Παρασκευή 18 Αυγούστου 2017

Η δίκη του Ιησού Χριστού και το τέλος του Πιλάτου, Άννα και Καϊάφα.



Στις ημέρες του Ρωμαίου αυτοκράτορα Τιβέριου, έπαρχος της Ρώμης στην Ιουδαία ήταν ο Πόντιος Πιλάτος, και αρχιερέας στα Ιεροσόλυμα ο Καϊάφας. Τότε συνέβησαν στην ιερή αυτή πόλη τα συγκλονιστικά γεγονότα της θανατικής καταδίκης του Ιησού Χριστού, της Σταύρωσής Του, αλλά και το μέγιστο γεγονός της Ανάστασής Του, που άλλαξε τη ροή της ιστορίας του κόσμου.
Τα κύρια πρόσωπα, που έχουν συνδεθεί με το στυγερό έγκλημα της θανατικής καταδίκης του Θεανθρώπου είναι ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, μαθητής και προδότης του διδασκάλου του, ο μέγας αρχιερέας και πρόεδρος του Συνεδρίου Καϊάφας, ο πρώην αρχιερέας Άννας, που ασκούσε μεγάλη επιρροή στο ιερατείο και ήταν πεθερός του Καϊάφα και τέλος ο Ρωμαίος ηγεμόνας της Ιουδαίας Πόντιος Πιλάτος.
Ας δούμε, όμως, συνοπτικά τα συγκεκριμένα αυτά πρόσωπα, στον ένοχο ρόλο τους, που μαζί με τους αρχιερείς και πρεσβύτερους, τους γραμματείς και φαρισαίους, επεδίωκαν επίμονα τη θανατική καταδίκη του Χριστού.
Ιούδας ο Ισκαριώτης

Ήταν ο δωδέκατος μαθητής του Χριστού που εκλήθη στο αποστολικό αξίωμα και ανέλαβε τα καθήκοντα του διαχειριστή. Στους αποστολικούς καταλόγους μνημονεύεται πάντοτε τελευταίος και τον συνοδεύει ο ατιμωτικός χαρακτηρισμός του προδότη. Ο Κύριος, ως παντογνώστης, γνώριζε από την αρχή ότι αυτός θα τον κατέδιδε. Τον συμπεριελάμβανε εν τούτοις στους μαθητές Του, να ζήσει κοντά Του, να ακούσει τη διδασκαλία Του και να δει τα θαύματά Του. Δεν μπορούσε συνεπώς ο μελλοντικός προδότης Του να επικαλεσθεί άγνοια και να έχει ελαφρυντικά για την πράξη του. Με τους προσδιορισμούς, άλλωστε, «διάβολος» και «υιός της απωλείας» αναφερόταν ο Χριστός αόριστα στον Ιούδα.
Άτομο με αυξημένη φιλαργυρία στρέφεται με δολιότητα κατά του διδασκάλου Του. Για λίγα αργύρια περιφρονεί την αγάπη και τη στοργή του Χριστού και γίνεται σύμμαχος εκείνων που θέλουν τον θάνατό Του. Διαπραγματεύεται με μικρό οικονομικό αντάλλαγμα την παράδοσή Του στους αρχιερείς και στους πρεσβύτερους. Ζει και κινείται ως κατάσκοπος στον όμιλο των «δώδεκα». Συμμετέχει τυπικά ως τις τελευταίες ώρες σε όλες τις εκδηλώσεις. Είναι παρών στον Μυστικό Δείπνο και ακούει ατάραχος τον συγκλονιστικό λόγο του Κυρίου προς τους μαθητές Του που τους λέει ότι ένας απ' αυτούς θα είναι ο προδότης. Κι αυτός, που από καιρό μεθοδεύει την προδοσία, ψυχρός και αμίλητος, τρέχει προς «το δεινόν βουλευτήριον των ανόμων» που έχει αποφασίσει να θανατώσει τον Αναμάρτητον, επειδή δεν γινόταν όργανό τους. Περιφρονεί τον νόμο της φιλίας που δεν επιτρέπει αγνωμοσύνη και έχθρα προς εκείνους που μας αγαπούν. Δόλια και πονηρά τρέχει να παραδώσει Εκείνον που πριν λίγο έπλυνε τα πόδια του!

