Walker - Κώστας Καρράς (επιμ.), Ζωντανή Ορθοδοξία στον σύγχρονο κόσμο, μτφρ Ιωσήφ Ροηλίδης, εκδ. Εστία, Αθήνα 2001.


Θάνατος

Θα στραφούμε τώρα στις διάφορες ακολουθίες που σχετίζονται με το θάνατο στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Πρώτα απ' όλα υπάρχουν δύο ακολουθίες που ειναι πολύ γνωστές σ' όλους τους Ορθόδόξους. Είναι το «Τρισάγιον» η «Παραστάσιμος Ακολουθία» η παννυχίδα, [Στ.Μ. όπως ονομάζεται στα Ρωσικά]- και η «Νεκρώσιμος Ακολουθία» για τους λαϊκούς. Υπάρχουν επίσης και άλλες ακολουθίες, λιγότερο γνωστές: η «Ακολουθία εις Ψυχορραγούντα», που διαβάζεται πάνω από το πρόσωπο που η αναχώρησή του από αυτήν τη ζωή παρουσιάζει δυσκολίες, η «Νεκρώσιμη Ακολουθία» για νήπια και για ιερείς. Θα ήθελα να απομονώσω ορισμένα χαρακτηριστικά που βασικά είναι κοινά σ' όλες αυτές. 

Υπάρχουν δύο πλευρές σ' αυτές τις ακολουθίες: η μία αφορά τη μέριμνα για την ψυχή και η άλλη τη φροντίδα για το σώμα. Το ενδιαφέρον μας για την προσευχή υπέρ της ψυχής του κεκοιμημένου είναι κοινό με αυτό όλων των άλλων Εκκλησιών. Πιστεύω όμως ότι στην Ορθοδοξία δίνουμε μια πολύ πιο ειδική και σημαντική προσοχή στο σώμα. Στο Μνημόσυνο, όλη η προσοχή μας συγκεντρώνεται στην ψυχή που βρίσκεται τώρα στην αιωνιότητα, πρόσωπο προς πρόσωπο με τον ζώντα Θεό, και η οποία αναπτύσσεται σε μια όλο και βαθύτερη κοινωνία μαζί Του. Στη Νεκρώσιμη Ακολουθία, παράλληλα με τη μέριμνά μας για την ψυχή που έχει μεν αναχωοήσει., αλλά κατά κάποιο τρόπο βρίσκεται ακόμη κοντά στη γη, υπάρχει μια βαθιά φροντίδα για το σώμα. 

Όταν διαβάζουμε τη Νεκρώσιμη Ακολουθία, το σώμα αντιμετωπίζεται υπό δύο γωνίες. Αφενός, γνωρίζουμε καλά ότι αυτό το σώμα είναι καταδικασμένο να φθαρεί: «Χους ει και εις χουν απελεύσει». Υπάρχει ένας οξύς πόνος σ' αυτήν τη σκέψη και σ' αυτήν τη θέα. Στη στάση μας προς τον κεκοιμημένο, πρέπει να βρούμε μια ισορροπία ανάμεσα στην αποδοχή της πραγματικότητας και στη βεβαιότητα της πίστης μας, ανάμεσα στη θέα της φθοράς και στη βεβαιότητα της αιώνιας ζωής, ανάμεσα στην αγάπη για τον τόπο όπου αναπαύεται ό,τι έχει απομείνει από το αγαπημένο σώμα του, και στη βεβαιότητα ότι η σχέση κοινωνίας συνεχίζεται εν Θεώ στην αιωνιότητα. 

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2015

Ὁ Ιούδας ( π. Μαξίμου Ι. Μ. Παραμυθίας Ρόδου)





1. Είναι απορίας άξιο, πώς ο Ιούδας πρόδωσε το Δάσκαλό του, ενώ Τον έβλεπε να κάνει τόσα μεγάλα θαύματα;

