Παρασκευή 7 Απριλίου 2017

Κυριακή των Βαΐων


 
"Πρό ἕξ ἡμερῶν τοῦ Πάσχα" ὁ Ἰησοῦς ἀποθεώνεται στά Ἰεροσόλυμα. Εἰσέρχεται ὡς Βασιλεύς ἔστω καί "ἐπί πῶλον ὄνου". Μετά ταῦτα ὅμως, σέ λίγες ἡμέρες, ἀμέσως, ἀκολουθοῦν ἡ σύλληψις, τά φρικτά πάθη, ὁ σταυρός. Ὅμως καί αὐτή τήν ὥρα τῆς θριαμβευτικῆς εἰσόδου τοῦ Ἰησοῦ στά Ἰεροσόλυμα εἶναι παρών ὁ Σταυρός, τό μαρτύριο, ἡ ἀγωνία τῆς Γεθσημανῆ. Καί θά μποροῦσε κανείς νά πεῖ ὅτι ἡ ἔνδοξος εἴσοδος τοῦ Ἰησοῦ στήν Ἁγία Πόλη, εἶναι ἡ εἴσοδος τοῦ μαρτυρίου στήν ἐπίγεια ζωή τοῦ Κυρίου καί κατ' ἐπέκταση καί στήν ζωή τοῦ κόσμου, στή ζωή ὅλων μας.
Μαρτύριο, λοιπόν, διαμηνύει, καί μαρτύριο κηρύττει ἡ Κυριακή τῶν Βαΐων κάθε χρόνο. Μαρτύριο ὅμως χριστιανικό πού ὑπόσχεται αἰώνια ζωή καί Ἀνάσταση.
Στήν Βαϊφόρο εἰκόνα πού προσκυνοῦμε σήμερα, βλέπουμε τόν Χριστό νά εἰκονίζεται ἐπάνω στόν "υἱόν ὑποζυγίου" καί νά πορεύεται ἐπάνω στά Βάϊα τῶν κλάδων καί στά λουλούδια. Κάτω ὅμως ἀπό τίς δάφνες αὐτές καί τά ἄνθη καί τούς ἐνθουσιώδεις ἀλαλαγμούς τοῦ πλήθους ὑπάρχει ἕνα πικρό ποτήρι, ἄγνωστο στόν ἀνώνυμο ὄχλο. Εἶναι τό ποτήρι τῆς χαρμολύπης. Εἶναι συγχρόνως ἡ μαρτυρία τῆς καταιγίδος καί τῆς ἀνοίξεως, τῆς γλυκύτητος καί τοῦ πόνου.
Ἡ σημερινή δόξα καί ἀποθέωση τοῦ Ἰησοῦ ἀπό τόν ὄχλο ἦταν φευγαλέα καί πρόσκαιρη, γιατί τήν ἀκολούθησε ἡ καταδίκη καί ὁ θάνατος, πάλι ἀπό τόν ἴδιο ὄχλο. Καί μάλιστα θάνατος "ἐπί σταυροῦ". Γι' αὐτό καί ὁ Κύριος δέν δίνει σημασία στά Ὡσαννά, ἀλλά συνεχίζει τήν πορεία του εἰς Ἰερουσαλήμ. Γιατί ὁ Χριστός πίσω ἀπό αὐτά βλέπει τήν ἀλήθεια, βλέπει τόν Σταυρό καί τήν Ἀνάσταση ὡς πραγματικότητα γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους πού ἀγωνίζεται νά ζήσει ἀληθινά καί νά ἀνταποκριθεῖ στήν κλήση του.
Γι' αὐτό σήμερα, ὅταν προσκυνοῦμε τόν δοξασμένο Ἰησοῦ, δοξασμένο ἔστω καί κατά τήν κρίσι "τοῦ κόσμου τούτου", ψάλλουμε τό περίφημο τροπάριο τῆς σοφίας, τοῦ βιώματος καί τῆς θεοπνεύστου συλλήψεως τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας: "Σήμερον ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἡμᾶς συνήγαγε, καί πάντες αἵροντες τόν Σταυρόν Σου, Κύριε, λέγομεν: Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου".
Καί ἀμέσως ἡ καρδιά καί τό βλέμμα μας βυθίζεται πέρα καί πίσω ἀπό τό σκοτάδι τοῦ Γολγοθᾶ, στό φῶς καί τήν δόξα τῆς Ἀναστάσεως.
 π. Α.Χ.
αποστολική διακονία 

Ιωάννης ο Χρυσόστομος: Ομιλία εις την Μεγάλη Εβδομάδα



Που λέχθηκε τη Μεγάλη Εβδομάδα, στην οποία διδάσκεται για ποιο λόγο ονομάζεται Μεγάλη Εβδομάδα, στο ρητό, «Ψάλλε, ψυχή μου, ύμνους δοξολογίας στον Κύριο», και στο δεσμοφύλακα για τον οποίο ομιλούν οι Πράξεις».

1. Διανύσαμε το ταξίδι της νηστείας και με τη χάρη του Θεού φθάσαμε πλέον στο λιμάνι· όμως ας μη δείχνομε αδιαφορία γι' αυτό, επειδή δηλαδή φθάσαμε στο λιμάνι, αλλά γι' αυτό προ πάντων να δείχνομε μεγαλύτερη φροντίδα, επειδή φθάσαμε στο τέρμα.
Διότι το ίδιο κάνουν και οι κυβερνήτες των πλοίων όταν φθάνει η στιγμή, κατά την οποία πρόκειται να οδηγήσουν μέσα στο λιμάνι το μεγάλο φορτηγό πλοίο, που είναι γεμάτο από σιτάρι και το φορτίο φθάνει μέχρι την κορυφή του, κυριεύονται από αγωνία και φόβο, μη τυχόν το πλοίο, μετά από τα μεγάλα πελάγη που διέπλευσε, προσκρούσει σε κάποιο βράχο και καταβυθισθεί έτσι όλο το εμπόρευμα. Κατά τον ίδιο τρόπο πρέπει και εμείς να φοβόμαστε και να είμαστε γεμάτοι από αγωνία, μήπως και στερηθούμε στο τέλος την αμοιβή των κόπων μας. Γι' αυτό πρέπει ν' αυξήσομε την προσπάθεια. Το ίδιο κάνουν και οι δρομείς· όταν δουν τον εαυτό τους να βρίσκεται κοντά στα βραβεία, τότε αυξάνουν περισσότερο το τρέξιμο. Το ίδιο κάνουν και οι αθλητές, μετά από αμέτρητα παλαίσματα και άπειρες νίκες, όταν πλησιάσουν προς τα στεφάνια, τότε περισσότερο εντείνουν την προσπάθειά τους και αυξάνουν την προθυμία τους.
Το ίδιο λοιπόν ας κάνομε και εμείς τώρα. Διότι εκείνο ακριβώς που είναι το λιμάνι για τους κυβερνήτες των πλοίων, τα βραβεία για τους δρομείς, και τα στεφάνια για τους αθλητές, αυτό είναι για μας αυτή η εβδομάδα, το αποκορύφωμα των αγαθών και οι αγώνες για τα στεφάνια. Γι' αυτό και ονομάζομε αυτήν μεγάλη· όχι επειδή είναι μεγαλύτερες οι ημέρες αυτής από όλες τις άλλες ημέρες, διότι υπάρχουν άλλες μεγαλύτερες, ούτε επειδή είναι περισσότερες ως προς τον αριθμό (διότι είναι ίσες με τις άλλες), αλλ' επειδή συνέβηκαν κατ' αυτήν για μας μεγάλα κατορθώματα εκ μέρους του Κυρίου. Καθόσον κατά τη μεγάλη αυτή εβδομάδα καταλύθηκε η μακροχρόνια τυραννική εξουσία του διαβόλου, ο θάνατος κατέπαυσε, ο ισχυρός δέθηκε, τα όπλα του αρπάχθηκαν, η αμαρτία νικήθηκε, η κατάρα καταλύθηκε, ο παράδεισος άνοιξε, ο ουρανός έγινε διαβατός, οι άνθρωποι αναμείχθηκαν με τους αγγέλους, το μεσότοιχο του φραγμού καταστράφηκε, το τείχος καταγκρεμίσθηκε, ο Θεός της ειρήνης ειρήνευσε τα ουράνια και τα επίγεια Γι' αυτό ονομάζεται μεγάλη εβδομάδα· και όπως ακριβώς αυτή είναι η σπουδαιότερη από τις άλλες εβδομάδες, έτσι και αυτής κεφαλή είναι το Μεγάλο Σάββατο· και ό,τι ακριβώς είναι το κεφάλι για το σώμα, το ίδιο είναι και το Σάββατο για τη μεγάλη εβδομάδα.

