Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2014

Η ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΜΟΝΤΕΡΝΑΣ ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑΣ (3)



Για να κατανοήσουμε πληρέστερα την Δυτική Θεολογία του χρίσματος
VINCENZO CAPORALE. 


Η Στροφή της Καθολικής Χριστολογίας. 

Η ιστορία της Χριστολογίας εξ’αρχής παρουσιάζει δύο μεγάλα ρεύματα: το ένα ενδιαφέρεται να σώσει την αληθινή ανθρωπότητα του Χριστού (σχολή της Αντιοχείας), το άλλο ενδιαφέρεται να βεβαιώσει την ηγεμονία του Λόγου (σχολή της Αλεξάνδρειας). Μπορούμε να πούμε μάλιστα πώς αυτός ο δυαλισμός, κάτω από διάφορες μορφές και μεγέθη, συντρόφεψε πάντοτε και χαρακτήρισε την ζωή της Θεολογίας όπως επίσης και της Εκκλησίας. Δικαίως ο A.Grillmeier λέει ότι: "υπάρχει μία Χριστολογία  άνωθεν", και μία χριστολογία "από τα κάτω". Οι μέν βλέπουν πρώτα απ’όλα τα δικαιώματα της Θεότητος μέσα στον Χριστό, οι άλλοι ενδιαφέρονται για τις απαιτήσεις της ανθρωπότητος του. Μερικοί ρίχνουν το βάρος στην ενότητα, άλλοι στην διάκριση. Έτσι για παράδειγμα, πρέπει να αναγνωρίσουμε πώς η γραμμή  τής Χριστολογίας τού Σκώτους, αφιερώθηκε στην φροντίδα της υπεράσπισης της ανθρωπότητος του Χριστού, ενώ η σχολή των θωμιστών (Ακινάτη) –με την βασική τους θέση του unum esse (υπέρτατο Είναι, όπως το εφαρμόζει ο Ζηζιούλας) τόνισε την υπεροχή του Λόγου.

Τέλος πάντων είναι ένα πιστοποιημένο πλέον γεγονός πώς η παραδοσιακή χριστολογία δηλαδή η σχολαστική Χριστολογία η οποία διδάχθηκε τους τελευταίους αιώνες, παρουσιάζεται σαν μία χριστολογία "από ψηλά". Πρόκειται για μία χριστολογία δομημένη στην απαγωγική μέθοδο: διότι παίρνει το σημείο εκκινήσεως της από τον Θεό δηλαδή από την Θεοδικία, προϋποθέτει την θεότητα του Χριστού και εναρμονίζει τα πάντα με την υπερβατικότητα του Λόγου. Όποιος ρίξει μία ματιά στις παραδοσιακές πραγματείες της Χριστολογίας παίρνει την εντύπωση πώς η εικόνα του γήϊνου Ιησού προέρχεται αποκλειστικά από αξιωματικές αρχές και δεν στηρίζεται σχεδόν καθόλου στα δεδομένα του Ευαγγελίου. 

Αυτή η κατάσταση των πραγμάτων όμως, τις τελευταίες δεκαετίες γινόταν όλο και πιο ανυπόφορη. Κάτω από την πίεση της κριτικής φιλοσοφίας, της ιστορικο-κριτικής μεθόδου, της βιβλικής Θεολογίας, μερικοί καθολικοί θεολόγοι υιοθετούσαν με θάρρος την μέθοδο μίας χριστολογίας από "κάτω προς τα πάνω". Η οποία ξεκινά από την ιστορία που παρουσιάζεται στα βιβλικά δεδομένα για να χαράξει μία καινούργια εικόνα του Χριστού και να φθάσει στην θεότητα. Διότι πείσθηκαν πώς η γνώση της προϋπάρξεως του Λόγου δεν μπορεί να προηγηθεί της θρησκευτικής γνώσεως του ανθρώπου Ιησού αλλά στηρίζεται σ’αυτή. 

Το θεμέλιο και το νόημα της Χριστολογίας πρέπει να αναζητηθούν στην ιστορία του Ιησού. Αυτή η μέθοδος της Χριστολογίας «από τα κάτω», η οποία αναγνωρίζει την αποφασιστική σημασία του Ιησού της Ναζαρέτ σύμφωνα με την συγκεκριμένη του ιστορία είναι ταυτόχρονα και ερμηνευτική, καθώς δένει την ιστορική επιστήμη με την Χριστολογική ερμηνεία. [Σε τούτη την σκοτεινή εποχή αναφερόμενος ο Κύριος επέμενε να πραγματοποιήσει τα πάντα σύμφωνα με όσα είχαν γραφτεί. Διότι έφτανε η εποχή της αυτονομίας. Του διαχωρισμού της Π.Δ. από την Κ.Δ., του Χριστού από τον Ιησού, του Πέτρου από τον Ιωάννη, της Εκκλησίας από το Βατικανό. Γι’αυτό και δεν υπάρχει η Θεοτόκος. Διότι η Κ.Δ δεν πραγματοποιεί τους προφήτες και τις προφητείες, αλλά γράφει μία ενδιαφέρουσα ιστορία από τις πράξεις του Ιησού στην επί γής πορεία του]. 

Το καθήκον πλέον της μοντέρνας Χριστολογίας θα είναι να θεμελιώσει, ξεκινώντας από την ιστορία του Ιησού, την γνώση της σημασίας του για μας, που μπορεί να εκφραστεί ως εξής: Σ’ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΙΗΣΟΥ, Ο ΘΕΟΣ ΦΑΝΕΡΩΘΗΚΕ ΣΕ ΜΑΣ. [Πολύ σημαντικός ο άνθρωπος. Τον προσκύνησε και ο Θεός ακόμη]. Η νέα Χριστολογία υπογραμμίζει τις διαφορές του Θείου και του ανθρωπίνου στον Χριστό, δηλαδή απαιτεί να δοθεί στην διάκρισή τους η ίδια σπουδαιότης που δίνεται στην ένωσή τους. Ο υποστατικός δεσμός της ανθρωπότητος του Χριστού με τον Λόγο δεν μπορεί να είναι η αιτία της μειώσεως της αυθεντικότητός του (του Ιησού), η ανθρωπότης του Χριστού δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν ένα όργανο της Θεότητος χωρίς να δηλωθεί αμέσως η ηγεμονία του Λόγου και η ολοκληρωτική ή μερική παράλυση της ίδιας της ανθρωπότητος [Βλέπουμε καθαρά πόσο μοιραία απουσιάζει η συνέργεια, η εμπειρία της αγιότητος. Γι’αυτό και αυτονομούν και την ελευθερία και στήνουν τον χορό των απελευθερωτικών κινημάτων]. Σύν τω Χρόνω γίνεται όλο και πιο φανερό πώς η πηγή όλων των υπερβολών της Χριστολογίας από ψηλά, από πάνω, είναι μία ψεύτικη ερμηνεία του μυστηρίου της ενσαρκώσεως, διότι αυτό που ενδιαφέρει τον Θεό στον Χριστό δεν είναι να δράσει σύμφωνα με την θεότητά του και να επέμβει θεϊκώς μέσα στην ανθρώπινη ιστορία. Δεν θα είχε την ανάγκη της ενσαρκώσεως για να το πετύχει. Η πρώτη του πρόθεση είναι να υπάρξει και να πράξει σαν άνθρωπος μέσα σ’αυτόν τον κόσμο!