Ο Ιούδας αρχικά πρέπει να ήταν καλός. Όπως και οι άλλοι μαθητές του Χριστού, εγκατέλειψε κι αυτός για τον Μεσσία και συγγενείς και δουλειά. Σίγουρα θα υπέμεινε ταλαιπωρίες κατά τις πεζοπορίες των τριών χρόνων της δημόσιας δράσης του Χριστού. Ο Χριστός έστελνε κατά τις περιοδείες Του σε χωριά και πόλεις μαθητές Του για να προετοιμάσουν τους ανθρώπους. Οι μαθητές τότε, μαζί και ο Ιούδας, κήρυτταν για τον Μεσσία που ήλθε, κι επιβεβαίωναν τα λόγια τους με θαύματα (Ματθ. 10,1-8). Ο Ιούδας τιμήθηκε ιδιαίτερα από το Χριστό με το να κρατάει το κοινό ταμείο. Απ’ αυτό ψώνιζε και έδινε χρήματα για φιλανθρωπία σε πτωχούς (Ιωάν. 13,29).  Όταν ο Χριστός ξεκίνησε από τη Γαλιλαία προς την Ιουδαία για να θυσιασθεί, Τον ακολούθησε και ο Ιούδας ακούγοντας τα λόγια του συμμαθητή του Θωμά: «Ας πάμε κι εμείς να πεθάνουμε μαζί Του» (Ιωάν. 11,16).
     Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης γράφει πως ο Ιούδας είχε ήδη το πάθος της φιλαργυρίας (12,6). Φαίνεται πως υπέπεσε στο πάθος αυτό και οδηγήθηκε στην απιστία προς το Χριστό. Η φιλαργυρία άνοιξε την ψυχή του στο σατανά, έδωσε δικαιώματα στον πονηρό.
Ο Ευαγγελιστής Λουκάς (22,3) γράφει ότι, πριν συνεννοηθεί ο Ιούδας με τους αρχιερείς για την παράδοση, ο σατανάς εισήλθε μέσα του. Αυτό το επιβεβαιώνει και ο Ευαγγελιστής Ιωάννης (13,2) λέγοντας ότι ο σατανάς έβαλε στην καρδιά του Ιούδα την προδοσία. Ο ίδιος Ευαγγελιστής αναφέρει στο τέλος του Μυστικού Δείπνου ότι εισήλθε πάλι ο σατανάς στον Ιούδα (13,27). Ας το δούμε: Στη Βηθανία άλειψε τα πόδια του Χριστού μία γυναίκα με πολύτιμο μύρο. Ο Ιούδας με κάποιους μαθητές διαμαρτυρήθηκαν αγανακτισμένοι (Ματθ. 26,8 και Ιωάν. 12,4-6). Η διαμαρτυρία είναι δείγμα αμφισβήτησης του αλάθητου του Χριστού: πώς επέτρεψε αυτή την απώλεια; Όταν ο Χριστός επενέβη και ζήτησε να μην πικραίνουν τη γυναίκα για την εκδήλωση της αγάπης της, επειδή ετοίμασε το σώμα Του για τον ενταφιασμό, οι άλλοι σιώπησαν ταπεινά, ο Ιούδας όμως, ενοχλημένος και επηρεασμένος από το σατανά, πήγε για την προδοσία. Ο εγωισμός τον τύφλωσε. Σίγουρα ο Ιούδας δεν πίστευε στη θεότητα του Χριστού. Ένας Θεός αξίζει κάθε τιμής και θυσίας και δεν προδίδεται. Ήθελε να κάνει το δάσκαλο στο Χριστό. Μάλιστα έκρυψε τη φιλαργυρία του στο δήθεν ενδιαφέρον του για τους φτωχούς. Οι αμαρτωλοί συνήθως προσπαθούν να καλύπτουν τις αμαρτίες τους και να τις δικαιολογούν.
     Με τη μεσολάβηση του Ιούδα οι αρχιερείς χάρηκαν (Μάρκ. 14,11 και Λουκά 22,5), γιατί θα μπορούσαν να συλλάβουν το Χριστό μακριά από τον όχλο και σε ώρα νυκτερινή, που όλοι κοιμούνται. Ο Ιούδας μάλιστα φανερά τους βεβαίωσε και τους έδωσε την υπόσχεση, ότι θα παραδώσει το Χριστό χωρίς την παρουσία του όχλου (Λουκά 22,6).
     Η αιτία της προδοσίας δεν ήταν τόσο η φιλαργυρία, όσο ο εγωισμός του. Αν ήταν αποκλειστικά φιλάργυρος, θα έφευγε πιο νωρίς από το φτωχό δάσκαλο Χριστό. Αν και στο παρελθόν έκλεβε χρήματα, δεν εγκατέλειψε, όμως, το Χριστό. Τώρα τον εγκαταλείπει, γιατί θίχθηκε ο εγωισμός του. Αν δεν είχε μεγάλο εγωισμό, θα συνέχιζε να κλέβει και δεν θα πρόδιδε το δάσκαλό του. Βέβαια είχε και φιλαργυρία, γιατί πήρε και χρήματα  για να προδώσει το Χριστό.
     Ίσως ο Ιούδας, όταν έχασε την πίστη του στη θεία προέλευση του Χριστού, άρχισε να εξηγεί τα θαύματα του Χριστού, όπως οι Φαρισαίοι, ως δαιμονικές ενέργειες. Ο εγωισμός σκοτίζει τον άνθρωπο, ώστε να μη διακρίνει το σωστό.
     Ο Ιούδας τυφλώθηκε από τη φιλαργυρία, τον εγωισμό και το διάβολο και δεν έβλεπε τι πήγαινε να κάνει.

2. Η προδοσία του Ιούδα ήταν αναπόφευκτη και έπρεπε να γίνει;

Το ότι ένας μαθητής θα γινόταν προδότης, ο Θεός το προγνώριζε. Άλλωστε το προφήτευσε και ο Δαβίδ στην Π.Δ. (Ψαλ. 40,10). Ο Χριστός το προφήτευσε πολλές φορές. Ο Χριστός το προγνώριζε, αλλά δεν το προκαθόρισε. Το προφήτευσε, επειδή θα γινόταν. Ο Θεός είδε την προδοσία και την προείπε. Δεν φταίει η πρόγνωση του Θεού, αλλά  η ελευθερία του Ιούδα.
     Όταν, μετά τον πολλαπλασιασμό των πέντε άρτων και των δύο ιχθύων, πολύ πριν από το πάθος, μιλούσε ο Χριστός για την Θεία Κοινωνία, το σώμα και το αίμα Του, μερικοί μαθητές Του είπαν: «σκληρός είναι ο λόγος αυτός» και έφυγαν από κοντά Του. Ο Χριστός τότε  είπε στους δώδεκα: «Μήπως θέλετε και σεις να φύγετε;». Ο Πέτρος απάντησε: «Πού να πάμε, εσύ μας μιλάς για την αιώνια ζωή και πιστεύσαμε και διαπιστώσαμε ότι εσύ είσαι ο Χριστός, ο υιός του Θεού του ζωντανού». Αποκρίθηκε ο Χριστός: «Εγώ δε σας διάλεξα εσάς τους δώδεκα; Κι όμως ένας από σας είναι διάβολος (κατήγορός μου)». Εδώ εννοούσε τον Ιούδα (Ιωάν. 6,60-71). Εδώ ο Χριστός λέει το παράδοξο: «αν και σας διάλεξα εγώ, ανάμεσά σας υπάρχει και προδότης».
     Η θυσία του Χριστού στο σταυρό ήταν πιο επώδυνη, αφού προδόθηκε από έναν μαθητή Του. Αυτή η προδοσία μάς διδάσκει πως κινδυνεύουν όλοι όσοι βρίσκονται κοντά στο Χριστό. Ο Ιούδας αποτελεί πρότυπο πολλών μελλοντικών προδοτών. Αν ο μαθητής του Χριστού που έβλεπε τα μεγάλα θαύματα του Χριστού τον πρόδωσε, πόσο κινδυνεύουν οι μεταγενέστεροι που δε βλέπουν άμεσα το Χριστό και τα θαύματά Του;
     Ο Χριστός θα συλλαμβανόταν και θα θυσιαζόταν και χωρίς τη μεσολάβηση του Ιούδα. Δεν είναι δυνατόν ο πανάγαθος Θεός να χρησιμοποιεί έναν άνθρωπο για το σχέδιό Του οδηγώντας τον στην αιώνια απώλεια. Αν έκανε θεάρεστο έργο ο Ιούδας, δε θα τον άφηνε ο Θεός να αυτοκτονήσει. Ο Ιούδας δείχνει τη μεγάλη διαφθορά των ανθρώπων και την ανάγκη της θείας θυσίας.