Γι' αυτό κατά τη διάρκεια αυτής πολλοί αυξάνουν την προσπάθεια· και άλλοι μεν αυξάνουν τη νηστεία, άλλοι τις ιερές αγρυπνίες, και άλλοι κάνουν πλουσιότερη την ελεημοσύνη, επιβεβαιώνοντας με την προθυμία για καλές πράξεις και με την αυξημένη ευλάβεια στις εκδηλώσεις της ζωής το μέγεθος της ευεργεσίας που έγινε από το Θεό σε μας. Διότι, όπως ακριβώς, όταν ο Κύριος ανέστησε το Λάζαρο, έτρεχαν να δουν αυτόν όλοι οι κάτοικοι των Ιεροσολύμων και το πλήθος αυτό επιβεβαίωνε ότι ο Χριστός ανέστησε το νεκρό (διότι η προθυμία εκείνων που βγήκαν για να τον δουν ήταν απόδειξη του θαύματος), έτσι λοιπόν και η τωρινή προθυμία για τη μεγάλη αυτή εβδομάδα, είναι δείγμα και απόδειξη του μεγέθους των κατορθωμάτων που πραγματοποιήθηκαν κατ' αυτήν.

Διότι δεν ερχόμαστε σήμερα από μία μόνο πόλη για να συναντήσομε και να δούμε το Χριστό, ούτε μόνο από τα Ιεροσόλυμα, αλλ' απ' όλη την οικουμένη άπειρα πλήθη εκκλησιών από παντού βγαίνουν για να συναντήσουν τον Ιησού, κρατώντας στα χέρια τους και σείοντας όχι βάγια φοινίκων, αλλά προσφέροντας στον Κύριο Χριστό ελεημοσύνη, φιλανθρωπία, αρετή, νηστεία, δάκρυα, προσευχές, αγρυπνίες και κάθε άλλη ευλάβεια.

Και δεν τιμούμε αυτήν την εβδομάδα μόνο εμείς, αλλά και οι βασιλείς της οικουμένης, που έχουν τιμήσει αυτήν όχι κατά τρόπο τυχαίο, αλλ' όρισαν ν' απέχουν από την εργασία τους όλοι εκείνοι που ασχολούνται με τις κοινές υποθέσεις των πόλεων, ώστε, απολαμβάνοντας την αργία από εκείνες, ν' αφιερώνουν όλες αυτές τις ημέρες στην πνευματική φροντίδα. Γι' αυτό έκλεισαν και τις πόρτες των δικαστηρίων. Ας σταματάει, λέγει, κάθε διαφωνία και κάθε είδος διαμάχης και τιμωρίας, ας αναπαυθούν για λίγο τα χέρια των δημίων. Τα κατορθώματα του Κυρίου έγιναν για όλους· ας γίνει λοιπόν κάποιο καλό και από εμάς τους δούλους. Και δεν έχουν τιμήσει αυτήν μόνο με αυτή τη φροντίδα και την τιμή, αλλά και με άλλη όχι κατώτερη απ' αυτήν. Στέλνουν βασιλικά γράμματα, που προστάζουν ν' αφήνονται ελεύθεροι οι φυλακισμένοι στα δεσμωτήρια. Διότι, όπως ακριβώς ο Κύριός μας, κατεβαίνοντας στον άδη, ελευθέρωσε όλους εκείνους που βρίσκονταν κάτω από την εξουσία του θανάτου, έτσι λοιπόν και οι δούλοι, προσφέροντας τα κατά δύναμη και μιμούμενοι τη φιλανθρωπία του Κυρίου, ελευθερώνουν από τα αισθητά δεσμά, επειδή δεν μπορούν να ελευθερώσουν από τα πνευματικά.

2. Αυτή την εβδομάδα τιμάμε και εμείς και βγήκα και εγώ μαζί σας αντί για φοίνικες προσφέροντας το λόγο της διδασκαλίας, καταβάλλοντας τα δύο λεπτά όπως ακριβώς η χήρα. Βγήκαν τότε εκείνοι κρατώντας βάγια φοινίκων και φώναζαν και έλεγαν «Δόξα σ' εκείνον που βρίσκεται στους ουρανούς· ας είναι ευλογημένος εκείνος που έρχεται στο όνομα του Κυρίου». Ας βγούμε και εμείς να τον προϋπαντήσομε, και αντί για βάγια φοινίκων, παρουσιάζοντας προαίρεση γεμάτη με αφθονία καρπών και ας φωνάζομε δυνατά αυτά ακριβώς που ψάλλαμε σήμερα· «Ανάπεμπε, ψυχή μου, στον Κύριο ύμνο δοξολογίας· θ' ανυμνώ τον Κύριο σ' όλη μου τη ζωή». Και εκείνα τα λόγια είναι του Δαυίδ και αυτά· ή καλύτερα ούτε εκείνα είναι του Δαυίδ, ούτε αυτά, αλλά και τα δύο είναι της χάριτος του Πνεύματος. Διότι μίλησε βέβαια και είπε τα λόγια ο προφήτης, όμως κίνησε τη γλώσσα του προφήτη ο Παράκλητος. Γι' αυτό λέγει· «Η γλώσσα μου κινείται σαν τη γραφίδα ταχυγράφου γραφέα». Όπως ακριβώς η γραφίδα δεν γράφει μόνη της, αλλ' από τις διαταγές του χεριού που κινεί αυτήν, έτσι λοιπόν και η γλώσσα των προφητών δεν μιλούσε μόνη της, αλλ' από την εξουσία της χάριτος του Θεού.

Αλλά για ποιό λόγο δεν είπε απλώς «η γλώσσα μου κινείται σαν τη γραφίδα του γραφέα», αλλ' είπε, «σαν τη γραφίδα ταχυγράφου γραφέα»; Για να μάθεις, ότι η σοφία είναι του Πνεύματος· γι' αυτό και είναι μεγάλη η ευκολία με την οποία λέγεται και μεγάλη η ταχύτητα αυτής. Διότι όταν οι άνθρωποι ομιλούν από μόνοι τους, στοχάζονται, σκέπτονται, αργούν να μιλήσουν, κάμνουν πολύ χρόνο, ενώ εκεί, επειδή τα λόγια ανέβλυζαν σαν ακριβώς από κάποια πηγή και δεν υπήρχε κανένα εμπόδιο, αλλά την ταχύτητα της γλώσσας την νικούσε η ροή των νοημάτων, γι' αυτό έλεγε· «Η γλώσσα μου κινείται σαν τη γραφίδα ταχυγράφου γραφέα». Αναβλύζει, λέγει, κάτω τα νάματα με μεγάλη αφθονία. Γι' αυτό και είναι μεγάλη η ταχύτητα. Δεν χρειαζόμαστε σκέψη, ούτε μελέτη και κόπο. Αλλ' ας δούμε τι λέγει.