"Μνήσθητί μου, Κύριε", του είπε,. . .



"Μνήσθητί μου, Κύριε", του είπε, "όταν έλθης εν τη βασιλεία Σου". Θυμήσου και μένα, Χριστέ μου, όταν πας στη βασιλεία Σου!". Τι γλυκός λόγος! Όλα τα σιρόπια, όλα τα πανευφρόσυνα, όλα τα ευχάριστα του κόσμου τα υπερνικά ο λόγος αυτός. Αμέσως εκτύπησαν αυτά μέσα στην καρδιά του Χριστού και έγινεν αντανάκλασις της χάριτος. Του απήντησε λοιπόν: "αλήθεια σου λέγω και εγώ, ότι σήμερα θα έλθης μαζί μου στον παράδεισο". Για την μετάνοια αυτής της στιγμής που δείχνεις, ξεχνώ όλους τους φόνους και τα κακουργήματα που είχες καμωμένα και η ευσπλαχνία μου με παρακινεί να σου ειπώ αυτόν τον λόγον: έλα μαζί μου στην βασιλεια μου. Μήπως και εμείς, αδελφές, δεν μοιάζωμεν καμμιά φορά με τον ληστήν; Είμεθα όλο στολισμένοι με χάριτας; Δεν έχομεν ακάθαρτα και αμαρτίες; Δεν μολύνομεν κάθε λίγο τας ψυχάς μας; Δεν βλέπομεν τον πλησίον μας με κακία; Δεν κρίνομεν και κατακρίνομεν; Δεν οργιζόμεθα, δεν φθονούμεν, δεν συκοφαντούμεν;
Αλλα μήπως ο Θεός για όλα αυτά μας παραπέμπει; Μήπως εάν ημείς είμεθα ακάθαρτοι, εάν είμεθα μοχθηροί και κακότροποι, εκείνος μας οργίζεται; Μας μισεί; Όχι. Με αυτά τα ακάθαρτα χείλη που έχομεν, δέχεται και τον δοξολογούμεν; Μ' αυτά τα ρερυπωμένα μας εντόσθια, δέχεται και τον γευόμεθα, με αυτά τα αμαρτωλά μας χέρια και πόδια μας κρατεί μας κρατεί στη ζωή. Τέτοια αγάπη μας έχει, τέτοια συμπάθεια έχει για τον ανθρώπoν, τέτοια μακροθυμία για όλους μας. Μήτε Εβραίο ξεχωρίζει μήτε Έλληνα μήτε Οθωμανό. Για όλους την ίδια στοργή αισθάνεται. Και όπως τον καιρόν της σταυρώσεως καρφωμένος πάνω στο μαύρο ξύλο εφώναζε γλυκά-γλυκά: πάτερ μου, μη συνορισθής τους σταυρωτάς μου, γιατί δεν ξεύρουν τι κάνουν, δεν με κατάλαβαν ποιός είμαι, δεν καταλαβαίνουν. Τα ίδια εξακολουθεί να φωνάζη ακόμα μέχρι σήμερα για όλους μας ο Χριστός. Πόσα σφάλλει κάθε ημέραν η ανθρωπότης εις τον Θεόν! Και όμως εκείνος ποτέ δεν μας οργίζεται, ποτέ δεν μας ρίχνει κακία ποτέ!