Δογματική και Βιβλική Χριστολογία. 

Όπως είπαμε, μία δυνατή ώθηση προς την νέα μέθοδο ερεύνης ήλθε από το αυξημένο ενδιαφέρον για την Αγία Γραφή και από την ανάπτυξη της Βιβλικής χριστολογίας. Μ’αυτόν τον τρόπο οι Θεολόγοι συνειδητοποιούσαν ότι:
1) Δεν αρκούσε πλέον να αποδειχθούν με κάποιο χωρίο της Γραφής οι θέσεις της συστηματικής Χριστολογίας, αλλά ήταν αρκετό και αναγκαίο να αναπτυχθούν ξεκινώντας από το σύνολό της Αγίας Γραφής. 

2) Η παραδοσιακή Χριστολογία, παρότι αντιπροσωπεύει την ακριβή έκφραση των βασικών βιβλικών μαρτυριών για τον Χριστό, δεν είναι  η συμπύκνωση και η πλήρης σύνθεση όλου αυτού που η Γραφή μας δίνει να ακούσουμε ή αντίστοιχα θα μπορούσε να μας δώσει να ακούσουμε πάνω στον Ιησού, τον Μεσσία και Υιό του Θεού (K.RAHNER). 

3) Επί πλέον η σχολαστική δογματική μάς δίνει μερικές χριστολογικές αναπαραστάσεις που δύσκολα γίνονται κατανοητές. Και είναι επομένως αναγκαίο να ανακρίνουμε την Γραφή για να αφήσουμε να μιλήσει η εικόνα τού Χριστού της Βίβλου και να την χρησιμοποιήσουμε [την εικόνα] σαν κανόνα της δογματικής Χριστολογίας, εάν είναι αλήθεια πώς η Γραφή πρέπει να είναι η πηγή της δογματικής. 

Φυσικά σ’αυτό το σημείο συναντούμε ένα μεγάλο πρόβλημα μεθόδου. Ποια σχέση υπάρχει ανάμεσα στην βιβλική χριστολογία και την δογματική; Εάν απαντήσουμε βιαστικά πώς οι δύο μορφές Χριστολογίας είναι ανόμοιες, το πρόβλημα παραμερίζεται, δεν λύνεται. Εάν όμως πιστεύουμε, όπως είναι σωστό σε μία δική τους συνέχεια, τότε πρέπει να κατανοήσουμε πώς αυτή η συνέχεια πρέπει να εννοηθεί και να πραγματοποιηθεί. Αλλά πρέπει να προσθέσουμε επίσης πώς μία κατάλληλη κατανόηση αυτής της ενότητος δεν υπάρχει ακόμη. Ακόμη και σχετικώς με τα περιεχόμενά τους αναδύονται δύσκολα προβλήματα: Να μερικά παραδείγματα που επισήμανε ο Κ.Ράνερ. 

1) Κεντρική βεβαίωση για τον Χριστό: Είναι βέβαιο πώς η διαβεβαίωση, τόσο κεντρική στην Γραφή, σύμφωνα με την οποία ο Ιησούς είναι ο Μεσσίας, και σαν τέτοιος έγινε ο Κύριος της ιστορίας του, έχει ξεπεραστεί από την μεταφυσική έννοια της Θείας Υιότητος, όπως την αναγνωρίζουμε και την εκφράζουμε εμείς, στην διατύπωση της Χαλκηδόνος;

2) Χριστολογία από χαμηλά, από κάτω: Η Χριστολογία των πράξεων των Αποστόλων, η οποία ξεκινά από κάτω, με την εμπειρία γύρω από τον Ιησού, είναι μόνον πρωτόγονη; [Ο Ιησούς όπως λένε οι άθεοι, ρωτούσε τους μαθητές του : Ποιος λένε οι άνθρωποι ότι είμαι;]. Ή μήπως αντιθέτως, στην χαρακτηριστική της ιδιαιτερότητα, μπορεί να μας πεί ακόμη κάτι που δεν έχει ειπωθεί με την ίδια διαύγεια από την κλασσική Χριστολογία; 

3) Αυθεντική ανθρωπότης του Χριστού: Η συνήθης μείωση της διατυπώσεως της Χαλκηδόνος, σύμφωνα με μία ισοπεδωτική σχολαστική ερμηνεία (και όχι σύμφωνα με την διδασκαλία της Συνόδου) δεν θα έπρεπε να επαληθευτεί από το Βιβλικό δόγμα της ενσαρκώσεως του Λόγου του Θεού στον κόλπο της Μαρίας; Αυτό το δόγμα απαιτεί να κατανοήσουμε με αυθεντικό τρόπο, ενάντια στον μονοθελητισμό, την αληθινή πρωτοτυπία του ανθρώπου Ιησού απέναντι στον Θεό, χωρίς να μειώσουμε τον Χριστό, μόνον σε μία μορφή που φανέρωσε τον ίδιο τον Θεό και μόνον αυτόν. Αντιθέτως είναι πολύ κοινή, παρότι δεν λαμβάνει καθαρά την έκφραση ενός λάθους, η αντίληψη τής ενσαρκώσεως του Θεού, που αντιλαμβάνεται το ανθρώπινο στοιχείο μόνον σαν το ένδυμα το οποίο χρησιμοποιεί για να σημειώσει την παρουσία του ανάμεσα μας χωρίς να καλύπτει την πρωτοτυπία του και την αυτονομία του, λόγω του γεγονότος ότι προσελήφθη από τον Θεό [σε κατάσταση εσχάτου ανοησίας, αποδίδουν στον Κύριο αυτό που ισχύει στους πιστούς Του, διότι έχουν καταργήσει το Βάπτισμα. Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε Χριστόν ενεδύσασθε. Όπως εμείς ντυνόμαστε τον Κύριο λοιπόν. Κυρίως όμως όπως οι Ινδουϊστές ντύνονται το σώμα και μετά τό ξεντύνονται για το Νιρβάνα, έτσι, αναλόγως, ο Χριστός ντύθηκε τον άνθρωπο. Ούτε Άγιος υφίσταται, ούτε προφήτης, ούτε η Θεοτόκος].