3. Γιατί ο Χριστός άφησε το μαθητή Του τον Ιούδα να τον προδώσει;

Ο Χριστός πολλές φορές προσπάθησε να τον αποτρέψει από την προδοσία. Αρκετό χρόνο πριν από το πάθος Του ο Χριστός επανειλημμένα (Ματθ. 12,40. 16,21-28. 17,12. 17,22-23. 20,17-19) προετοίμαζε τους μαθητές Του για το πάθος Του. Τους έλεγε πως θα πάθει πολλά, θα αποδοκιμασθεί από τους θρησκευτικούς άρχοντες, θα θανατωθεί και την τρίτη ημέρα θα αναστηθεί.
     Σε μία προαναγγελία του Πάθους Του (Ματθ. 16,21-28), ο Πέτρος αντέδρασε και ζήτησε να μη συμβεί το πάθος. Ο Χριστός είπε στον Πέτρο: «Ύπαγε πίσω μου σατανά …δεν ακολουθείς το θέλημα του Θεού, αλλά σκέφτεσαι ανθρώπινα». Στη συνέχεια ζήτησε από τους μαθητές Του  αυταπάρνηση και είπε: «τι θα ωφεληθεί ο άνθρωπος, εάν τον κόσμο όλο κερδίσει, αλλά χάσει την ψυχή του». Αυτά τα λόγια ήταν και μία σκληρή προειδοποίηση στον Ιούδα για το χάσιμο της ψυχής Του για 30 αργύρια.
     Στο Μυστικό Δείπνο μετά το πλύσιμο των ποδιών των μαθητών Του ο Χριστός είπε: «εσείς είστε καθαροί, αλλ’ όχι όλοι» (Ιωάν. 13,10-11). Γνώριζε αυτόν, που θα Τον παραδώσει. Στη συνέχεια, ενώ διδάσκει την ταπείνωση (γι’ αυτό έπλυνε τα πόδια των μαθητών Του), προειδοποιεί πάλι τον Ιούδα λέγοντας την προφητεία του Δαβίδ (Ψαλ. 40,10): «Εκείνος που τρώει μαζί μου ψωμί σήκωσε και με χτύπησε με τη φτέρνα του». Στην υποκριτική αταραξία του Ιούδα ο Χριστός ταράχθηκε για την απώλεια της ψυχής του και είπε καθαρά ότι κάποιος θα τον προδώσει (Ιωάν. 13,21). Ο Ιούδας πάλι έκανε τον ανήξερο. Ο Χριστός τον φανερώνει έμμεσα λέγοντας: «εκείνος που βούτηξε μαζί μου στην πιατέλα το ψωμί, αυτός θα με παραδώσει» (Ματθ. 26,23). Κι ενώ ο Ιούδας συνέχιζε να κρύβεται, λέει ο Χριστός απειλητικά: «αλίμονο στον άνθρωπο εκείνο μέσω του οποίου ο υιός του ανθρώπου (ο Μεσσίας) θα παραδοθεί. Καλό θα ήταν γι’ αυτόν να μην είχε γεννηθεί (Ματθ. 26,24). Κι ενώ όλοι έλεγαν «μήπως είμαι εγώ», ο Ιούδας, για να μη φανερωθεί με τη σιωπή του, Τον ρώτησε κι αυτός χωρίς ντροπή: «μήπως είμαι εγώ»; Ο Χριστός τού είπε: «Συ το είπες», δηλ., όπως το είπες.
Ο επιστήθιος μαθητής Του αναφέρει πως ο Χριστός στο όρος Γεθσημανή έριξε κάτω προς τα πίσω τον Ιούδα και τους στρατιώτες, όταν τον πλησίασαν (Ιωάν.18,5-6). Ο Ιούδας δε συγκλονίσθηκε, αλλά υποκριτικά χαιρέτησε το Χριστό λέγοντας «χαίρε ραββί» και Τον φίλησε εγκάρδια, «κατεφίλησεν αυτόν» (Ματθ. 26,49). Ο Χριστός δεν του κακομίλησε, αλλά του είπε: «φίλε, γι’ αυτό που ήλθες εδώ, προχώρα» (Ματθ. 26,50). Ο Λουκάς (22,48) συμπληρώνει τα λόγια του Χριστού με την ερώτηση: «με φίλημα παραδίδεις τον Υιό του ανθρώπου;». Σα να του έλεγε: γνωρίζω γιατί ήρθες, είσαι προδότης, δε με ξεγελά το θερμό φιλί σου.
     Ο Χριστός προσπάθησε να τον συνετίσει. Ο Ιούδας, όμως, ήταν αμετάπειστος στην προδοσία.