«Πρόσφερνε, ψυχή μου, στον Κύριο ύμνο δοξολογίας». Αυτά και εμείς ας ψάλομε σήμερα μαζί με τον Δαυίδ. Διότι, αν και δεν παραβρίσκεται εδώ με το σώμα, όμως παραβρίσκεται με το πνεύμα. Και ότι βρίσκονται κοντά μας οι άγιοι και ψάλλουν μαζί με μας, άκουσε τι λέγει ο Αβραάμ προς τον πλούσιο. Διότι, όταν εκείνος του είπε, «Στείλε τον Λάζαρο, ώστε οι αδελφοί μου, αφού μάθουν τα όσα συμβαίνουν εδώ στον άδη, να διορθωθούν, λέγει προς αυτόν· Έχουν τον Μωυσή και τους προφήτες». Αλλ' όμως ο Μωϋσής και όλοι οι προφήτες πέθαναν σωματικά εδώ και πολλά χρόνια, και είχαν αυτούς με τα γραφόμενά τους. Διότι, εάν κάποιος πάρει στά χέρια του την άψυχη φωτογραφία κάποιου παιδιού ή φίλου, νομίζει ότι βρίσκεται εκεί παρών ο πεθαμένος και με την άψυχη φωτογραφία φαντάζεται αυτόν, πολύ περισσότερο εμείς με τις θείες Γραφές απολαμβάνομε τη συντροφιά των αγίων, έχοντας όχι τις φωτογραφίες των σωμάτων τους, αλλά των ψυχών τους. Διότι τα όσα λέχθηκαν απ' αυτούς είναι εικόνες των ψυχών τους. Θέλεις να μάθεις, ότι ζουν οι άγιοι και παραβρίσκονται εδώ; Κανένας δεν ονομάζει τους πεθαμένους μάρτυρες, ενώ ο Χριστός ονόμασε αυτούς μάρτυρες της θεότητάς του, και πριν απ' αυτούς τον ίδιο τον Δαυίδ, για να σε διδάξει ότι ζει. Διότι, επειδή οι Ιουδαίοι είχαν αμφιβολίες γι' αυτόν, λέγει προς αυτούς· «Ποιά είναι η γνώμη σας για το Χριστό; Ποίου υιός είναι; Απαντούν προς αυτόν· Του Δαυίδ. Λέγει προς αυτούς· Πώς λοιπόν ο Δαυίδ φωτισμένος από το Πνεύμα, τον ονομάζει Κύριο, λέγοντας, "είπε ο Κύριος στον Κύριό μου, κάθισε στα δεξιά μου;'». Είδες πώς ο Δαυίδ ζει; Διότι, εάν δεν ζούσε, δεν θα ονόμαζε αυτόν μάρτυρα της θεότητάς του. Και δεν είπε, 'Πώς λοιπόν ο Δαυίδ εμπνευσμένος από το Πνεύμα ονόμασε αυτόν Κύριο', αλλά «Κύριο αυτόν ονομάζει;», για να δείξει ότι ακόμη βρίσκεται εδώ και ομιλεί με τα όσα έγραψε.

Έψαλλε κάποτε ο Δαυίδ τον Κύριο με ύμνους, και εμείς ας ψάλομε σήμερα μαζί με τον Δαυίδ. Εκείνος είχε κιθάρα με άψυχες χορδές, η εκκλησία όμως έχει κιθάρα που αποτελείται από έμψυχες χορδές. Οι γλώσσες μας είναι χορδές της κιθάρας, που αφήνουν ν' ακουσθούν βέβαια διάφορα λόγια, αλλ' είναι αυτά σύμφωνα με την ευσέβεια. Καθόσον και γυναίκες και άνδρες και γέροι και νέοι, είναι βέβαια χωρισμένοι ως προς την ηλικία, δεν είναι όμως χωρισμένοι ως προς την υμνωδία· διότι το Πνεύμα, συνενώνοντας τη φωνή του καθενός, παρουσιάζει μία τη μελωδία όλων, όπως και ο ίδιος ο Δαυίδ δήλωσε, προσκαλώντας κάθε ηλικία και κάθε φύση προς τη συμφωνία αυτή και λέγοντας «Κάθε τι που ζει και έχει πνοή ας δοξολογήσει τον Κύριο». «Πρόσφερε, ψυχή μου, ύμνο δοξολογίας στον Κύριο». Για ποιό λόγο άφησε έξω από την υμνωδία τη σάρκα; Για ποιό λόγο δεν λέγει τίποτε για το σώμα; άραγε χώρισε στα δύο τον άνθρωπο; Καθόλου, αλλά πρώτα παροτρύνει προς δοξολογία τον τεχνίτη. Το ότι δεν χώρισε το σώμα από την ψυχή, άκουσε αλλού τί λέγει· «Θεέ μου, Θεέ μου, προς εσένα απευθύνω, πριν ακόμη ξημερώσει, την προσευχή μου. Σε πόθησε υπερβολικά η ψυχή μου, καθώς και η σάρκα μου κάθε φορά μέσα στην έρημη χώρα». Αλλά, λέγει, δείξε μου και τη σάρκα που να καλείται να υμνήσει το Θεό. «Ευλόγα, ψυχή μου, τον Κύριο, και όλες οι εσωτερικές μου δυνάμεις ευλογείτε το όνομα το άγιο αυτού». Είδες και το σώμα που συμμετέχει στη μουσική συμφωνία; Τι τέλος πάντων σημαίνει, «Και όλα τα εντός μου ευλογείτε το όνομα το άγιο αυτού»; Τα νεύρα, λέγει, τα οστά, τις φλέβες, τις αρτηρίες και όλα τα εσωτερικά μόρια.

3. Και πώς μπορούν τα εσωτερικά μας όργανα να ευλογούν το Θεό; Φωνή δεν έχουν, στόμα δεν έχουν, γλώσσα δεν έχουν. Διότι η ψυχή βέβαια μπορεί, τα όργανα όμως που βρίσκονται μέσα μας πώς μπορούν να ευλογούν το Θεό, τη στιγμή που δεν έχουν ούτε φωνή, ούτε γλώσσα, ούτε και στόμα; Όπως ακριβώς «οι ουρανοί διηγούνται τη δόξα Θεού». Διότι, όπως ακριβώς οι ουρανοί, που δεν έχουν γλώσσα, ούτε στόμα, ούτε και χείλη, αλλά με το κάλλος που παρουσιάζουν δημιουργούν έκπληξη στους θεατές και με το θαυμασμό που προξενούν σ' αυτούς τους οδηγούν στην δοξολογία εκείνου που δημιούργησε αυτούς, έτσι λοιπόν και τα εντός μας όργανα, εάν τα εξετάσεις όλα με τη σκέψη, εάν σκεφθείς τη διαφορά της ποιότητας αυτών, της ενέργειας, της δυνάμεως, της συμφωνίας, της διαπλάσεως, της θέσεως, του ρυθμού και της αρμονίας αυτών, θ' αναφωνήσεις εκείνα τα προφητικά λόγια· «Πόσο μεγάλα και θαυμαστά είναι τα έργα σου, Κύριε! όλα με σοφία τα δημιούργησες». Είδες πώς ευλογούν τα εσωτερικά μας όργανα το Θεό χωρίς φωνή και στόμα και γλώσσα; Για ποιό λόγο λοιπόν απευθύνει το λόγο του προς την ψυχή; Για να μη ονειροπολεί αυτή καθώς η γλώσσα θα εξυμνεί το Θεό, πράγμα που πολλές φορές παθαίνομε και στις προσευχές και στις υμνωδίες· για να υπάρχει και από τα δύο μέρη η μουσική συμφωνία. Διότι, όταν προσεύχεσαι και δεν ακούσεις τα λόγια του Θεού, πώς ο Θεός θ' ακούσει την προσευχή σου; Όταν λοιπόν λέγει, «Πρόσφερε, ψυχή μου, ύμνο δοξολογίας στον Κύριο», αυτό εννοεί, μέσα από την ψυχή και από το βάθος της καρδιάς ν' αναπέμπονται οι παρακλήσεις. Διότι και ο Παύλος λέγει· «Θα προσεύχομαι με το πνεύμα μου, αλλά θα προσεύχομαι και με το νου μου».