ΣΤΟ Σταυρό και τον Ληστή Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου

Εκτύπωση
Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου
Σήμερα ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός βρίσκεται πάνω στο σταυρό και εμείς εορτάζουμε, για να μάθεις ότι ο σταυρός είναι εορτή και πανήγυρη πνευματική. Γιατί προηγουμένως ο σταυρός ήταν η λέξη που σήμαινε καταδίκη, τώρα όμως έγινε αντικείμενο τιμής. Προηγουμένως ήταν σύμβολο καταδίκης, τώρα όμως είναι η προϋπόθεση της σωτηρίας μας.
Γιατί αυτός ο σταυρός μας προξένησε άπειρα αγαθά, αυτός μας απάλλαξε από την πλάνη της ειδωλολατρίας, αυτός μας φώτισε ενώ ζούσαμε μέσα στο σκοτάδι, αυτός μας συμφιλίωσε με το Θεό, ενώ είχαμε γίνει εχθροί του, αυτός μας έκανε φίλους του, ενώ είχαμε αποξενωθεί άπ' αυτόν, αυτός μας έφερε κοντά στο Θεό, ενώ ήμαστε μακριά του. Αυτός εξαφάνισε την έχθρα, αυτός εξασφάλισε την ειρήνη, αυτός έγινε για μας θησαυροφυλάκιο άπειρων αγαθών. Εξ αιτίας του δεν περιπλανιόμαστε πια στις έρημους, γιατί γνωρίσαμε τον αληθινό δρόμο. Δε ζούμε πια έξω από τη βασιλεία των ουρανών, γιατί βρήκαμε την είσοδό της. Δε φοβόμαστε πια τα πυρωμένα βέλη τού διαβόλου, γιατί είδαμε την πηγή. Χάρη σ' αυτόν δε βρισκόμαστε πια σε χηρεία, γιατί αποκτήσαμε το γαμβρό. Δε φοβόμαστε το λύκο, γιατί έχουμε τον καλό ποιμένα. Γιατί λέγει ο Χριστός· «Εγώ είμαι ο ποιμένας ο καλός»1. Χάρη σ' αυτόν δεν τρέμουμε τον τύραννο, γιατί είμαστε κοντά στο βασιλιά. Γι' αυτό εορτάζουμε και τιμούμε το σταυρό. Έτσι παράγγειλε και ο Παύλος να εορτάζουμε το σταυρό. Διότι λέγει· «Ας εορτάζουμε όχι με την παλιά ζύμη, αλλά με άζυμα ειλικρίνειας και αλήθειας»2. Έπειτα, αφού πρόσθεσε την αιτία, συνέχισε˙ «Γιατί το Πάσχα το δικό μας είναι ο Χριστός, που θυσιάσθηκε για τη σωτηρία μας»3.

ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΕΝΟΣ ΛΗΣΤΟΥ

 



    Ένα από τα πρόσωπα της Καινής Διαθήκης, που συγκέντρωσαν την προσοχή των πατέρων της Εκκλησίας και απέσπασαν τα μεγαλύτερα εγκώμια, είναι και ο ληστής, που γνώρισε τον Χριστό πάνω στο σταυρό. Έχοντας ως βάση, κυρίως τους λόγους του Χρυσοστόμου «Εις τον σταυρόν και εις τον ληστήν», θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε το πορτρέτο του, ώστε και εμείς να συναισθανθούμε το μεγαλείο του.

    Σύγκριση με τον Πέτρο και τους άλλους αποστόλους.
Ο Πέτρος αρνήθηκε τον Χριστό χωρίς να είναι στον σταυρό· ο ληστής τον πίστεψε ενώ ήταν στο σταυρό.
Ο Πέτρος φοβήθηκε μία παιδίσκη (Ματθ 26,9)· ο ληστής αγνόησε ολόκληρο αφηνιασμένο λαό.
Ο Πέτρος δειλίασε μπρος στη αδυναμία του Χριστού· ο ληστής θαμπώθηκε και μαγνητίσθηκε απ’ αυτήν.
Ο Πέτρος ξέχασε την θεότητα του Χριστού, το Θαβώρ, τα θαύματα του Χριστού, τη χάρη που είχε λάβει να θαυματουργεί ο ίδιος και οι άλλοι μαθητές. Ο ληστής ενώ δεν άκουσε «δεύρο οπίσω μου και ποιήσω σε αλιέα ανθρώπων», ενώ δεν άκουσε αυτό που άκουσαν οι δώδεκα απόστολοι ότι «θα καθίσουν πάνω σε δώδεκα θρόνους και θα κρίνουν τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ», ενώ δεν άκουσε ούτε ένα κήρυγμα ούτε μία λέξη, ενώ δεν είδε κανένα θαύμα ούτε την αποκάλυψη της θεότητας στο Θαβώρ, εν τούτοις, ανακάλυψε τον Θεό την ώρα της έσχατης ταπείνωσής του. Τον ομολόγησε ως Θεό, ζήτησε το έλεός του, και έγινε ο πρώτος οικήτωρ του παραδείσου, προσπερνώντας όλους τους άλλους και τερματίζοντας πρώτος.