4. Μήπως ο Ιούδας πρόδωσε το Χριστό, επειδή δεν ήταν ο απελευθερωτής από τους Ρωμαίους;

Ο Χριστός ποτέ δε μίλησε για επανάσταση όπλων. Οι προειδοποιήσεις για το πάθος Του αποκλείουν κάθε ενδεχόμενο για επανάσταση. Αν ο Ιούδας ήταν ζηλωτής, δηλαδή επαναστάτης, θα έπρεπε να περιμένει μήπως ο Χριστός δείξει αργότερα τις θείες δυνάμεις Του και απελευθέρωνε το λαό. Με την προδοσία του οδηγούσε το Χριστό στην αφάνεια. Με το θάνατο του Χριστού δεν κέρδισε τίποτε η υπόθεση της επανάστασης. Αν ο Χριστός απογοήτευσε τον Ιούδα, ας τον εγκατέλειπε κι ας περίμενε άλλον απελευθερωτή Μεσσία.
     Επίσης ο επαναστάτης Ιούδας δε δικαιολογεί τη μεταμέλεια του προδότη και τον απαγχονισμό. Όταν επέστρεψε τα χρήματα, είπε στους αρχιερείς: «παρέδωσα αίμα αθώο» (Ματθ.27,4). Ο επαναστάτης Ιούδας, επίσης, έπρεπε να κρατήσει τα χρήματα για τις ανάγκες της αναμενόμενης επανάστασης. Με τον απαγχονισμό του δεν άλλαξε η κατάσταση της ρωμαιοκρατίας.
     Όλος ο λαός περίμενε απελευθερωτή Μεσσία. Όταν ο Χριστός πολλαπλασίασε τους πέντε άρτους και τα δύο ψάρια και έφαγαν χιλιάδες άνθρωποι, έλεγαν όσοι έφαγαν:  «πραγματικά αυτός είναι ο αναμενόμενος προφήτης. Ο Χριστός αντιλήφθηκε ότι σκοπεύουν να τον κάνουν  βασιλιά, και αναχώρησε στο όρος μόνος Του» (Ιωάν. 6,14-15).
     Και οι μαθητές του Χριστού περίμεναν από το Μεσσία απελευθέρωση. Δύο μάλιστα από τους πιο κοντινούς, τα αδέλφια Ιάκωβος και Ιωάννης, μαζί με τη μητέρα τους ζήτησαν από το Χριστό, όταν σε λίγο θα γινόταν βασιλιάς στα Ιεροσόλυμα, να τους βάλει δίπλα στο θρόνο Του δεξιά και αριστερά. Ο Χριστός τους εξήγησε ότι στα Ιεροσόλυμα τον περιμένει  πικρό ποτήρι, πηγαίνει για πάθος (Ματθ. 20,20-23). Αυτοί όμως δεν πρόδωσαν το δάσκαλό τους.
     Ο Ιούδας δεν ήταν επαναστάτης, αλλά μικρόψυχος, εγωιστής και φιλάργυρος.

5. Ο Ιούδας δε μετανόησε, όταν επέστρεψε τα τριάντα αργύρια και είπε στους αρχιερείς ότι αμάρτησε παραδίδοντας αίμα αθώο;

Άλλο πραγματική μετάνοια κι άλλο απλή μεταμέλεια. Η πραγματική μετάνοια χαρακτηρίζεται από  την προσπάθεια για διόρθωση του κακού, ενώ η απλή μεταμέλεια είναι αλλαγή σκέψης (απλή μεταστροφή) χωρίς καμία προσπάθεια διόρθωσης του κακού. Ο Ιούδας αναγνώρισε το λάθος του, αλλά δεν έκανε κάτι για να το διορθώσει. Αν μετανοούσε πραγματικά, θα πήγαινε να βρει το Χριστό και με δάκρυα θα ζητούσε τη συγχώρηση, όπως έκανε ο Πέτρος.
     Το ότι αυτοκτόνησε δείχνει ότι ο εγωισμός του τώρα λειτούργησε αυτοκαταστροφικά. Προφανώς έβαλε και το χέρι του κι ο διάβολος και τον οδήγησε στην απελπισία.
     Αν ο Ιούδας μετανοούσε πραγματικά, θα σωζόταν.
Πηγή:  http://www.oodegr

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2015

Τι είπαν οι Τρεις Ιεράρχες για την Παιδεία.



Ζητούμε ἕνα σχολεῖο συνδεδεμένο μέ τή ζωή. Οἱ Τρεςεράρχες  μᾶς ὑποδεικνύουν ἕνα σχολεῖο συνδεδεμένο μέ τή Ζωή.
Διδάχθηκαν ἀπό τήν πεῖρα τους ὅτι Ζωή εἶναι τό ἄνοιγμα τῆς καρδιᾶς στόν Θεό καί στόν ἄνθρωπο. 
... Η μετάβαση πρός μία παιδεία Ζωῆς εἶναι ἐφικτή πλέον μόνο μέ μία  Ἔξοδο. Στήν πράξη αὐτό σημαίνει ἔξοδο ὅλων πρός τήν ὑπευθυνότητα καί τήν συνάντηση μέ τόν ἄλλον.  Γιά τούς πολιτικούς: ἔξοδο ἀπό τόν κομματισμό.  Γιά τούς ἐκπαιδευτικούς: ἔξοδο ἀπό τήν συντεχνία.  Γιά τούς μαθητές: ἔξοδο ἀπό τό βόλεμα.  Γιά τούς γονεῖς: ἔξοδο ἀπό τήν ἀδιαφορία. 
(Πρωτοπρεσβυτέρου Βασιλείου Θερμο).