Η ψυχή είναι ένας μουσικός, είναι ένας τεχνίτης, ενώ το σώμα είναι όργανο, που κατέχει τη θέση της κιθάρας, του αυλού και της λύρας. Οι άλλοι λοιπόν μουσικοί δεν βρίσκονται διαρκώς με όλα τα όργανα, αλλ' άλλοτε κρατούν αυτά στα χέρια τους και άλλοτε τ' αφήνουν διότι ο καιρός της μελωδίας δεν είναι γι' αυτούς διαρκής· γι' αυτό ακριβώς ούτε και μεταχειρίζονται διαρκώς τα όργανα· εσένα όμως ο Θεός θέλοντας να σε διδάξει, ότι οφείλεις πάντοτε ν' ανυμνείς και να δοξάζεις αυτόν, ένωσε για πάντα το όργανο με τον τεχνίτη. Το ότι πρέπει πάντοτε ν' ανυμνούμε αυτόν, άκουσε τι λέγει ο Απόστολος· «Αδιάκοπα να προσεύχεσθε, και για κάθε τι να ευχαριστείτε το Θεό». Επειδή λοιπόν πρέπει αδιάκοπα να προσευχόμαστε, είναι αδιάκοπα συνδεμένο το όργανο με τον τεχνίτη. «Δόξαζε, ψυχή μου, τον Κύριο». Την παλιά εποχή αυτά τα λόγια έλεγε ο Δαυίδ με μία γλώσσα, ενώ τώρα, επειδή πέθανε αυτός, αυτά τα λέγει με αμέτρητες γλώσσες, όχι μόνο με τις δικές μας, αλλά και από ολόκληρη την οικουμένη. Είδες ότι δεν πέθανε, αλλά ζει; Διότι πώς πέθανε, εκείνος που έχει τόσες γλώσσες και ομιλεί με τόσα στόματα; Πραγματικά είναι σπουδαίο πράγμα ο ύμνος προς το Θεό· διότι καθαρίζει την ψυχή μας και μας δημιουργεί μεγάλη ευλάβεια.

Θέλεις να μάθεις πόση είναι η δύναμη των ύμνων προς το Θεό; Υμνολογώντας τα τρία παιδιά τον Κύριο, έσβησαν με τον τρόπο αυτό τη βαβυλώνια κάμινο· ή καλύτερα δεν την έσβησαν, αλλ' επέτυχαν εκείνο που ήταν άξιο μεγαλυτέρου θαυμασμού, καταπάτησαν με τα πόδια τους τη φλόγα, που κατέκαιε, σαν πηλό. Αυτός ο ύμνος, όταν ο Παύλος κλείσθηκε στη φυλακή, έλυσε τα δεσμά, άνοιξε τις πόρτες της φυλακής, συγκλόνισε τα θεμέλια αυτής, και προξένησε μεγάλη κατάπληξη και φόβο στον δεσμοφύλακα. Διότι, λέγει, κατά τα μεσάνυχτα ο Παύλος και ο Σίλας έψαλλαν ύμνους στο Θεό. Στη συνέχεια τι συνέβηκε; Τι; Το πρωτάκουστο και παράδοξο εκείνο· τα δεσμά λύθηκαν, οι δεμένοι έδεσαν τους λυμένους· πραγματικά γνώρισμα των δεσμών είναι το να κρατείται με μεγάλη προσοχή ο φυλακισμένος και να βρίσκεται υπό την εξουσία του δεσμοφύλακα· τώρα όμως ο ελεύθερος δεσμοφύλακας ήρθε και έπεσε μπροστά στα πόδια του φυλακισμένου Παύλου. Διότι η φύση των υλικών δεσμών είναι το να κρατούν κάτω από τη δύναμή τους τον φυλακισμένο, ενώ η δύναμη των δεσμών, που υφίσταται κανείς για χάρη του Χριστού, είναι τόσο μεγάλη, ώστε να θέτουν κάτω από την εξουσία των φυλακισμένων τούς ελεύθερους. Έβαλε αυτούς στην πιο βαθιά φυλακή, και ενώ βρίσκονταν μέσα, άνοιξαν τις εξωτερικές πόρτες. Έδεσε τα πόδια τους στο ξύλο για μεγαλύτερη ασφάλεια, και τα πόδια αυτών τα δεμένα για ασφάλεια έλυσαν τα χέρια των άλλων.

Στη συνέχεια, λέγει, έπεσε ο δεσμοφύλακας στα πόδια αυτού, γεμάτος από φόβο και τρόμο, με αναστεναγμούς, με αγωνία και δάκρυα. Μά τι τέλος πάντων συνέβηκε; δεν τους έδεσες συ; δεν τους τοποθέτησες συ σε ασφαλές μέρος; Και γιατί απορείς, άνθρωπε, εάν άνοιξε τη φυλακή, τη στιγμή βέβαια που έλαβε εξουσία ν' ανοίγει και τους ουρανούς; «Όσα θα δέσετε στη γη», λέγει, «θα είναι δεμένα στους ουρανούς, και όσα θα λύσετε στη γη θα είναι λυμένα στους ουρανούς». Έλυσε τα δεσμά αμαρτημάτων· τι απορείς, εάν λύνει τα σιδερένια δεσμά; Έλυσε τα δεσμά των δαιμόνων, ελευθέρωσε ψυχές που ήταν δεμένες απ' αυτούς· και τι απορείς, εάν έσπασε τις αλυσίδες των δεσμωτών; Και πρόσεχε διπλό θαύμα· έλυσε πάλι και έδεσε. Διότι έλυσε τα δεσμά αλλ' έδεσε την καρδιά αυτών. Το ότι βέβαια ήταν λυμένοι δεν το γνώριζαν. Άνοιξε και έκλεισε πόρτες· πραγματικά άνοιξε τις πόρτες της φυλακής, αλλ' έκλεισε τα μάτια της καρδιάς των δεσμωτών, ώστε να μη βλέπουν ότι ήταν ανοιγμένες οι πόρτες εκείνες, για να μη συμβεί, κυριευμένοι από φόβο, να τραπούν σε φυγή. Είδες ότι και δένει και λύνει, και ανοίγει και κλείνει;

4. Γι' αυτό αυτά συνέβηκαν μέσα στη νύχτα, για να γίνονται αθόρυβα και χωρίς καμιά ταραχή. Διότι οι απόστολοι τίποτε δεν έκαμναν για επίδειξη ούτε από φιλοδοξία. Έπεσε ο αρχιδεσμοφύλακας στα πόδια αυτού. Τι έκανε τότε ο Παύλος; Είδες το θαύμα αυτού; είδες τα παράδοξα έργα αυτού; Πρόσεξε και τη φροντίδα αυτού, πρόσεξε και τη φιλανθρωπία αυτού. «Φώναξε», λέγει, «δυνατά και είπε· μη κάνεις κανένα κακό στον εαυτό σου, διότι όλοι είμαστε εδώ». Εκείνον που τον έδεσε με τον πιο σκληρό και απάνθρωπο τρόπο δεν τον άφησε να πεθάνει με απάνθρωπο τρόπο, δεν του κράτησε κακία. «Διότι όλοι είμαστε εδώ», λέγει. Πρόσεχε την έλλειψη αλαζονείας. Δεν είπε, "Αυτά τα παράδοξα τα έκανα εγώ", αλλά τι λέγει; «Διότι όλοι είμαστε εδώ». Ο Παύλος απαρίθμησε τον εαυτό του μαζί με τους δεσμώτες. Όταν εκείνος είδε όλα αυτά θαύμασε για το γεγονός, κυριεύθηκε από έκπληξη για το θαύμα, και ευχαρίστησε το Θεό. Πραγματικά ο δεσμοφύλακας ήταν άξιος μεγάλης φροντίδας και φιλανθρωπίας· δεν νόμισε ότι ήταν μαγικές επενέργειες τα όσα είχαν συμβεί.