Πρέπει να αναγνωρίσουμε την σταθερή απειλή της μυθολογίας και τού μονοφυσιτισμού και επομένως να προσφύγουμε στην αντιπαράθεση με τον πραγματισμό της Αγίας Γραφής, που εξασφαλίζει την πρωτοτυπία τής ανθρώπινης Ιστορίας του Ιησού μπρός στον Θεό και είναι προς αυτόν προσανατολισμένη. 

Σχόλιο: Μέχρι σήμερα γνωρίζαμε πώς έχουμε διαφορετική Εκκλησία. Τώρα φανερώνεται ξεκάθαρα πώς πίσω από την ετερότητα της Εκκλησίας κρυβόταν άλλος Θεός. Δεν πρόκειται για τον κίνδυνο της Σωτηρίας μας, αλλά για άλλον Θεό, εκτός του Κυρίου. Γιά μιά νέα ειδωλολατρία, τήν ανθρωπολογία.

Βοήθειά μας. 

Αμέθυστος

Η ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΜΟΝΤΕΡΝΑΣ ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑΣ (2)



Για να κατανοήσουμε πληρέστερα την Δυτική Θεολογία του χρίσματος

VINCENZO CAPORALE. 
 
ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΓΕΝΕΣΗ ΤΗΣ ΜΟΝΤΕΡΝΑΣ ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑΣ. 

Για να τοποθετήσουμε και να κατανοήσουμε καλύτερα τις τάσεις της συγχρόνου Χριστολογίας θα προσπαθήσουμε να περιγράψουμε δύο ρεύματα σκέψης, ένα που ανεπτύχθη στους κόλπους της καθολικής Θεολογίας και ένα άλλο στο εσωτερικό της προτεσταντικής Θεολογίας.

Μπορούμε να πούμε πώς η γέννηση της νέας Χριστολογίας φέρει το σημείο μίας διπλής αντίδρασης: από το ένα μέρος αντίδραση εναντίον της μεθόδου της φιλελεύθερης προτεσταντικής κριτικής και από το άλλο αντίδραση ενάντια στην απαγωγική μέθοδο της καθολικής Θεολογίας. 


Η ΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑΣ. 

Η φιλελεύθερη σχολή είχε την απαίτηση να οικοδομήσει την Χριστολογία με ιστορικο-θετικιστική μέθοδο, αφήνοντας κατά μέρος την υπερβατικότητα της πίστεως. Η εικόνα του Χριστού που προέκυψε από τον φιλελευθερισμό ήταν μία επιστημονική αφαίρεση, αντικειμενική και ουδέτερη, πάνω στην οποία -γινόταν η σκέψη- μπορούσε με σιγουριά να ακουμπήσει η πίστη. Στην πραγματικότητα ήταν ανίκανη να προτείνει τον αυθεντικό Χριστό της σωτηρίας. 

Στις αρχές όμως του αιώνος μας μία μεταστροφή των ερευνών ρίχνει νέο φώς στην Χριστολογική προβληματική. Ο Martin Kahler, οJulius Wellhausen, o Albert Schweitzer φτάνουν στο συμπέρασμα πώς δεν υπάρχει η παραμικρή ελπίδα να επανασυσταθεί η Χριστολογία στην βάση της ιστορικής μεθόδου, διότι τα Ευαγγέλια δεν είναι ιστορικές μαρτυρίες για τον Ιησού, αλλά μόνον μαρτυρίες της πρώτης Εκκλησίας. Ενώ ο αυθεντικός Χριστός είναι εκείνος του κηρύγματος, τον οποίο μπορούμε να συναντήσουμε και εμείς σήμερα στο κήρυγμα. Η φιλελεύθερη θεολογία παίρνει την χαριστική βολή από τον Karl Barth ο οποίος στα 1919 δημοσιεύει το κείμενο του «Επιστολή προς Ρωμαίους». Σε κάθε ιστορική έρευνα πάνω στον Ιησού, παρουσιαζόμενο σαν ένα ηθικό και θρησκευτικό ιδεώδες στην ανθρωπότητα, αντιθέτει την απόλυτη υπερβατικότητα του λόγου τού Θεού και της πίστεως. Μόνον ο ίδιος ο Λόγος του Θεού, μέσω της Γραφής και το κήρυγμα της Εκκλησίας, συμβουλεύει τον άνθρωπο. Η πίστη δεν μπορεί να θεμελιωθεί στην ανθρώπινη ιστορική έρευνα. 

Ο R. Bultmann μεταλλάσσει από τον Μπάρτ την διαλεκτική τού λόγου και της απαντήσεως και προσπαθεί να την εκφράσει μέσα στις υπαρξιακές κατηγορίες της φιλοσοφίας του Χάϊντεγκερ, απομακρυνόμενος από τόν Μπάρτ. Ο Χάιντεγκερ στην υπαρξιακή του φιλοσοφία αναλύει την ίδια την δομή του ανθρώπινου Είναι: Ο άνθρωπος είναι το όν που έχει την δύναμη να αυτοκαθορισθεί «αποφασίζοντας» ελεύθερα να συλλάβει την ύπαρξή του, μ’έναν τρόπο ή με κάποιον άλλο, απέναντι στον θάνατο. 

Η ουσία του ανθρώπου λοιπόν συνίσταται στην απόφαση : «η αξία του ανθρώπου για τον Ιησού δεν καθορίζεται από οποιαδήποτε ανθρώπινη ποιότητα ή από την ικανότητα της ψυχικής του ζωής, αλλά αποκλειστικά από τον τρόπο της αποφάσεως του, δηλαδή πώς αποφασίζει να είναι η ύπαρξή του, εδώ και τώρα. Ο Ιησούς βλέπει λοιπόν τον άνθρωπο σαν κάποιον που βρίσκεται εδώ και τώρα στην απόφασί του, με την δυνατότητα να καθοριστεί μέσω της ελεύθερης πράξης του. Μόνον αυτό που πραγματοποιεί ο άνθρωπος τώρα τού δίνει την αξία του. Και αυτή η κατάσταση της αποφάσεως προκύπτει για τον άνθρωπο από το γεγονός πώς το μελλοντικό βασίλειο του Θεού πέφτει πάνω του και τον σφραγίζει» (Μπούλτμαν, ο Ιησούς). 