Σε λίγες μέρες γιορτάζουν οι Άγιοι αυτοί, προστάτες της Παιδείας μας.  Θα τους τιμήσουμε κι εμείς στο σχολείο μας, με Βυζαντινούς Ύμνους και ομιλίες.  Ας  δούμε λοιπόν κάποια από τα λεγόμενά τους, που μας αφορούν άμεσα και διαχρονικά.  Ας τα θυμόμαστε!

Τι είπαν οι ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ για την Παιδεία.
Ἡ παιδεία εἶναι τό πρῶτο ἀγαθό πού διαθέτουμε. Ἡ  παιδεία εἶναι ἀγαθό πού πρέπει νά μεταδίδεται.


Γιά μένα δέν εἶναι σοφός ἐκεῖνος πού ἔχει σοφία λόγου, οὔτε ἐκεῖνος πού παρουσιάζει μέν εὐφράδεια ἀλλά ἔχει ἄστατη καί ἀδιαμόρφωτη ψυχή 
... Σοφό θεωρῶ ἐκεῖνον πού λέει μέν λίγα περί ἀρετῆς, ἀλλά παρουσιάζει πολλά μέ τή ζωή του καί ἐπιβεβαιώνει μέ τήν πράξη τήν ἀξιοπιστία τοῦ λόγου του. Σοφία εἶναι τό νά γνωρίζει κανείς τόν ἑαυτό του καί νά μήν ὑπερηφανεύεται.
ΆΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ



Ἡ πραγματική παιδεία εἶναι ἀγωγή ὠφέλιμη γιά τήν ψυχή, πού τήν καθαρίζει ἀπό ἐλαττώματα, πολλές φορές μέ κόπο καί πόνο.
Ἡ παιδεία στήν ἀρχή φαίνεται νά προξενεῖ δυσφορία καί ὄχι χαρά· ἀργότερα ὅμως ἀποφέρει καρπό εἰρήνης καί σωτηρίας.

ΑΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ

Ἀπό τήν τέχνη αὐτή δέν ὑπάρχει μεγαλύτερη. Μεγάλος θησαυρός εἶναι τά παιδιά μας καί χρειάζονται πολλή ἐπιμέλεια. Τίποτε δέν συγκρίνεται μέ τό νά διαπαιδαγωγήσεις τήν ψυχή καί νά διαπλάσεις τή διάνοια ἑνός νέου. Χρειάζεται περισσότερη προσοχή καί ἀκρίβεια καί ἀπό ἐκείνη πού ἔχουν οἱ ζωγράφοι καί οἱ γλύπτες.
... δίνουμε προσοχή στή λογοτεχνία πού ἔχει ἠθική ἐπίδραση πάνω μας ἐπειδή ἐξυμνεῖ τήν ἀρετή καί ἀπορρίπτουμε ἐκείνη πού καλλιεργεῖ πάθη. Φροντίζουμε ἡ ἐπιστήμη νά μήν ὑπηρετεῖ τό ψέμμα. Γενικά, ἀγαποῦμε ὅ,τι εἶναι οἰκεῖο καί συγγενεύει πρός τήν ἀλήθεια.
ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ

Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2014

Η ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΜΟΝΤΕΡΝΑΣ ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑΣ (7)


Συνέχεια απο : Τρίτη 20 Αυγούστου 2013

Συνείδηση και ανθρώπινη επιστήμη του Ιησού σύμφωνα με τον Κάρλ Ράνερ.

Για να κατανοήσουμε πληρέστερα την Δυτική Θεολογία του χρίσματος

VINCENZO CAPORALE.

ΕΝ ΕΙΔΗ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΟΣ.

Η φροντίδα μας δεν ήταν τόσο να απομακρύνουμε τα περιττά ή επικίνδυνα στοιχεία της μοντέρνας Χριστολογίας, δηλαδή μία κριτική αξιολόγηση των διαφόρων Χριστολογικών τοποθετήσεων της σήμερον, αλλά να ξεχωρίσουμε θετικά εκείνο το ζωτικό στοιχείο, το οποίο δεν έχει ακόμη αναπτυχθεί αρκετά, αλλά υπάρχει σταθερό και υποσχόμενο στην σύγχρονη Χριστολογία. Εννοούμε ακριβώς την ανθρωπολογική της διάσταση, στην αξία της οποίας συμφωνούμε με τους συγγραφείς που την παρουσιάζουν.

          Αυτή η σταθερή βεβαίωση της σχέσεως Χριστολογίας-ανθρωπολογίας μπορεί συνθετικά να εκφραστεί ως εξής: "Η Δημιουργική ενέργεια του Θεού στην γέννηση και την συντήρηση του ανθρώπου δεν περιορίζεται σ'έναν εξωτερικό παραλληλισμό με την αποκαλυπτική και επανασυμφιλιωτική (την γνωστή καταλλαγή του Φλωρόφσκι) ενέργεια στην αποστολή του Υιού του. Αυτές οι δύο διακεκριμένες σειρές δραστηριότητος δεν συμφωνούν μόνο στην ταυτότητα του Θεού που ενεργεί. Η σχέση τους δεν είναι μία συνέπεια εκείνης της σχέσεως μεταξύ Φύσεως και Χάριτος της πρωτόγονης καθολικής κατανοήσεως. Αυτή η σχέση συμπεραίνεται μάλλον από αυτή την Χριστοκεντρική τοποθέτηση. Η δημιουργία του ανθρώπου από το ένα μέρος και η προσληψη ανθρώπινης μορφής εκ μέρους της αυτοαποκαλύψεως του Θεού από το άλλο είναι για πάντα εσωτερικά συντονισμένες". (D Wiederxehr).