Τα πρόσωπα του Θείου πάθους Β΄



Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας
 Ο Ιωσήφ από την Αριμαθαία αναφέρεται ως κρυφός μαθητής του Χριστού. Ο ίδιος ήταν μέλος του Μεγάλου Συνεδρίου της Ιερουσαλήμ  και σύμφωνα με τον Ευαγγελιστή Ματθαίο αντιτάχθηκε στην καταδίκη του Ιησού μέσα στο Συνέδριο. Μετά το θάνατο  του Ιησού ζήτησε από τον Πόντιο Πιλάτο την άδεια να αποκαθηλώσει το νεκρό σώμα του Ιησού από το Σταυρό, προκειμένου να τον ενταφιάσει στο λαξευτό οικογενειακό  του τάφο. Η άδεια αυτή παραχωρήθηκε και  με συμπαραστάτη τον Νικόδημο ενταφίασε τον Χριστό «σινδόνι καθαρά ειλήσας και αρώμασι εν μνήματι καινώ κηδεύσας απέθετο».
  Ο Ιωσήφ για να κατεβάσει το σώμα του Ιησού από το Σταυρό έπρεπε να πάρει ειδική άδεια γιατί από το Ρωμαίο διοικητή γιατί όπως επέβαλε η νομοθεσία, άφηναν τους σταυρωμένους για αρκετές μέρες πάνω στο σταυρό για μεγαλύτερο δημόσιο εξευτελισμό.
  Τα ιερά Ευαγγέλια δεν μας αναφέρουν τίποτε για τις μετέπειτα δραστηριότητες του Ιωσήφ. Διάφορες όμως παραδόσεις τον αναφέρουν να ακολουθεί τον Απόστολο Φίλιππο, το Λάζαρο και τη Μαρία τη Μαγδαληνή  σε ιεραποστολικό ταξίδι στους Γαλάτες. Επίσης αναφέρεται πως ο Ιωσήφ σταλμένος από τον Απ. Φίλιππο  κήρυξε το χριστιανισμό στο νησί της Βρετανίας. Τίποτε όμως από τα παραπάνω δεν αποδεικνύεται ιστορικά.

Νικόδημος
   Ο Νικόδημος ο βουλευτής  αναφέρεται ως ο νυκτερινός μαθητής του Ιησού που μαζί με τον Ιωσήφ από την Αριμαθαία  έκαναν την αποκαθήλωση και την ταφή του Κυρίου. Ονομάζεται νυχτερινός ή κρυφός μαθητής  γιατί επισκεπτόταν κρυφά τον Ιησού λόγω της θέσης που κατείχε μέσα  στην Ιουδαϊκή κοινωνία.
   Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του μαζί με τον Ιωσήφ και τις μυροφόρες γυναίκες δύο Κυριακές μετά το Πάσχα, την Κυριακή των Μυροφόρων.

Οι δύο ληστές.
      Στην εικόνα της Σταύρωσης  διακρίνουμε τους δύο ληστές  που συσταυρώθηκαν με το Χριστό πάνω στο Γολγοθά. Η παράδοση αναφέρει τα ονόματά τους, Δυσμάς και Γίστας (ή Γέστας και Δημάς). Στη δεξιά πλευρά του Ιησού σταυρώνεται ο Δυσμάς ο οποίος και γίνεται ο πρώτος οικιστής του Παραδείσου σε αντίθεση με το Γίστα στα αριστερά του Χριστού ο οποίος κατακρίνει και χλευάζει τον Ιησού.