Το κήρυγμα λοιπόν διαπερνά τον άνθρωπο προτείνοντας του μία καινούργια δυνατότητα να συλλάβει την ύπαρξί του μπρός στον Θεό, να αποφασίσει με την πίστη γι’αυτή την νέα ύπαρξη εν Κυρίω, δηλαδή να αναγνωρίσει πώς η σωτηρία μας προσφέρεται από τον Θεό στον Ιησού Χριστό, και πιο συγκεκριμένα στον θάνατό του, και στην ανάστασή του, σαν το νόημα του θανάτου! 

Τοιουτοτρόπως ο άνθρωπος εισέρχεται στην αυθεντική ύπαρξη. Επομένως όλα όσα μπορούμε να γνωρίσουμε από την άποψη της ιστορίας και της βιογραφίας σχετικά με τον Ιησού, έχει πολύ μικρή ή καμμία σπουδαιότητα για την πίστη μας, μπορούν να είναι μόνον μία χρήσιμη ευκαιρία να κατανοήσουμε την νέα ύπαρξη που είναι η πίστη. Δηλαδή η Χριστολογία λύνεται και χάνεται σ’αυτή την νέα «κατανόηση της υπάρξεως».

Με τον Μπούλτμαν καταρρέει το ιδεώδες της δυνατότητος μίας καθαρά αντικειμενικής ανάγνωσης της Γραφής και παίρνει την θέση του η ανθρώπινη υποκειμενικότης. Η προσοχή μετατίθεται πλέον στην αποκάλυψη, στην ενέργεια του Θεού στον Χριστό, και στην σφραγίδα που εντυπώνει πάνω στην ύπαρξη του ανθρώπου [ας προσέξουμε ότι το σφράγισμα του Αντιχρίστου που έρχεται, ριζώνει στο χρίσμα που υποτίθεται δέχθηκε ο Χριστός στην Βάπτιση του. Στο γεγονός δηλαδή ότι δεν αποκάλυψε η Αγία Τριάδα πώς ο Ιησούς Χριστός είναι ο αναμενόμενος από τον Εβραϊκό λαό Μεσσίας, αλλά του έδωσε το Άγιο Πνεύμα ίσως ολόκληρο εκείνη την στιγμή το οποίο τον ανέστησε στην συνέχεια. Με τον υπαρξισμό του Χάϊντεγκερ, του Ζηζιούλα και του Γιανναρά και την μεταφορά τών πάντων στο ΕΔΩ και ΤΩΡΑ, το σφράγισμα του Αντιχρίστου που θα βοηθήσει την επιβίωση μας ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΩΡΑ, είναι η πρόοδος του χρίσματος. ΤοDasein ολοκληρώνει την ταυτότητα του με το σφράγισμα].

Δεν πρόκειται για μία μετάδοση μίας διδασκαλίας, για την αναμετάδοση γεγονότων, αλλά για την εννοιολόγηση της ανθρώπινης καταστάσεως, της δυνατότητος και της πραγματικότητος τής βιωμένης του υπάρξεως….Όταν Εγώ ανακρίνω ένα κείμενο, είμαι εγώ ο ίδιος που ανακρίνομαι. Όλα μειώνονται σ’αυτό που σημαίνει ο Χριστός για τον άνθρωπο, στην συνείδησή που αποκτά ο άνθρωπος του εαυτού του, μπροστά στον Θεό εν Κυρίω, στην αυτογνωσία τού ανθρώπου σαν υπάρξεως της πίστεως, στον Χριστό. 

Αυτή όμως είναι μία συζήτηση μεθόδου, η οποία δεν αφορά μόνον την Χριστολογία αλλά καλύπτει ολόκληρη την Θεολογία (και την Καθολική επίσης), καθότι αναδεικνύει το ξεπέρασμα της φιλελεύθερης μεθόδου ερμηνείας. Επιθυμούμε να πάμε πέραν της απλής φιλολογίας, του άγονου επιστημονισμού του ακαδημαϊκού Θετικισμού. Εκείνο που θέλουμε είναι μία δογματική εξήγηση, θεολογική, σοβαρή και εν τέλει Χριστοκεντρική.

Ανεξαρτήτως της σφοδρής κριτικής που δέχθηκαν οι θέσεις του Μπούλτμαν, η ουσία της έρευνας του σημαδεύει ένα σημείο της Χριστολογίας από το οποίο δεν υπάρχει επιστροφή. 

Συνεχίζεται 

Αμέθυστος.

ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΜΟΝΤΕΡΝΑΣ ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑΣ (1)


Για να κατανοήσουμε πληρέστερα την Δυτική Θεολογία του χρίσματος
 
VINCENZO CAPORALE. 

Μπορούμε να ορίσουμε την Χριστολογία ή με όρους πιο παραδοσιακούς σαν έναν στοχασμό πάνω στο πρόσωπο ή στην Φύση του Χριστού (με στατική-οντολογική έννοια) ή με όρους πιο μοντέρνους, σαν μία ερμηνεία του προσώπου ή του σωτηριώδους έργου του Ιησού της Ναζαρέτ (με δυναμική λειτουργική έννοια). 

Στην πραγματικότητα όμως δεν υπάρχει μόνο μία Χριστολογία αλλά διαφορετικές. Η ιστορία της Εκκλησίας και της Θεολογίας καταγράφει εξ’αρχής πολλές χριστολογίες. Ήδη στο εσωτερικό της Βίβλου υπάρχουν διάφορες: η Χριστολογία του Ματθαίου δεν είναι σαν του Ιωάννη. Μάλιστα ο ίδιος ο Παύλος ομιλεί διαφορετικά στις επιστολές προς τους Κορινθίους και στην επιστολή προς τους Κολοσσαείς. Οι εξηγητές όμως μιλούν επίσης και για ενότητα της ποικιλίας. Διότι τους έγινε κατανοητό πώς ναι μεν στην Κ.Δ. υπάρχουν διαφορετικές χριστολογίες, αναλόγως των διαφόρων γραπτών, οι οποίες όμως δεν διαφοροποιούνται απολύτως μεταξύ τους, συνιστώντας μάλιστα την ανάπτυξη του μοναδικού μυστηρίου τού Χριστού και μάλιστα σ’αυτή την ανάπτυξη, σχηματίζουν μία ενότητα. 

Τα προβλήματα όμως στην συνέχεια αυξάνουν όταν ο λόγος επεκτείνεται στην συνέχεια ανάμεσα στις βιβλικές χριστολογίες και τις χριστολογίες των Συνόδων. Έχει συγκεντρωθεί πλέον μία τόσο μεγάλη ποσότητα υλικού που χάνεται σιγά-σιγά η βεβαιότης στην δυνατότητα μίας συνθέσεως και συστηματοποιήσεως των βιβλικών δεδομένων για τον Ιησού, τα διδάγματα των Συνόδων και τις θεωρίες των σχολαστικών δασκάλων. Σήμερα άμεση σύνθεση αυτών των χριστολογιών φαίνεται αδύνατη. 