          Ας προσθέσουμε επίσης πως συμφωνούμε με τους συγγραφείς που αναφέραμε με την πεποίθησί τους σχετικά με την επικαιρότητα της ανθρωπολογικής προσεγγίσεως, σαν μία απαίτηση αναπόφευκτη πλέον της σημερινής καταστάσεως. Ταυτοχρόνως θέλουμε να θυμίσουμε σε εκείνους που είναι δεμένοι σε διατυπώσεις Χριστολογικές, άχρονες και αμετάβλητες, ότι η θέση τους διαψεύδεται από την ιστορία των δογμάτων και της Θεολογίας! " Κάθε Χριστολογική γνώμη λοιπόν παραμένει δεμένη σε μία συγκεκριμένη κατάσταση της έρευνας και είναι εξ'ορισμού υποκείμενη σε αναμόρφωση. Αυτή η γνώμη λοιπόν διακρίνεται από την αλήθεια του ιδίου του Ιησού Χριστού που είναι το θεμέλιο της Χριστιανικής πίστης, αλλά την οποία επίσης καμία Θεολογική διατύπωση δεν μπορεί να εκφράσει ολοκληρωτικώς". (WPANNENBERG) [Επαναλαμβάνεται ο γνωστός λόγος του Αυγουστίνου: Γνωρίζουμε πώς όσα λέμε διαφέρουν ριζικά από αυτά που λένε οι Έλληνες Πατέρες, αλλά σ'ένα τόσο άγνωστο θέμα, όπως ο άγνωστος Θεός, δεν μπορεί να υπάρξει τελειωτική διατύπωση. Είναι το θέμα της διαμάχης του Βαρλαάμ με τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά. Σήμερα η Εκκλησία του διαφωτισμού που επικράτησε στην Ορθοδοξία μετά την νίκη της έναντι των Κολλυβάδων, ακυρώνει παντελώς την Ορθοδοξία].

          Θα παρουσιάσουμε λοιπόν δύο σύντομα αποσπάσματα δύο Θεολόγων οι οποίοι προσπάθησαν να τοποθετήσουν την Θεολογία σε πραγματική αντιστοιχία με το πνεύμα της σημερινής εποχής και όπως φαίνεται και της αυριανής: Του Κάρλ Ράνερ και του Yves Congar.

          Ο Κάρλ Ράνερ αναφαίρεται φυσικά στην ανθρωπολογικο-υπερβατική μέθοδο. Αφού δηλώσει πώς αυτή η μέθοδος υπήρξε πάντοτε παρούσα και ενεργός σε όλη την Θεολογία, παρότι με διαφορετική ένταση και μ'έναν τρόπο εντελώς στοχαστικό και τυπικό, συνεχίζει: "Όπως και αν έχει υπολογιστεί η Ιστορική πλευρά, είναι καθοριστικό πλέον το γεγονός πώς η σημερινή κατάσταση απαιτεί μία παρόμοια ανθρωπολογικο-υπερβατική προβληματική και μία τέτοια μέθοδο. Η μεγάλη Δυτική Φιλοσοφία θα παραμείνει πάντοτε ζωντανή και η Θεολογία θα μαθαίνει πάντοτε από αυτή. Αυτό όμως δεν σημαίνει πώς μία σύγχρονη Θεολογία δεν μπορεί και δεν πρέπει να παραλείψει την αυτοκατανόηση του ανθρώπου, όπως αυτή εκφράζεται στην φιλοσοφία η οποία έχει καθοριστεί από την ανθρωπολογικο-υπερβατική μετάλλαξη, η οποία πραγματοποιείται στην διάρκεια των ετών του Καρτεσίου και του Κάντ και μέσω του Γερμανικού Ιδεαλισμού φτάνει στην σημερινή υπαρξιακή φιλοσοφία. Όλη αυτή η φιλοσοφία, από το ένα μέρος είναι μη-Χριστιανική χωρίς αμφιβολία, καθότι αναπτύσσεται σαν μία υπερβατική φιλοσοφία του αυτόνομου υποκειμένου, του οποίου η υποκειμενικότης περιορίζεται στην υπερβατική εμπειρία σύμφωνα με την οποία, το ίδιο το υποκείμενο, αναγνωρίζεται σαν αυτός που σταθερά είναι ένας απεσταλμένος, σαν αυτός που διαθέτει μία καταγωγή και έναν προορισμό. Η ίδια όμως φιλοσοφία από το άλλο μέρος είναι Χριστιανική, καθότι λόγω μίας εννοιολογήσεως ριζικά Χριστιανικής, ο άνθρωπος δεν είναι σε τελευταία ανάλυση ένα στοιχείο του κόσμου των πραγμάτων, υποδουλωμένος στο σύστημα συντονισμού των οντικών εννοιών, που κατασκευάζεται από μία σταθερή αρχή, αλλά το υποκείμενο, από την υποκειμενική ελευθερία του οποίου εξαρτάται η μοίρα κάθε πραγματικότητος: σε διαφορετική περίπτωση η ιστορία της σωτηρίας και της καταδίκης δεν θα μπορούσε να διαθέτει καμία κοσμική σημασία.

          Αυτή η εσωτερική ένταση όμως δεν είναι ένα χαρακτηριστικό μόνον της μοντέρνας φιλοσοφίας, αλλά και κάθε ανθρώπινου έργου και της φιλοσοφίας κάθε εποχής, και δεν πρέπει να μας εμποδίσει να δούμε την Χριστιανική πλευρά σ'αυτή την ιστορικο-πολιτισμική κατάσταση της μοντέρνας εποχής και να δεχθούμε επομένως αυτή την κατάσταση στην βασική της Φύση: σαν μία στιγμή δηλαδή που δεν μπορεί να παραιτηθεί ούτε από μία Χριστιανική φιλοσοφία, προϋποτιθέμενη από την Θεολογία και επομένως ούτε από μία Θεολογία".