    Τα ονόματα των δύο ληστών όπως και του Πετρώνιου που φρουρούσε τον τάφο του Ιησού επικράτησαν στην παράδοση της Εκκλησίας και απεικονίζονται στην Αγιογραφία










Βαραββάς
 Ο Βαραββάς πιθανόν να ήταν επαναστάτης Ζηλωτής. Βρισκόταν φυλακισμένος που «μαζί με άλλους επαναστάτες, που κατά την εξέγερση είχαν διαπράξει φόνο» (Μάρκου 15,7)  Καταδικάστηκε λοιπόν σε θάνατο για φόνο που διέπραξε σε εξέγερση που έγινε στην Ιερουσαλήμ (Λουκάς 23:19). Ο Ματθαίος τον ονομάζει "περιβόητον δέσμιον" (Ματθαίος 27:16), ο Μάρκος "συνωμότη" (Μάρκος 15:6) και ο Ιωάννης "ληστή" (Ιωάννης 18:40).
   Την εποχή της δίκης του Ιησού ήταν στη φυλακή. Ο Πιλάτος στη προσπάθειά του να αφήσει ελεύθερο τον Ιησού με την ευκαιρία του εθίμου, όπου κάθε Πάσχα ελευθερωνόταν ένας φυλακισμένος (Ματθαίος 27:15, Λουκάς 23:17), πρότεινε στους Ιουδαίους να ελευθερώσει τον Ιησού. Ο όχλος όμως κατόπιν επιρροής των αρχιερέων ζήτησε να ελευθερωθεί ο Βαραββάς και να καταδικαστεί ο Ιησούς (Ματθαίος 27:20, Μάρκος 15:11, Λουκάς 23:18, Ιωάννης 18:40). Έτσι ο Πιλάτος θέλοντας να φανεί καλός με το πλήθος ελευθέρωσε το Βαραββά και παρέδωσε τον Ιησού για να σταυρωθεί (Ματθαίος 27:26, Λουκάς 23:25, Μάρκος 15:15).





τα ονόματα των δύο συσταυρωθέντων ληστών "Γέστας" και "Δήμας", γνωστά από την απόκρυφη καινοδιαθηκική παράδοση

 




Η παραπάνω εικόνα έχει διαστάσεις 46,4 × 25,5 εκ και βρίσκεται στην Ιερά Μονή Θεοβαδίστου Όρους Σινά, Αγίας Αικατερίνης. Είναι άγνωστου δημιουργού του 8ου αιώνος και προέρχεται πιθανότατα από την Παλαιστίνη. Είναι μία πολύ σημαντική εικόνα που επέζησε από τους αποκαλούμενους "σκοτεινούς αιώνες" του Βυζαντίου και η αρχαιότερη που εικονίζει τον Χριστό νεκρό και με ακάνθινο στέφανο, και όπου αναγράφονται τα ονόματα των δύο συσταυρωθέντων ληστών "Γέστας" και "Δήμας", γνωστά από την απόκρυφη καινοδιαθηκική παράδοση