Έτσι μία θεωρία της Χριστολογικής παραδόσεως δεν είναι ακόμη δυνατή, διότι εκτός των άλλων η μελέτη της ιστορίας αυτής της παραδόσεως μόλις άρχισε.
Τι να πούμε όμως για την μοντέρνα Χριστολογία; Το κάδρο χρωματίζεται με ανταύγειες ακόμη πιο διαφορετικές και πολύ συχνά μάλιστα και αντιφατικές μεταξύ τους. Ιδιαιτέρως δε αν θέλουμε να αγκαλιάσουμε ταυτόχρονα και την καθολική Θεολογία και την Προτεσταντική. Μιλώντας για Θεολογία ή χριστολογία μοντέρνα, θέλουμε να αναφερθούμε στην περίοδο που ξεκινά μετά το τέλος του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, δηλαδή γύρω στο 1920. Θα μπορούσαμε να πούμε με συντομία: «Στις καθολικές διατριβές των πρώτων δεκαετιών αυτού του αιώνος, η Χριστολογία δεν υπέστη αλλαγές πολύ βασικές. Προσφάτως όμως σημειώθηκε μία πρόοδος στην έρευνα. Οι έρευνες των προτεσταντών όμως, ακόμη από το 1920 είχαν ανοίξει στις πιο αντιθετικές και αντιρρητικές δηλώσεις». 


ΠΟΙΑ ΣΥΝΘΕΣΗ; 

Τι σημαίνει η συνθετική μας πρόθεση τής μοντέρνας Χριστολογίας; Σημαίνει πώς δεν μπορούμε να εγκαταλείψουμε την ιδιαίτερη λειτουργία του Θεολόγου, ο οποίος χωρίς να προδώσει την εξηγητική και την ιστορία, πρέπει να προσπαθεί σταθερά να επαναφέρει την κίνησή του Θεολογικού στοχασμού στην ενότητα! Να συνεισφέρει άμεσα στον σχηματισμό ενός συστηματικού κριτηρίου. 

Αυτή η σύνθεση μπορεί να εννοηθεί με διάφορους τρόπους: ήνα εξετάσουμε όλους όσους ασχολήθηκαν με την Χριστολογία ή να φτιάξουμε έναν κατάλογο με τα χριστολογικά θέματα ή ερωτήματα και των απαντήσεων που δόθηκαν ή να ενοποιήσουμε τον λόγο μας, επαναφέροντας στην ρίζα τους τα συγκεκριμένα προβλήματα. Επιλέγουμε τον τρίτο τύπο συνθέσεως. Και αναρωτιόμαστε: υπάρχει και εάν υπάρχει ποιος είναι ο άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφεται όλη η μοντέρνα Χριστολογική προοπτική; Με άλλα λόγια: υπάρχει και εάν υπάρχει ποιο είναι το αντικείμενο και η ιδιαίτερη μέθοδος της έρευνας της Χριστολογίας, τις τελευταίες δεκαετίες; 

Μπορούμε να πούμε αμέσως πώς ξεχωρίσαμε το σημείο κλειδί για να εισέλθουμε με σιγουριά στο σύνθετο οικοδόμημα της Χριστολογίας των χρόνων μας, το οποίο είναι η εκπληκτική προσοχή με την οποία οι σύγχρονοι Θεολόγοι στράφηκαν προς τον άνθρωπο και στα προβλήματά του, σ’ ένα ιστορικό-υπαρξιακό πλαίσιο. 

Αισθάνθηκαν έντονα το κάλεσμα της συγχρόνου κουλτούρας. Η οποία όμως από τον Καρτέσιο μέχρι τον Χάιντεγκερ και τον μαρξισμό, είναι επικεντρωμένη στον άνθρωπο. Είναι αλήθεια πώς η ανάγκη μίας ανθρωπολογικής έρευνας εμφανίζεται ήδη στους Πατέρες, στους πνευματικούς συγγραφείς, όπως και στους σχολαστικούς. Όμως ο μαρξισμός, έβγαλε τα συμπεράσματά τού μηδενισμού που σχεδιάστηκε από τον Χέγκελ και τον Νίτσε και μεταμόρφωσε την Θεολογία σε ανθρωπολογία. Απαιτώντας δικαιοσύνη για τον άνθρωπο ενάντια στον Θεό, ο οποίος τον αποξένωνε και επέτρεπε την εκμετάλλευση του.

Χριστολογία και ανθρωπολογία. 

Δεν πρόκειται για μία εξωτερική σχέση, ίσως δευτερεύουσα, σαν να επρόκειτο για μία γειτνίαση ανάμεσα στην Χριστολογία και την ανθρωπολογία, θεωρημένες σαν δύο αυτόνομους λόγους και μάλιστα τέλειους κάθεαυτούς. Αλλά για μία εσωτερική και ουσιαστική εμπλοκή, τέτοια που μπορούμε να πούμε πώς η ομιλία για το ένα μέρος δεν γίνεται χωρίς να εμπλακεί αναγκαίως και το άλλο μέρος. Θέλουμε να πούμε πώς ο ένας όρος εισέρχεται εκ της φύσεως του και αμοιβαίως μάλιστα στον ορισμό του άλλου όρου, καθότι η ανθρωπολογία και η χριστολογία εξαρτώνται και φωτίζονται η μία από την άλλη. 

Η Χριστολογία δεν προστίθεται απ' έξω στην μεταβλητή ανθρωπολογία σαν μία δυνατή και πιο λεπτομερής διευκρίνηση της. Αλλά τα δύο πεδία επηρεάζονται και αλληλεπιδρούν: ότι υπάρχει ο άνθρωπος και ότι υπάρχει έτσι, αυτό είναι ήδη μία διάσταση της Χριστολογίας, καθότι η ύπαρξη και η ιστορία του ανθρώπου στο γεγονός-Χριστός αποκτούν εκείνη την πραγματοποίηση για την οποία υπάρχουν εν δυνάμει γενικώς. Η Χριστολογική ανθρωπολογία μπορεί και να μην εκληφθεί σαν ταυτολογία, σ’αυτή την περίπτωση όμως, αυτά τα δύο εννοιολογικά περιεχόμενα δεν πρέπει να θεωρηθούν σαν προσθετικά, το ένα δίπλα στο άλλο. Διότι αυτό το εννοιολογικό σύνολο μας δείχνει πώς η κοσμική αυτοαποκάλυψη τού Θεού στον Ιησού Χριστό και η εκφραστική ικανότης της ανθρώπινης υπάρξεως είναι εσωτερικώς υποταγμένες σ’αυτή την αυτοαποκάλυψη. 