           O YVES CONGAR, εξετάζει την σχέση ανάμεσα σ'αυτό που ο Θεός και ο Χριστός είναι καθεαυτοί (Θεολογία και οντολογική Χριστολογία) και αυτό που είναι για μας (Θεολογία και λειτουργική Χριστολογία), και στα τελικά του συμπεράσματα φανερώνει την ενότητα του σωτηριώδους σχεδιασμού της αποκαλύψεως, προσδιορίζοντας: "Ένα από τα αποτελέσματα της επανανακαλύψεως της ενότητος, είναι πώς δεν υπάρχει μία Θεολογία για τον άνθρωπο, χωρίς μίαν ανθρωπολογία για τον Θεό. Ίσως η μεγαλύτερη συμφορά που χτύπησε τον μοντέρνο καθολικισμό είναι πώς σταμάτησε, στην θεωρία και στην κατήχηση, σ'αυτό που είναι καθεαυτός ο Θεός και η θρησκεία, χωρίς να κρατά πάντοτε ενωμένο το νόημα όλου αυτού για τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος και ο κόσμος χωρίς Θεό, απέναντι στα οποία βρισκόμαστε και αντιμετωπίζουμε γεννήθηκαν κατά ένα μέρος από μία αντίδραση εναντίον ενός τέτοιου Θεού χωρίς άνθρωπο και χωρίς κόσμο. [Πόσο απελπιστικά λείπει ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς από τον ορίζοντα τους και η Θεολογία των ακτίστων ενεργειών].

          Η απάντηση στις δυσκολίες που συναντούν πολλοί σύγχρονοι μας στον δρόμο της πίστεως και τους ωθούν προς τον αθεϊσμό, απαιτεί εκτός των άλλων της φανέρωση της ανθρώπινης συντεταγμένης των πραγμάτων του Θεού. Αυτό δεν σημαίνει με κανένα τρόπο πώς θα αντικατασταθεί μία παρουσίαση αυτού που ο Θεός και τα πράγματά του είναι καθεαυτά, με ένα πρόγραμμα καθαρά ανθρωπιστικό ή με ένα ανθρωποκεντρικό μήνυμα. Κάτι που θα οδηγούσε στο ίδιο λάθος χωρισμού όπως και το προηγούμενο, αλλά αντίστροφα.

          Αυτό σημαίνει περισσότερο ότι ομιλούμε για τα Μυστήρια του Θεού μ'έναν τέτοιο τρόπο ώστε να ενώσουμε σε μία βαθειά αντίληψη αυτού που όλα αυτά είναι καθεαυτά, μία ζωντανή εξήγηση αυτού που είναι για μας. Να ενώσουμε την ανθρωπολογία του Θεού με την Θεολογία του ανθρώπου. Αυτή είναι η ιδιοφυΐα ή ίδια της αποκαλύψεως, η οποία είναι "οικονομική", ιδιαιτέρως στο απώγειο της στον Ιησού Χριστό. Σ'αυτόν η Σοφία του Θεού έγινε άνθρωπος".

ΤΕΛΟΣ

ΣΧΟΛΙΟ.Μιά Εκκλησία πού δέν συνίσταται από Αγίους αλλά από αντιπροσώπους.

Αμέθυστος

Η ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΜΟΝΤΕΡΝΑΣ ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑΣ (6)


Συνέχεια απο : Δευτέρα 19 Αυγούστου 2013

Συνείδηση και ανθρώπινη επιστήμη του Ιησού σύμφωνα με τον Κάρλ Ράνερ.

Για να κατανοήσουμε πληρέστερα την Δυτική Θεολογία του χρίσματος

VINCENZO CAPORALE.

Μ'αυτό ο Ράνερ δεν θέλει να θέσει σε αμφιβολία το επίσημο δόγμα το οποίο βεβαιώνει την άμεση θεωρία του Θεού την οποία γεύτηκε ή ανθρώπινη ψυχή του Χριστού στην διάρκεια της γήϊνης ζωής του, διότι πιστεύει πώς "μία ερμηνεία θεολογικώς ακριβής μίας τέτοιας αμέσου Θεωρίας του Θεού (την οποία υπολογίζει σαν μία ενδογενή απαράβατη στιγμή της Υποστατικής ενώσεως και όχι κάτι που προστέθηκε απ'έξω, διότι η Υποστατική ένωση θεωρείται οντολογικά, και όχι μόνον οντικά), είναι δυνατόν να κατανοηθεί σαν μία θεμελιώδης καταγωγική κατάσταση ριζική, χωρίς αντικειμενικά στολίδια, της πνευματικής φύσεως του Ιησού. Μπορούμε λοιπόν να την υπολογίσουμε μ'έναν τέτοιο τρόπο, ώστε να αποδειχθεί ότι συμφωνεί μαζί της μία απλή ανθρώπινη εμπειρία, μία ιστορική συνθήκη αποδεκτή μαζί με την ανθρώπινη φύση, μία αυθεντική πνευματική και θρησκευτική εξέλιξη, θεωρημένη σαν θεματίζουσα αντικειμενικώς αυτή την πρωτογενή και αιώνια άμεση επαφή με τον Θεό, που εξωτερικεύεται στην συνάντηση με το πνευματικό και θρησκευτικό της περιβάλλον. Όπως επίσης και στην βαθμιαία εμπειρική γνώση της ύπαρξης".