Για ποιο λόγο λοιπόν δεν θεώρησε μαγικά εκείνα που συνέβηκαν; Άκουσε αυτούς να υμνούν το Θεό ο μάγος όμως ποτέ δεν υμνεί το Θεό. Πολλούς αγύρτες δέχθηκε εκεί μέσα, αφού ήταν δεσμοφύλακας, αλλά κανένας ποτέ από εκείνους δεν παρουσίασε τέτοιο έργο, δεν έλυσε δεσμά, δεν έδειξε τέτοια φροντίδα. Καθόσον ο Παύλος προτίμησε να μείνει μέσα στη φυλακή και να μη φύγει, για να σώσει εκείνον από το θάνατο. Διότι, λέγει, όρμησε μέσα κρατώντας στα χέρια του ξίφος και λαμπάδα· καθόσον ο διάβολος ήθελε με τη σφαγή του να του αφαιρέσει την ευκαιρία της μετάνοιας, αλλ' ο Παύλος με πολύ δυνατή φωνή κέρδισε πιο γρήγορα τη σωτηρία της ψυχής του. Διότι δεν φώναξε απλώς, αλλά με μεγάλη φωνή, λέγοντας «Όλοι είμαστε εδώ». Θαύμασε ο δεσμοφύλακας τη φροντίδα του, έπεσε στα πόδια του φυλακισμένου ο ελεύθερος, και τι λέγει; «Κύριοι, τι πρέπει να κάνω για να σωθώ;». Συ τους έδεσες, και συ βρίσκεσαι σε απορία; συ τους έδεσες στο ξύλο για ασφάλεια, και συ ψάχνεις να βρεις τρόπο μετάνοιας και σωτηρίας;

Είδες θερμότητα ψυχής; είδες προθυμία; Δεν ανέβαλε, αλλ' αφού απομάκρυνε το φόβο, δεν απομάκρυνε και την ευεργεσία, αλλ' αμέσως προχωρεί με ορμή στη σωτηρία της ψυχής του. Ήταν νύχτα και μάλιστα μεσάνυχτα. Δεν είπε, "Ας σκεφθούμε, ας ξημερώσει", αλλ' αμέσως έτρεξε προς τη σωτηρία. Αυτός ο άνθρωπος, λέγει, είναι κάποιος πολύ μεγάλος, που ξεπερνάει την ανθρώπινη φύση. Είδα το θαύμα αυτού, θαύμασα τη φιλανθρωπία του. Αν και έπαθε από μένα άπειρα κακά, βρισκόμενος στο χείλος του θανάτου, αφού με έπιασε στα χέρια του, εμένα που τον έδεσα, και ενώ μπορούσε να με φονεύσει, όχι μόνο δεν έκανε τίποτε, αλλά και, ενώ επρόκειτο να σφαγώ και να σύρω το ξίφος στο λαιμό μου, μ' εμπόδισε. Πολύ σωστά λέγει, «Κύριοι, τι πρέπει να κάνω για να σωθώ». Διότι βέβαια δεν προσέλκυαν εκείνους που πίστευαν μόνο τα θαύματα των αποστόλων, αλλά περισσότερο από τα θαύματα ο τρόπος ζωής του. Γι' αυτό λέγει· «Ας λάμψει το φως σας μπροστά στους ανθρώπους, για να δουν τα καλά έργα σας και να δοξάσουν τον Πατέρα σας τον ουράνιο».

Είδες θερμότητα του δεσμοφύλακα; Πρόσεχε και τη θερμότητα του Παύλου. Δεν ανέβαλε, δεν αδιαφόρησε, αλλ' ενώ βρίσκεται δέσμιος, ενώ είναι δεμένος στο ξύλο, και γεμάτος από πληγές, αμέσως δίδαξε αυτόν και μαζί μ' εκείνον και όλα τα μέλη της οικογένειάς του, και μετά από το πνευματικό λουτρό, και μετά από την πνευματική τράπεζα, πρόσφερε σ' αυτόν και την υλική. Αλλά για ποιο λόγο συγκλόνισε τα θεμέλια της φυλακής; Διότι ήθελε να ξυπνήσει τα δεσμοφύλακα και να δει εκείνα που γίνονταν· έλυσε τα υλικά δεσμά των φυλακισμένων μαζί του, για να λύσει τα πνευματικά δεσμά του δεσμοφύλακα. Το αντίθετο απ' αυτό έκανε ο Χριστός. Πλησίασε αυτόν κάποιος παράλυτος άνθρωπος, έχοντας διπλή παραλυσία, που η μία οφειλόταν στ' αμαρτήματά του, ενώ η άλλη ήταν σωματική. Πρώτα θεράπευσε την παραλυσία που οφειλόταν στ' αμαρτήματα, λέγοντας τα εξής· «Τέκνο μου, συγχωρούνται οι αμαρτίες σου». Έπειτα, επειδή αμφέβαλλαν εκείνοι και βλασφημούσαν και έλεγαν, «Κανένας δεν μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες, παρά μόνο ο Θεός», θέλοντας να τους δείξει, ότι πραγματικά είναι Θεός, θέλοντας να τους κρίνει από τα λόγια τους, για να μη διστάζει να λέγει, «από τα λόγια σου θα σε κρίνω», συ, λέγει, είπες, ότι κανένας δεν μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες, παρά μόνο ο Θεός· να συγχωρώ, λέγει, αμαρτίες, και γι' αυτό ομολόγησε τη θεότητά μου· από τη δική σου κρίση βγάζω την απόφαση. Αλλ' εκεί ο Χριστός πρώτα θεραπεύει την πνευματική αρρώστια, και έπειτα τη σωματική, ενώ εδώ συμβαίνει το αντίθετο, πρώτα λύθηκαν τα σωματικά δεσμά, και μετά τα πνευματικά.

Είδες πόσο μεγάλη είναι η δύναμη των ύμνων; Πόσα κατορθώνει η δοξολογία του Θεού; πόσα κατορθώνει η προσευχή; Πάντοτε βέβαια είναι μεγάλη η δύναμη της προσευχής, όταν όμως συνοδεύεται και από νηστεία, τότε κάμνει δυνατότερη την ψυχή. Τώρα υπάρχει σ' έμας μεγάλη σωφροσύνη των λογισμών, τώρα υπάρχει πνευματική διέγερση και η ψυχή προσέχει όλα τα ουράνια. Γι' αυτό η Γραφή πάντοτε σύνδεσε την προσευχή με τη νηστεία. Πώς και πότε; «Μη στερείτε ο ένας τον άλλο», λέγει, «εκτός και αν γίνει κοινή συμφωνία, για να αφιερωθείτε στην νηστεία και την προσευχή». Και πάλι αλλού λέγει· «Το γένος αυτό δεν βγαίνει, παρά μόνο με προσευχή και νηστεία». Καθώς και αλλού πάλι· «αφού προσευχήθηκαν» λέγει, «και νήστευσαν, έθεσαν τα χέρια τους επάνω σ' αυτούς».