Δηλώνοντας πώς συναντούμε στο ενδιαφέρον για τον συγκεκριμένο άνθρωπο, τον ιστορικά υπαρκτό, το αντικείμενο και την ιδιαίτερη μέθοδο της συγχρόνου Χριστολογικής έρευνας, βεβαιώνουμε την ταυτότητα ανάμεσα στην αντικειμενική αρχή (περιεχόμενο) και την τυπική αρχή, φορμάλε (μέθοδος) της νέας Χριστολογίας. Η μεθοδολογική αυτή αρχή, σε ένα Χριστοκεντρικό όραμα, βρίσκεται πλέον σε χρήση σε όλη την Θεολογία. Έτσι θα μιλήσουμε περισσότερο για θέματα μεθόδου. 

Η ιδέα πώς ο στοχασμός σχετικά με τον Ιησού Χριστό είναι το κέντρο κάθε Χριστιανικής Θεολογίας κατακτά όλο και περισσότερο τις συνειδήσεις. Ταυτόχρονα όμως πρέπει να ανοίξει ο δρόμος και στήν μεθοδολογική συνέπεια αυτής τής τόσο γόνιμης εμπνεύσεως, που μπορούμε να την εκφράσουμε μ’αυτόν τον τρόπο: η Χριστολογία υποβάλλει την μέθοδο αυτής της Θεολογίας. Δεν θέλουμε να πούμε πώς η πίστη στον Θεό, δεν μπορεί ή δεν πρέπει να προηγείται της πίστεως στον Ιησού Χριστό: λέμε μόνον πώς σαν Χριστιανοί, γνωρίζουμε τον Θεό στο μέτρο και με τον τρόπο με τον οποίο απεκαλύφθη στον Ιησού Χριστό! «Και είναι φανερό επίσης πώς εάν ο Χριστός είναι το κέντρο, το τέλος δεν είναι άλλο από τον ίδιο τον Θεό (1 Κορ 15, 28). [Ανύπαρκτος λόγος στην Κ.Δ. ο Παύλος λέει: Διότι επειδή διά μέσου ανθρώπου ήλθε ο θάνατος, διά μέσου ανθρώπου ήλθε καί η ανάστασις των νεκρών… Εν τω Χριστώ όλα θα ζωοποιηθούν. Έκαστος δε εν τω ιδίω τάγματι. Απαρχή Χριστός, έπειτα οι Χριστού εν τη παρουσία αυτού. Έπειτα το τέλος, όταν παραδώση την βασιλείαν εις τον Θεόν και Πατέρα, όταν θα καταργήση κάθε αρχήν και κάθε εξουσίαν και δύναμιν… αλλοιώς τι θα κάνουν οι βαπτιζόμενοι υπέρ των νεκρών; Εάν οι νεκροί δεν ανασταίνωνται καθόλου, τι και βαπτίζονται υπέρ των νεκρών: …ει νεκροί ούκ εγείρονται, φάγωμεν και πίωμεν, αύριον γάρ αποθνήσκομεν…(Αυτή είναι η ουσία του καπιταλισμού. Την οποία εξέφρασε τέλεια ο Χάιντεγκερ, γεννώντας τον υπαρξισμό. Ο άνθρωπος είναι προς τον θάνατον).] [Η ανθρωπότης έμαθε το μάθημά της από τον άφρονα πλούσιο, ο οποίος γεμάτος υλικά αγαθά είπε στην ψυχή του: Φάε, πίε, ευφραίνου. Και πέθανε. Χωρίς ίχνος μετανοίας η Δυτική ανθρωπότης λέει στην ψυχή της: Φάε, πίε, ευφραίνου γιατί αύριο πεθαίνουμε. Η Ανατολή δεν πεθαίνει, είναι αφασία].

Θα αρχίσουμε λοιπόν μέσω του Χριστού, με τον ίδιο τρόπο που μπορούμε να γνωρίσουμε μέσω Αυτού: το τέλος είναι ο Θεός και η θέωσή μας (Y.  CONGAR). Ο Ιησούς Χριστός δεν μπορεί να γίνει κατανοητός παρά μόνον από την άποψη τής σχέσεως του με τον Θεό. Η ιδιαιτερότης της Χριστολογικής γλώσσας, γίνεται, εκ φύσεως, Θεολογία. «Σήμερα δεν μπορούμε να μιλήσουμε αληθινά πλέον για τον ίδιο τον Θεό, χωρίς να μιλήσουμε ταυτόχρονα, για τον Ιησού. Γι’αυτόν τον λόγο η Θεολογία, και η Χριστολογία, η Επιστήμη του Θεού και η επιστήμη του Ιησού λαμβανομένου σαν τον Χριστό, είναι στενά ενωμένες (W PANNENBERG). 

Συνεχίζεται 

Δεν μπορούμε να μιλήσουμε πλέον για κενοδοξία, αλλά για αεροδοξία. Νέος στίβος, στον οποίο αγωνιζόμενοι οι άνθρωποι γίνονται σκίτσα, σαν τον Μάικλ Τζάκσον. Σήμερα οι άνθρωποι,  γεννιούνται άνθρωποι καί εκούσια πεθαίνουν σκίτσα. 

Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΤΗΝ ΖΩΗ ΤΟΥ ΠΙΣΤΟΥ ΤΟΥ

Η ορθόδοξη απάντηση στήν βιβλική επιστήμη πού θεμελίωσε στήν θεολογία ο Αγουρίδης 

 Άγιος Συμεών Λόγος όγδοος 


Αμέθυστος

Δυστυχώς διαλέξαμε τόν θάνατο.



Ο Χριστός είναι η ζωή, η πηγή της ζωής, η πηγή της χαράς, η πηγή του φωτός του αληθινού, το παν. Όποιος αγαπάει τον Χριστό και τους άλλους, αυτός ζει τη ζωή. Ζωή χωρίς Χριστό είναι θάνατος, είναι κόλαση, δεν είναι ζωή. Αυτή είναι η κόλαση, η μή αγάπη. Ζωή είναι ο Χριστός. Η αγάπη είναι η ζωή του Χριστού. Ή θα είσαι στη ζωή ή στο θάνατο. Από σένα εξαρτάται να διαλέξεις.