Διαβάστε περισσότερα παρακάτω:
Το δεξί τμήμα της εικόνας είναι κατεστραμμένο. Ο Χριστός παριστάνεται με το σώμα όρθιο, τα χέρια τεντωμένα, το κεφάλι ελαφρότατα γερμένο και τα μάτια κλειστά. Φορεί κολόβιο (αχειρίδωτο ποδήρες ρούχο) και όχι το περίζωμα που επεκράτησε από τα τέλη του 9ου αιώνα. Αίμα και νερό ρέουν από την πλευρά του. Δίπλα του, πάνω σε χωριστούς απόκρημνους βράχους, είναι στημένοι οι σταυροί των δύο ληστών, από τους οποίους σώζεται ο αριστερός, με περίζωμα στην μέση και τα χέρια δεμένα πίσω από την πλάτη. Αναγράφονται επίσης τα ονόματα των δύο συσταυρωθέντων ληστών «Γέστας» και «Δήμας», γνωστά από την απόκρυφη καινοδιαθηκική παράδοση. Στηθαίοι άγγελοι πετούν γύρω από τον σταυρό. Δίπλα στον σταυρό του Χριστού στέκονται η Παναγία, με υψωμένο το αριστερό χέρι που κρατεί μαντήλι και δείχνει προς τα μάτια της υποδηλώνοντας έτσι ότι είναι μάρτυρας της Σταύρωσης του Υιού της και ο Ιωάννης, του οποίου το αριστερό χέρι είναι κρυμμένο μέσα στο ιμάτιο. Η Παναγία δηλώνεται με τις λέξεις «Η Αγία Μαρία» (με βυζαντινό μονόγραμμα), όπως συμβαίνει πριν από την Εικονομαχία. Τρεις στρατιώτες παίζουν στα ζάρια τον άρραφο χιτώνα του Σωτήρος. Δίπλα τους είναι μπηγμένα στο έδαφος τα δόρατά τους. Στην επάνω αριστερή γωνία είναι ζωγραφισμένος κόκκινος ήλιος πάνω στο κυανόμαυρο βάθος. Στην δεξιά γωνία θα ήταν ζωγραφισμένη η σελήνη. Αξιοσημείωτη είναι η κλιμάκωση των διαστάσεων των μορφών, ανάλογα με την σημασία τους: ο Εσταυρωμένος είναι Υψηλότερος από την Θεοτόκο και τον Ιωάννη, αυτοί είναι μεγαλύτεροι από τον ληστή και μικρότεροι ακόμη είναι οι στρατιώτες. Οι αξιοσημείωτες ομοιότητες με την τοιχογραφία της Σταυρώσεως της Santa Maria Antiqua στην Ρώμη οδηγούν σε χρονολόγηση στον 8ο αιώνα.

Τοιχογραφία της Σταυρώσεως (μέσα 8ου αιώνα).
Εκκλησία Santa Maria Antiqua, Ρώμη.

ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ: O Λογγίνος και η λόγχη



  
Οι περισσότεροι έχετε ακούσει αλλά και διαβάσει για τη ζωή του Ιησού,  τη διδασκαλία του και τα θαύματα του, αλλά και τη …