5. Βλέπεις ότι παντού η προσευχή είναι ενωμένη με τη νηστεία; Διότι τότε αναπέμπεται από τη λύρα πιο ευχάριστη και πιο αξιόλογη μελωδία. Δεν είναι χαλαρωμένες οι χορδές, διαλυμένες από τη μέθη της πλεονεξίας, αλλ' είναι ισχυρός ο λογισμός, διεγερμένος ο νους, γεμάτη νηφαλιότητα η ψυχή. Έτσι πρέπει μόνο να πλησιάζομε το Θεό και να συνομιλούμε έχοντας την προσοχή μας συγκεντρωμένη μόνο προς αυτόν. Διότι, εάν, όταν έχομε να πούμε κάτι το σπουδαίο σε φίλους μας, τους παίρνομε σε κάποιο μέρος μόνους και έτσι συνομιλούμε, πολύ περισσότερο πρέπει αυτό να το κάνομε στην περίπτωση του Θεού· να κλεινόμαστε μέσα στο πιο απόμερο δωμάτιό μας και να προσευχόμαστε, ενώ θα επικρατεί μεγάλη ησυχία, και οπωσδήποτε τότε θα τα επιτύχομε όλα, εάν απευθύνομε την παράκλησή μας για το συμφέρον της ψυχής μας. Καθόσον είναι μεγάλο αγαθό η προσευχή, όταν γίνεται με καρδιά γεμάτη από ευχαρίστηση και με πνευματική διαύγεια. Και πώς θα είναι γεμάτη από ευχαρίστηση η καρδιά μας; Εάν ασκήσομε και συνηθίσομε τον εαυτό μας όχι μόνο να παίρνει, αλλά και όταν δεν ικανοποιηθεί το αίτημά μας να ευχαριστούμε το Θεό. Καθόσον ο Θεός άλλοτε μας δίνει αυτό που ζητάμε, και άλλοτε δεν μας το δίνει, αλλά και τα δύο τα κάνει για το συμφέρον μας. Ώστε, είτε λάβεις, είτε δεν λάβεις, έλαβες με το ότι δεν έλαβες· και είτε επιτύχεις στο αίτημά σου, είτε δεν επιτύχεις, επέτυχες με το ότι δεν επέτυχες σ' αυτό που ζητούσες. Καθόσον συμβαίνει, όταν δεν παίρναμε εκείνο που ζητάμε, να γίνεται αυτό πιο ωφέλιμο παρά αν το παίρναμε. Διότι, εάν πολλές φορές δεν ήταν προς το συμφέρον μας το να μη πάρομε αυτό που ζητάμε, οπωσδήποτε θα μας το έδινε πάντοτε, το να αποτύχει όμως το αίτημά μας, αλλά προς το συμφέρον μας, αποτελεί επιτυχία. Γι' αυτό και πολλές φορές αναβάλλει να ικανοποιήσει το αίτημά μας, όχι επειδή θέλει να μας απομακρύνει από κοντά του, αλλά με την καθυστέρηση της δόσεως επιδιώκει να κάνει διαρκή την επιμονή μας στο αίτημά μας. Διότι, επειδή, πολλές φορές, αφού πάρομε εκείνο που ζητάμε, σταματάμε μετά τη λήψη αυτού το ζήλο μας για προσευχή, θέλοντας ν' αυξήσει την επαγρύπνησή μας στις προσευχές μας, επιβραδύνει να μας δώσει αυτό που ζητάμε.

Το ίδιο κάνουν και οι φιλόστοργοι πατέρες· τα παιδιά τους που είναι αδιάφορα και τρέχουν στα παιδικά παιχνίδια, πολλές φορές τα κρατούν κοντά τους με την υπόσχεση πολύ μεγάλου δώρου· γι' αυτό άλλοτε αναβάλλουν τη δόση, και άλλοτε δεν το δίνουν καθόλου. Συμβαίνει πολλές φορές να είναι ασύμφορο εκείνο που ζητάμε, ο Θεός όμως που γνωρίζει πολύ καλύτερα εκείνο που μας συμφέρει, δεν μας δίνει εκείνα που ζητάμε με τις προσευχές μας, φροντίζοντας για την ωφέλειά μας, που εμείς δεν τη γνωρίζομε. Και τι το άξιο θαυμασμού, εάν εμείς δεν εισακουόμαστε, τη στιγμή βέβαια που αυτό συνέβηκε και στην περίπτωση του Παύλου; Καθόσον και εκείνος πολλές φορές απέτυχε σ' εκείνο που ζήτησε· και όχι μόνο δεν στενοχωρέθηκε, αλλά και ευχαρίστησε το Θεό· διότι λέγει· «Τρεις φορές παρακάλεσα τον Κύριο γι' αυτό»· το «Τρεις φορές» εδώ σημαίνει πολλές φορές.

Αλλ' εάν ο Παύλος πολλές φορές ζήτησε από το Θεό κάτι και δεν επέτυχε στο αίτημά του, πολύ περισσότερο λοιπόν πρέπει εμείς να επιμένομε στο αίτημά μας. Αλλ' ας δούμε, επειδή πολλές φορές ζήτησε κάτι από το Θεό και δεν το έλαβε, ποιά υπήρξε η συμπεριφορά του απέναντι στο γεγονός αυτό της μη ικανοποιήσεως του αιτήματός του. Όχι μόνο δεν λυπήθηκε, αλλά και καυχιέται επειδή δεν έλαβε εκείνο που ζητούσε. Διότι, αφού είπε, «τρεις φορές παρακάλεσα γι' αυτό τον Κύριο και μου είπε· Σου είναι αρκετή η χάρη μου· διότι η δύναμή μου αποδεικνύεται τέλεια εκεί που υπάρχει αδυναμία», πρόσθεσε, «Με μεγάλη μου λοιπόν ευχαρίστηση θα καυχηθώ για τις αδυναμίες μου».

6. Είδες ευγνωμοσύνη δούλου; Ζήτησε ν' απαλλαγεί από την ασθένειά του, αλλά δεν το ενέκρινε ο Θεός· και όχι μόνο δεν λυπήθηκε ο Παύλος, αλλά και καυχιέται για την ασθένειά του. Έτσι και εμείς ας προετοιμάσομε τις ψυχές μας, και είτε μας δώσει ο Θεός, είτε δεν μας δώσει αυτά που ζητάμε, εμείς ας ευχαριστούμε το Θεό και για τα δύο. Διότι και τα δύο μας τα κάνει ο Θεός για το συμφέρον μας. Εάν ανήκει στην εξουσία του το να δίνει, τότε λοιπόν στην εξουσία του ανήκει και το πότε να δώσει, τι να δώσει, και το να μη δώσει. Δεν γνωρίζεις σύ εκείνα που σε συμφέρουν, όπως αυτός γνωρίζει αυτά πάρα πολύ καλά. Πολλές φορές ζητάς βλαβερά και επικίνδυνα πράγματα, ο Θεός όμως που ενδιαφέρεται περισσότερο για τη σωτηρία σου, δεν προσέχει το αίτημά σου, αλλά πριν απ' αυτό φροντίζει παντού για το συμφέρον σου. Διότι, εάν οι σαρκικοί πατέρες δεν δίνουν στα παιδιά τους όλα εκείνα που ζητούν, όχι επειδή περιφρονούν αυτά, αλλ' επειδή κατ' εξοχή ενδιαφέρονται γι' αυτά, πολύ περισσότερο το κάμνει αυτό ο Θεός, ο οποίος και πάρα πολύ αγαπά, και περισσότερο από όλους γνωρίζει το συμφέρον μας.