 Άγιος Πορφύριος
ΣΧΟΛΙΟ: Απορούν οι Ελληνες εδώ καί καιρό. Καλά νά μάς κλέψουν τό βιός μας, αλλά καί τήν μνήμη μας;; Τήν ιστορία μας;; Η Μνήμη είναι η έδρα τής ταυτότητός μας. Τότε;; Διαλέξαμε τό Εγώ γιά ταυτότητα, είναι απλό. Καί τό εγώ διαθέτει κοντή μνήμη. Ριζώνει στό μοντέρνο καί στό πρόσκαιρο. Βουτήξαμε πιό βαθειά στήν λήθη τής αληθινής πατρίδος καί αντί νά επιστρέφουμε στήν α-λήθεια πού σώζει, πήραμε τούς δρόμους τού Αλτσχάιμερ, επιστρέφοντας στήν μήτρα πού μάς γέννησε γιά τόν θάνατο. Μάς είχε προειδοποιήσει ο Κύριος. Θά πάρω από αυτόν πού νομίζει πώς έχει καί θά τά δώσω σ' αυτόν πού έχει.

Αμέθυστος

Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2014

Το νόημα της ζωής, του μοναχού Μωυσή Αγιορείτη, Γράφει ο Zoiforos.GR


Το νόημα της ζωής
του μοναχού Μωυσή Αγιορείτη
από την εφημερίδα «Μακεδονία», 28/08/2011
Αν τη ζωή τη χρησιμοποιήσουμε με σεβασμό, περίσκεψη και φειδώ είναι σίγουρα αρκετά μεγάλη. Ο άνθρωπος γενικά δεν εκτιμά τον χρόνο, τον αφήνει να κυλά ανεκμετάλλευτα, τον σπαταλά εύκολα, δεν τον αξιοποιεί, δεν τον χρησιμοποιεί χρήσιμα. Οι άνθρωποι ζουν συχνά ως επιγείως αθάνατοι. Δεν εξαγοράζουν τον καιρό, παρά το ότι οι ημέρες είναι αρκετά πονηρές. Ο χρόνος μακραίνει όσο ο άνθρωπος αυξάνεται πνευματικά, όσο πλησιάζει το βάθος και την ιερότητα του νοήματος της ζωής.
Μερικοί γέρασαν χωρίς να ζήσουν όντας γέροι και νέοι γέρασαν προτού να μεγαλώσουν. Φοβούνται τον θάνατο, παρότι δε γνωρίζουν να ζήσουν. Χάνουν τη ζωή μέσα από τα χέρια τους δίχως να τη ζήσουν. Δεν ξέρουν ούτε τι είναι ζωή, ούτε τι είναι θάνατος, ούτε πιο είναι το ουσιαστικό νόημα της ζωής του ανθρώπου. Τον θάνατο πιο πολύ τον φοβούνται όσοι ελέγχονται από τη συνείδησή τους, όσοι δεν βελτίωσαν την πνευματική τους ταυτότητα, όσοι παρασύρθηκαν από τις ηδονές του βίου. Η πνευματικότητα του ανθρώπου αντιστέκεται ισχυρά στη φθορά και στη βλαπτικότητα που μπορεί να προκαλέσει ο χρόνος. Η γαλήνη στην ψυχή του ανθρώπου μπορεί να σκηνώσει μόνιμα μόνον κατόπιν σκληρού διωγμού της κακίας. Η εμπιστοσύνη στη θεία πρόνοια θα συνδράμει σημαντικά σ’ αυτή την επίτευξη.
Ο φιλόσοφος Σενέκας λέγει πως «το θέμα όμως δεν είναι ότι έχουμε λίγο χρόνο ζωής, αλλά ότι σπαταλάμε μεγάλο μέρος του». Αν ο άνθρωπος παρασυρθεί στο κυνηγητό της ηδονής, της πολυτέλειας, της δόξας και της ευδαιμονίας δεν θα καταλάβει πώς πέρασε μια ολόκληρη ζωή. Η ακόρεστη φιλοχρηματία, η μέθη, η οκνηρία, η φιλοδοξία, η απληστία, η ραδιουργία ταλαιπωρούν πολύ τον εραστή τους. Τα πάθη δεν αφήνουν τον εργάτη τους να δει την αλήθεια. Οι απολαύσεις καθηλώνουν τον άνθρωπο χαμηλά και δεν τον αφήνουν να ανυψωθεί από τα γήινα. Πολλοί θαυμάζουν τους πλούσιους, δεν γνωρίζουν όμως τι φουρτουνιασμένες θάλασσες κουβαλούν μέσα τους. Πολλοί λίγοι θα μπορούσαν άνετα να πουν πως είναι ευχαριστημένοι με τον εαυτό τους αρκετά. Δεν του έδωσαν τον χρόνο που δίκαια ήθελε, δεν τον άκουσαν προσεκτικά, δεν τον είδαν κατάματα, δεν τον ανέκριναν αυστηρά, δεν τον γνώρισαν ποτέ καλά. Για αυτό δεν ήσουν ήρεμος, ατάραχος, άφοβος και υπομονετικός. Λησμονήσαμε για τα καλά ότι είμαστε θνητοί και περαστικοί από εδώ.
Όσο και αν ξεγελά με διάφορους τρόπους ο άνθρωπος τον εαυτό του, πάντα κατά βάθος θα ζητά την πραγματική ανάπαυση. Ένας σοφός ρωμαίος αυτοκράτορας χαιρόταν και μόνο στη σκέψη του πότε θα απαλλαγεί του μεγαλείου του θρόνου του για να αναπαυθεί αληθινά. Όταν ο άνθρωπος ασχολείται με πολλά, μεριμνά και τυρβάζει, δεν μπορεί να συγκεντρωθεί κάπου και να αποδώσει, δεν έχει καιρό να ζήσει ελεύθερα. Πολύ συχνά οι άνθρωποι είναι κουρασμένοι από το παρελθόν και το παρόν. Προσπαθούν να ζήσουν ένα καλύτερο μέλλον, δίχως να κάνουν όμως τίποτε το σημαντικό γι’ αυτό. Η ζωή κυλά και ο άνθρωπος βυθισμένος στις πολλές ασχολίες του δεν τον παρατηρεί. Απορεί πώς πέρασαν τόσο γρήγορα τόσα χρόνια. Πιο σύντομη βρίσκουν τη ζωή σίγουρα οι πολυάσχολοι άνθρωποι.
Στη ζωή δίνουμε εξετάσεις. Αν νικήσαμε τα πάθη μας, αν αγαπήσαμε την αγάπη, αν μισήσαμε την κακία, αν γνωρίσαμε τον εαυτό μας, αν συναντήσαμε τον Θεό. Τότε έχουμε βρει τον σκοπό, τον στόχο, το νόημα της ζωής. Έχουμε κερδίσει τις εξετάσεις. Αισθανόμεθα μύρο αιωνιότητος. Δε φοβόμαστε τον θάνατο. Δε μας κουράζει η ζωή. Μετανοούμε Ελπίζουμε. Χαιρόμαστε.
Πηγή: http://www.makthes.gr/news/permanent/79276/