σταυρική του θυσία.
Το κείμενο είναι του Δημοσθένη Λιακόπουλου από τον Τόμο 25 του Γιατί και πώς – “Οι φρουροί της Αγίας Λόγχης”.
Ακούσατε για τον Λογγίνο, τον Ρωμαίο που λόγχισε τον Ιησού για να διαπιστώσει ότι πέθανε,  ώστε να μη χρειαστεί να του σπάσουν τα πόδια πάνω στον τίμιο σταυρό.
Ας αρχίσουμε λοιπόν την ιστορία μας και ας δούμε τι είναι αυτή η λόγχη του Λογγίνου;
Τι είναι αυτή η μυστηριώδης, αιχμή του δόρατος που κάποιοι έχουν αποκαλέσει λόγχη του πεπρωμένου, ενώ άλλοι, λόγχη του Χριστού η ακόμη και Ιερή Λόγχη;
Υπάρχει ακόμα μετά από δύο χιλιάδες χρόνια, κι αν ναι, τι  παράξενες δυνάμεις έχει; Ενώ η ίδια η λόγχη μπορεί να είναι πιο παλιά από την πίστη που φούντωσε μετά τη σταύρωση του Χριστού, η γνωστή στους περισσότερους ιστορία της ξεκινά αμέσως μετά τα πάθη του.
Επιτρέψτε μου όμως να σας πω για την ιστορία της όπως δεν ειπώθηκε ποτέ πριν.
Αν θυμάστε, αφού ο Πόντιος Πιλάτος, κυβερνήτης και Υπατος της υπό ρωμαϊκής κατοχής της Ιουδαίας, δεν βρήκε ενοχές κατά του Ιησού για την όλη υπόθεση και ο Ιησούς ουσιαστικά καταδικάστηκε από το ανώτατο Εβραικό δικαστήριο.
Αυτή η ομάδα των Φαρισαίων, που δίκασε τον Ιησού, αποτελούνταν από άντρες που ήταν και κληρικοί αλλά και δικαστές και βέβαια σχεδόν όλοι τους, κάθε άλλο παρά άνθρωποι του Θεού ήταν.
Και δεν αναφέρομαι στα κλασικά πάθη που η εξουσία καλλιεργεί σε εκείνους που την κατέχουν, αλλά στο ότι οι περισσότεροι ήταν Χαζάροι από την Τάκλα Μακάν,  όργανά του ίδιου του Σαμαέλ, αλλά και των αδελφοτήτων του σκότους.
Τον ξαναπήγαν λοιπόν στον Πιλάτο, τον οποίο εξεβίασαν να τον καταδικάσει διότι αλλιώς θα τον έβγαζαν ανυπάκουο στον Καίσαρα.
Σε μια ύστατη προσπάθεια να σώσει ο Πιλάτος τον Ιησού, έδωσε την ευκαιρία στους Εβραίους, να διαλέξουν λόγου του εβραϊκού Πεσάχ ( Πάσχα ), σε όποιον επιθυμούν να δώσει χάρη.  Στον Ιησού η στον Βαραβάν. Οι Εβραίοι επέλεξαν το Βαραβά λέγοντες για τον Χριστό,  άρον άρον σταύρωσον αυτόν, το αίμα αυτού επί τας Κεφαλάς ημών και επί τας κεφαλάς των τέκνων ημών.  Έτσι κι έγινε.

Μετά λοιπόν την καταδίκη του, φόρεσαν στον Ιησού ενα αγκάθινο στεφάνι, Τον μαστίγωσαν και μετά τον ανάγκασαν να κουβαλήσει ένα βαρύ ξύλινο σταυρό, σε ένα μέρος όπου οι Ρωμαίοι εκτελούσαν τους κοινούς κακοποιούς.
Η διαδικασία της εκτέλεσης άρχισε στο οχυρό Αντωνία, όπου στεγάζονταν και το πραιτώριο, η θέση της κυβέρνησης του Πόντιου Πιλάτου κι ολοκληρώθηκε στο Γολγοθά, <κρανίου τόπος>.
Εκεί ο Ιησούς κι άλλοι δύο καταδικασθέντες,  με τα ονόματα Γέστας και Δημάς, σταυρώθηκαν στους αντίστοιχους σταυρούς για να περάσουν τη μέρα βασανιζόμενοι πάνω τους
Ο Δημάς ήταν Έλληνας και τον καταδίκασαν οι Εβραίοι, επειδή έχοντας πανδοχείο, έπαιρνε την πελατεία σε φτηνότερες τιμές και χαλούσε την <πιάτσα>. Αυτό ήταν και ο <ληστής> που σώθηκε και πήγε στον παράδεισο.
Η σταύρωση ήταν ένας ιδιαίτερα άσχημος τρόπος για να πεθάνει κανείς,  κι είχε σκοπό να προκαλέσει το μεγαλύτερο δυνατό ψυχικό και σωματικό μαρτύριο στο θύμα.
Οταν κάποιος βρίσκεται στον Σταύρο,  μπορεί,  όσο έχει δύναμη,  να σπρώξει προς τα επάνω με το ένα του πόδι για να απελευθερώσει την πίεση, που προκαλείται στο στήθος από το βάρος του σώματος, που κρέμεται από τα χέρια.
Τελικά, η δύναμη χάνεται από την εξουθένωση και το θύμα ασφυκτιά, από το ίδιο του το βάρος, καθώς συσφίγγονται οι πνεύμονες.