Ας καταγινόμαστε λοιπόν με τις προσευχές διαρκώς, όχι μόνο κατά τη διάρκεια της ημέρας, αλλά και κατά τη διάρκεια της νύχτας. Διότι άκουσε τι λέγει ο ίδιος ο προφήτης· «Μέσα στα μεσάνυχτα σηκωνόμουν για να σε δοξολογήσω και να σ' ευχαριστήσω για τα δίκαια παραγγέλματά σου». Ενώ ήταν άνθρωπος βασιλιάς με τόσες πολλές φροντίδες, και του είχε δοθεί η εξουσία λαών και πόλεων και εθνών, φροντίζοντας για την ειρήνη, καταπαύοντας πολέμους, και βλέποντας πάντοτε γύρω του να στέκεται ένα απερίγραπτο πλήθος υποθέσεων, που δεν τον άφηναν ούτε για μια στιγμή ν' αναπνεύσει, αυτός όχι μόνο τις ημέρες, αλλά και τις νύχτες πρόσθετε στις προσευχές του. Εάν ο βασιλιάς, που ζει μέσα σε τόσες πολλές απολαύσεις, που έχει τόσες πολλές φροντίδες, που περικυκλώνεται από τόσες υποθέσεις, ούτε τη νύχτα ησύχαζε, αλλ' έκαμνε τις προσευχές του με μεγαλύτερη προθυμία και προσοχή από τους μοναχούς που ζουν στα όρη, ποιά συγγνώμη, πες μου, θα επιτύχομε εμείς, που, ενώ ζούμε μέσα σε τόση μεγάλη άνεση και προτιμούμε την ιδιωτική και χωρίς φροντίδες ζωή, όχι μόνο κοιμόμαστε όλες τις νύχτες, αλλ' ούτε κατά τη διάρκεια της ημέρας δεν κάμνομε με την πρέπουσα προσοχή τις καθιερωμένες προσευχές;

Είναι μεγάλο όπλο η προσευχή, είναι μεγάλο κόσμημα η προσευχή και ασφάλεια και λιμάνι και θησαυρός αγαθών και ασύλητος πλούτος. Όταν χρειαζόμαστε τη βοήθεια ανθρώπων, χρειάζεται και χρήματα να δαπανήσομε, και δουλοπρεπή κολακεία, και πολλές επισκέψεις και διαπραγματεύσεις. Διότι δεν είναι δυνατό πολλές φορές να συνομιλήσει κανείς απ' ευθείας μ' αυτούς τους κυρίους, αλλά πρέπει πρώτα να κολακεύσουν με χρήματα και λόγια με κάθε τρόπο υπηρέτες, οικονόμους και επιτρόπους αυτών, και τότε να μπορέσουν με τη μεσολάβηση εκείνων να λάβουν εκείνο που ζητούν στην περίπτωση όμως του Θεού δεν συμβαίνει το ίδιο· δεν δίνει τη χάρη του τόσο εύκολα όταν παρακαλείται από άλλους, όσο όταν παρακαλείται από μας τους ίδιους. Και στην περίπτωση αυτή έχομε κέρδος και όταν παίρνομε εκείνο που ζητάμε και όταν δεν το παίρνομε, ενώ στην περίπτωση των ανθρώπων πολλές φορές ζημιωθήκαμε και όταν πήραμε εκείνο που ζητούσαμε και όταν δεν το πήραμε.

Επειδή λοιπόν είναι μεγαλύτερο το κέρδος και μεγαλύτερη η ευκολία σ' εκείνους που πλησιάζουν το Θεό, ας μη περιφρονούμε την προσευχή. Διότι τότε θα συμφιλιωθείς και θα συνομιλήσεις καλύτερα μ' αυτόν, τότε σου δίνει ευκολότερα εκείνο που ζητάς, όταν συ ο ίδιος τον παρακαλείς, όταν η καρδιά σου είναι καθαρή, όταν οι λογισμοί σου συνοδεύονται από σωφροσύνη, όταν δεν τον παρακαλείς με αδιαφορία, πράγμα που κάμνουν πολλοί, και η μέν γλώσσα τους λέγει τα λόγια της προσευχής, ενώ η ψυχή περιφέρεται σε πολλά μέρη της οικίας, της αγοράς, των δρόμων. Αυτή είναι η όλη δολιότητα που επινόησε ο διάβολος. Επειδή δηλαδή γνωρίζει ότι κατά την ώρα εκείνη της προσευχής μπορούμε να επιτύχομε τη συγχώρηση των αμαρτιών μας, θέλοντας να μας φράξει το λιμάνι της προσευχής, εξεγείρεται κατά την ώρα εκείνη, απομακρύνει τη σκέψη μας από τα λόγια της προσευχής, ώστε να φύγομε ζημιωμένοι μάλλον, παρά κερδισμένοι.

Γνωρίζοντας λοιπόν αυτά, άνθρωπε, όταν προσέρχεσαι στα Θεό, σκέψου σε ποιον προσέρχεσαι, και σου είναι αρκετό για σωφροσύνη το αξιόπιστο εκείνου που πρόκειται να σου δώσει τη χάρη. Ρίξε το βλέμμα σου προς τον ουρανό και αναλογίσου με ποιον συνομιλείς. Διότι, εάν κάποιος συνομιλώντας με κάποιον άνθρωπο που έχει ανεβεί λίγο τις ανθρώπινες τιμές, και αν ακόμη είναι ο πιο αδιάφορος από όλους, οπωσδήποτε τότε συγκεντρώνει τον εαυτό του και κάνει πιο προσεκτική την ψυχή του, πολύ περισσότερο αν σκεφθούμε εμείς, ότι συνομιλούμε με τον Κύριο των αγγέλων, θα μας γίνει αυτό σπουδαία αφορμή για να γίνομε προσεκτικοί. Αν όμως χρειάζεται ν' αναφέρω και κάποια άλλη μέθοδο, με την οποία θα μπορέσομε ν' άποφύγομε την αδιαφορία αυτή, εκείνο θα μπορούσα να πω. Πολλές φορές, αφού κάναμε την προσευχή μας, φύγαμε χωρίς ν' σκούσομε τίποτε από εκείνα που είπαμε. Αν λοιπόν σκεφθούμε αυτό, αμέσως θ' αποκτήσομε και πάλι την προθυμία γι' αυτήν· και αν πάλι πάθομε το ίδιο, ας επαναλάβομε αυτήν γιά τρίτη και τέταρτη φορά, και να μη σταματήσομε προηγουμένως την προσευχή μας, μέχρι που να την πουμε ολόκληρη με σκέψη και καρδιά γεμάτη από σωφροσύνη. Αν αντιληφθεί ο διάβολος, ότι δεν απομακρυνόμαστε από την προσευχή μας προηγουμένως, μέχρι που να την πούμε με προθυμία και με καρδιά και σκέψη γεμάτη από σωφροσύνη, θ' απομακρυνθεί στο εξής ο πανούργος, γνωρίζοντας ότι δεν θα κερδίσει τίποτε από την επιβουλή του αυτή, παρά το να μας αναγκάζει να επαναλαμβάνομε την ίδια προσευχή.

Πολλά τραύματα, αγαπητοί, καθημερινά δεχόμαστε από τους δικούς μας και τους ξένους στην αγορά, στο σπίτι, από τα δημόσια πράγματα, από τα ιδιωτικά, από τους γείτονες, από τους φίλους. Σ' όλα εκείνα τα τραύματα ας θέσομε φάρμακα κατά την ώρα της προσευχής. Διότι ο Θεός έχει τη δύναμη, εάν προσέλθομε σ' αυτόν με σκέψη γεμάτη από σωφροσύνη, με ψυχή κυριευμένη από τη φλόγα του πόθου μας γι' αυτόν, και με θερμή συνείδηση και του ζητήσομε συγγνώμη, να μας δώσει τη συγχώρηση για όλα τα αμαρτήματά μας, την οποία εύχομαι όλοι μας να επιτύχομε με τη χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, μαζί με τον οποίο στον Πατέρα ανήκει η δόξα και στο άγιο Πνεύμα, στους αιώνες των αιώνων. Αμήν. 
 