Χριστιανισμός και ελληνισμός, του μοναχού Μωυσή Αγιορείτη, Γράφει ο Zoiforos.GR


Χριστιανισμός και ελληνισμός
του μοναχού Μωυσή Αγιορείτη
από την εφημερίδα «Μακεδονία», 11/9/2011
Από καιρό γίνεται συστηματική προσπάθεια από ορισμένες γνωστές ομάδες να διασαλευθεί η μακραίωνη και ενιαία πνευματική και πολιτισμική ιστορία του Γένους των Ελλήνων. Με συντονισμό, εμπάθεια και ατεκμηρίωτες θέσεις γίνεται σφοδρός αγώνας κατά της δύο χιλιάδες χρόνια δυνατής παρουσίας του χριστιανισμού στον ελληνικό κόσμο. Θέλουν επίμονα να μας πουν και να μας πείσουν ότι ο χριστιανισμός είναι ξένος προς την παράδοσή μας και προσπαθούν να επαναφέρουν το μυθικό δωδεκάθεο.
Τις ιδέες αυτές παρουσιάζουν διανοητές, αρθρογράφοι και ομιλητές με φαιδρά επιχειρήματα. Ας σημειωθεί παρενθετικά πως το δωδεκάθεο το αμφισβητούσαν ακόμη και οι μεγάλοι, αρχαίοι έλληνες φιλόσοφοι, λέγοντας πως δεν είναι δυνατόν το θείο να είναι εμπαθές. Οι μοντέρνοι αυτοί άθεοι βρήκαν καταφύγιο σε θεούς με μίση, κακίες, ζηλοφθονίες, φονικά και άγια πάθη.
Ξαφνικά οι άθεοι έγιναν πιστοί θεών απίστων. Έχουν μεγάλη έχθρα και εκδικητικότητα κατά του χριστιανισμού και των χριστιανών και δεν χάνουν καμία ευκαιρία να κατηγορήσουν και να συκοφαντήσουν. Φθάνουν μάλιστα εύκολα να διαγράφουν την πλούσια σε προσφορά και επιτεύγματα ελληνοχριστιανική περίοδο. Να ταυτίζονται με τους εχθρούς της φυλής μας, τους κατηγόρους του βυζαντινού θαύματος.
Θέλουν να μας πείσουν με αποδεικτικά στοιχεία ανύπαρκτα ότι ο χριστιανισμός είναι μεγάλος εχθρός του ελληνισμού. Μιλούν για εβραιογέννητο και εβραιοκίνητο χριστιανισμό, που καταπιέζει μέχρι σήμερα τους Έλληνες. Όλοι αυτοί κινούνται με άνεση ανενόχλητοι, θέλοντας να διχάσουν τον ελληνικό λαό, να τον κάνουν να αρνηθεί την πίστη του. Προς τούτο χρησιμοποιούν όλα τα μέσα προς επηρεασμό των αδαών. Σε μια περίοδο που η χώρα μας έχει μεγάλη ανάγκη από ενότητα και σύμπνοια ανίερες ενέργειες, όπως αυτές, που τις τορπιλίζουν, θα πρέπει να είναι καταδικαστέες. Ο καθηγητής κ. Λ. Σκόντζος ορθά αναφέρει πως “είναι βεβαίως απαράδεκτο κάποιοι πολίτες να μονοπωλούν τον τίτλο του Έλληνα είτε με βάση τις θρησκευτικές τους ιδιαιτερότητες είτε με βάση τις πολιτιστικές τους επιλογές. Είναι επίσης απαράδεκτο να ορίζεται ως Έλληνας ο οπαδός της αρχαίας θρησκείας, την οποία είχαν αποκηρύξει οριστικά οι Έλληνες εδώ και δεκαέξι αιώνες και να απαιτείται η αφαίρεση της ελληνικότητας από τον πιστό της ορθοδοξίας, η οποία υπάρχει, ως δευτέρα φύση στον ελληνικό λαό, χωρίς διακοπή εδώ και χίλια εξακόσια χρόνια!”
Οι πλείστοι των θεμελιωτών του νεοελληνικού κράτους ήταν πιστά τέκνα της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Τα φληναφήματα τηλεοπτικών εκπομπών δεν μπόρεσαν να πείσουν τους σοβαρούς μελετητές της ιστορίας, που δεν φορούν έγχρωμα γυαλιά. Έφθασαν να κατηγορήσουν τον στρατηγό Μακρυγιάννη ως παρανοϊκό. Η αγαστή συμπόρευση κράτους και Εκκλησίας ενοχλεί ορισμένους αρκετά και γι’ αυτό θέλουν να την τορπιλίσουν. Η Εκκλησία πάντως θα πρέπει να είναι έτοιμη για τα πάντα. Ο γνήσιος και αφανάτιστος πατριωτισμός από παλαιά και μέχρι σήμερα γέρνει προς τη μεριά των ορθόδοξων χριστιανών. Οι χριστιανοί πρώτοι σέβονται την ιστορία, την παράδοση τον πολιτισμό, το έθνος. Δεν υπάρχουν στοιχεία για να κατηγορηθούν οι χριστιανοί για κάτι τέτοιο. Είναι συνήθως φιλόνομοι, φιλήσυχοι, πολύτεκνοι, τίμιοι, ειλικρινείς και με φόβο Θεού.
Η Ορθοδοξία είναι πάντοτε υπέρ της μελέτης, της γνώσεως, της επιλογής, της προόδου, της ελευθερίας και του σεβασμού του άλλου. Δεν μισεί κανένα, δεν εχθρεύεται ποτέ κάποιον, είναι αρχοντική, στοργική μητέρα, τροφός του γένους. Έχει πανανθρώπινο χαρακτήρα, οικουμενική διάσταση, σεβάσμια αίγλη. Το ίδιο και ο ελληνισμός. Η οικονομική κρίση στην Ελλάδα δεν μπορεί να γονατίσει τον ελληνισμό. Είναι γεγονός πως τα κράμα, το μείγμα και η σύνθεση Ορθοδοξίας και ελληνισμού γέννησε κατόρθωμα πολιτισμικά υψηλό, που η λαμπρότητά του αστράφτει σε όλη την πολιτισμένη οικουμένη.
Πηγή: http://www.makthes.gr/news/opinions/80075/