            Ακόμη και η ύπαρξη της "έμφυτης επιστήμης" του Χριστού μπορεί να συμπεριληφθεί, κατά τον Ράνερ, σ'αυτή την τοποθέτηση. "Εάν ξεκινήσουμε από μία άμεση υποκειμενική επαφή με τον Θεό, θεωρημένη σαν μία καθοριστική θεμελιώδης κατάσταση της συνειδήσεως του Ιησού και το κατανοήσουμε σαν μία συνθήκη η οποία από την ίδια την ουσία της τείνει να εξελιχθεί ιστορικά μεταμορφούμενη σε μία αντικειμενική επιστήμη, τότε είναι δυνατόν να υπολογίσουμε, κάτω από αυτό το φώς και το πραγματικό περιεχόμενο της γνώσεως που δηλώνεται από το δόγμα, μίας έμφυτης επιστήμης (τουλάχιστον συνηθισμένης) του Ιησού και να φτάσουμε στο συμπέρασμα πώς το πρόβλημα μπορούμε ήσυχα να το αφήσουμε χωρίς προκατάληψη. Το έμφυτο αυτής της επιστήμης δεν είναι απαραίτητο πώς πρέπει να το φανταστούμε σαν μία ποσότητα άπειρη ξεχωριστών "έμφυτων ειδών", τοποθετημένες στον Χριστό, αλλά αντιθέτως σαν ένα βάθος που υφίσταται a'priori( αξιωματικώς), μίας επιστήμης έτοιμης να αναπτυχθεί στην συνάντηση με την πραγματικότητα της εμπειρίας.

            Εάν υπάρξει η αντίρρηση πώς μία αληθινή ιστορική εξέλιξη της συνειδήσεως του Ιησού, η οποία αναγκαίως θα εμπλέξει ορισμένα στάδια στα οποία μερικές αντικειμενοποιήσεις δεν υπήρχαν ακόμη και επομένως υπονοεί μία κάποια άγνοια σ'αυτόν, ο Ράνερ απαντά πώς "μία αρχική άγνοια αυτού του είδους γίνεται οπωσδήποτε αποδεκτή. Πρέπει δε ταυτοχρόνως να αρνηθούμε πώς δεν είναι δυνατόν να γίνει αποδεκτή, βάσει των ομολογιών της Εκκλησίας ή βάσει μίας Θεολογικής παραδόσεως που μας δεσμεύει. Πρέπει να πούμε πώς μία ιστορική πορεία αυτού του είδους δηλαδή ένα ξεκίνημα από κάποιους αρχικούς προδρόμους στους οποίους δεν υπήρχε ακόμη αυτό, το οποίο ακριβώς επειδή είναι ιστορικό, ήταν προορισμένο να εμφανιστεί σ'έναν δεύτερο χρόνο, αυτή την πορεία πρέπει να την δεχθούμε και στον Ιησού. Εάν Θέλουμε βεβαίως να αποφύγουμε να δούμε το δόγμα που δηλώνει την αληθινή, αυθεντική ανθρωπότητα του Υιού, ουσιαστικώς ίση με την δική μας, να υποβαθμίζεται στο επίπεδο ενός μυθολογικού παραμυθιού στο οποίο φανταζόμαστε έναν Θεό μεταμφιεσμένο κάτω από απλές ανθρώπινες όψεις".
Στο παιχνίδι βρίσκεται η αυθεντική ανθρώπινη ελευθερία του Ιησού: "Δεν ισχύει πώς κάθε μορφή Επιστήμης είναι πάντοτε και σε κάθε στιγμή τής ιστορικής περιπέτειας τής υπάρξεως προτιμότερη από την άγνοια. Διότι στο ανοιχτό πεδίο, στην ικανότητα της αποφάσεως, η ελευθερία είναι οπωσδήποτε προτιμότερη από το παραγέμισμα αυτού του ελεύθερου χώρου με μία επιστήμη η οποία στο τέλος θα σκότωνε την ελευθερία".

          Αυτή η παρατήρηση ισχύει και για την βασική κατάσταση της άμεσης επαφής με τον Θεό. "Η Βασική κατάσταση πράγματι, είναι ακριβώς εκείνη η επιστήμη η οποία ανοίγει το πεδίο της ελευθερίας και όχι μία γνώση που την κλείνει, διότι αυτή η υπερβατικότης προς την απειρία του Θεού (λίγο μας ενδιαφέρει αν γίνεται κατανοητή σαν ίση με την δική μας ή ταυτόσημη με εκείνη του Χριστού) αντιπροσωπεύει, ακριβώς στην άπειρη ορμή της, την συνθήκη η οποία καθιστά δυνατή την ελευθερία. Η υπερβατική πρόβλεψη όλων των πιθανών αντικειμένων της ελευθερίας αποτελεί την βάση υποστήριξης, ενώ η αντικειμενική αντίληψη, η οποία διευκρινίζει όλα αυτά τα αντικείμενα στην τελική τους εξατομίκευση θα ήταν το τέλος της ελευθερίας".

            Η Εικόνα του Χριστού που διαγράφεται από τις σκέψεις του Ράνερ δεν είναι μόνον πιο ανθρώπινη αλλά και πιο Βιβλική σε σύγκριση με την απαράδεκτη αντιπροσώπευση τής προηγούμενης δογματικής. Αυτό το απέδειξε με κάθε λεπτομέρεια σ'ένα του άρθρο ο AVogtle το 1964. Μία ακόμη θετική κριτική μας δίνει και ο E.Gutwenger, ο οποίος είναι πολύ έμπειρος στο θέμα αυτό: σύμφωνα μ'αυτόν λοιπόν μπορούμε να μιλήσουμε για μία αυθεντική πρόοδο, στο πεδίο της Χριστολογίας, διότι το καθοριστικό βήμα πέτυχε μ'έναν μεγαλειώδη τρόπο, από τον Κ.Ράνερ.
Συνεχίζεται

Αμέθυστος.