 
 
αναρτήθηκε πρώτη φορά από ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ

ΑΓΙΟΥ ΛΟΥΚΑ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΡΙΜΑΙΑΣ Λόγος εις την Μεγάλη Παρασκευή



«Ην δε ωσεί ώρα έκτη και σκότος εγένετο εφ' όλην την γην έως ώρας εννάτης» (Λκ. 23, 44).

Ο ήλιος από τον τρόμο για το τι έκαναν οι δολοφόνοι, σκοτώνοντας στη γη τον Υιό του Θεού, έκρυψε τις ακτίνες του, για να μην δει κανείς το πιο φρικτό από όλα τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν ποτέ πάνω στη γη. Από φόβο και τρόμο εσιώπησαν τα καταραμένα χείλη αυτών που δολοφόνησαν τον Σωτήρα του κόσμου, που λίγο πριν Τον ενέπαιζαν, λέγοντας: «Άλλους έσωσεν, εαυτόν ου δύναται σώσαι· ει βασιλεύς Ισραήλ εστι, καταβάτω νυν από του σταυρού και πιστεύσομεν επ’ αυτώ» (Μθ. 27, 42).
Ήρθε η στιγμή, που το πάθος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού έφτασε στο αποκορύφωμά του. Ξέρετε γιατί οι άλλοι που εκτελέστηκαν πάνω στο σταυρό κρέμονταν σ' αυτόν ολόκληρες ήμερες μέχρι να πεθάνουν ενώ ο Κύριός μας πέθανε πολύ πιο γρήγορα, σε έξι ώρες μόνο; Ξέρετε ότι ο πάρα πολύ δυνατός πόνος, ο οποίος διαρκεί πολύ καιρό μπορεί και μόνο αυτός να γίνει αιτία του θανάτου; Αυτό ακριβώς συνέβη με τον Κύριο Ιησού Χριστό. Το μαρτύριο και τα βάσανά Του ήταν φρικτά επειδή Τον συνέθλιβε τόσο αφάνταστα μεγάλο φορτίο των αμαρτιών όλου του κόσμου, για τις όποιες εκούσια θυσιάστηκε  και τις εξαγόρασε με το άχραντό Του Αίμα.    
Η δύναμη που Του έμεινε έφτασε μόνο για να πει τα τελευταία Του λόγια: «Διψώ» (Ιω. 19, 28). «Πάτερ, εις χείρας σου παρατίθεμαι το πνεύμα μου» (Λκ. 23 46). Σείστηκε η γη και το καταπέτασμα του ναού σκίστηκε στα δύο, από πάνω ως κάτω. Και έφευγε, χτυπώντας τα στήθη, ο άπιστος λαός που δεν δέχθηκε τον Μεσσία του. Τι σκέφτονταν οι ανόητοι αυτοί φανατικοί, οι οποίοι λίγο πριν φώναζαν στον Πιλάτο: «Σταύρωσον σταύρωσον αυτόν» (Λκ. 23, 21). «Το αίμα αυτού εφ' ημάς και επί τα τέκνα ημών» (Μθ. 27, 25). Έχουν καταλάβει άραγε ότι ο ίδιος ο σατανάς με το στόμα τους φώναζε τα φοβερά αυτά λόγια;
Οι ίδιοι άνθρωποι λίγο πριν υποδέχονταν πανηγυρικά τον Κύριο Ιησού Χριστό, στρώνοντας στην οδό τα ιμάτιά τους και κρατώντας στα χέρια τους κλαδιά φοινικιάς και κραυγάζοντας: «Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου, βασιλεύς του Ισραήλ» (Ιω. 12, 13). Είναι πολύ φοβερό αυτό το πράγμα, δείχνει πόσο βαθειά στην καρδιά του ανθρώπου μπορεί να εισέλθει το πονηρό πνεύμα.
Ας αφήσουμε όμως τον ανόητο φανατισμό των εχθρών του Χριστού, οι οποίοι θεωρούσαν βαρειά αμαρτία και κατάργηση του Μωσαϊκού νόμου την θεραπεία κατά την ήμερα των Σαββάτων των παραλύτων, των ασθενών, των κατεχομένων από βαρείες αρρώστιες, των δαιμονιζομένων και των εκ γενετής τυφλών. Ας σκεφτούμε ότι και άλλου είδους φανατισμός υπήρξε στην ιστορία του ανθρωπίνου γένους. Ας θυμηθούμε πόσοι κατά φαντασίαν αιρετικοί πέθαναν στις φλόγες της ιεράς εξέτασης στην Ισπανία. Ας θυμηθούμε την νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου κατά την οποία σφάχτηκαν πολλοί Γάλλοι προτεστάντες εξ αιτίας της ετεροδοξίας τους. Ας θυμηθούμε τα ποτάμια αίματος που χύθηκαν κατά τον πόλεμο, όταν οι χριστιανοί 30 ολόκληρα χρόνια πολεμούσαν εναντίων των άλλων χριστιανών.
Αλλά ας κοιτάξουμε γύρω μας. Βλέπουμε ότι υπάρχουν τόσοι πολλοί όχι ετερόδοξοι αλλά άνθρωποι, οι οποίοι καθόλου δεν πιστεύουν στον Χριστό. Πολλοί είναι και αυτοί για τους οποίους είπε ο απόστολος Παύλος: «αθετήσας τις νόμον Μωϋσέως χωρίς οικτιρμών επί δυσίν ή τρισί μάρτυσιν αποθνήσκει, πόσω δοκείτε χείρονος αξιωθήσεται τιμωρίας ο τον υιόν του Θεού καταπατήσας και το αίμα της δι¬αθήκης κοινόν ηγησάμενος, εν ω ηγιάσθη και το Πνεύμα της χάριτος ενυβρίσας;» (Εβρ. 10, 28-29).
Δεν μπορούμε σε τίποτα να βοηθήσουμε αυτούς τους κακότυχους ανθρώπους. Είμαστε μόνο ένα μικρό ποίμνιο του Χριστού και ποτέ δεν ξεχνάμε τα φοβερά λόγια του Σωτήρος μας: «Πλήν ο Υιός του ανθρώπου ελθών άρα ευρήσει την πίστιν επί της γης;» (Λκ. 18, 8). Στεκόμαστε όλοι μας τώρα ενώπιον του Επιταφίου. Κατά την φοβερή αυτή στιγμή αποκαθηλώνεται η Θυσία, η οποία τελέστηκε για τις αμαρτίες τις δικές μας αλλά και όλου του κόσμου. Βλέπουμε στον Επιτάφιο το νεκρό Του σώμα γεμάτο ανοιχτές πληγές. Το τρομερό αυτό θέαμα ας γίνει αιτία να ανάψει στις καρδιές μας η αγάπη προς τον Υιό του Θεού, ο Οποίος υπέφερε τόσα βάσανα από τους ανθρώπους τους οποίους ήλθε να σώσει, αλλά εκείνοι δεν Τον δέχθηκαν.
Ελάτε όλα τα πιστά τέκνα του Χριστού να προσκυνήσουμε τον Επιτάφιο, να τον φιλήσουμε με τα χείλη μας, να τον αγγίξουμε με τις καρδιές μας και να τον βρέξουμε με τα δάκρυά μας. Αμήν.
ΑΓΙΟΥ ΛΟΥΚΑ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΡΙΜΑΙΑΣ
ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΟΜΙΛΙΕΣ
ΤΟΜΟΣ Α'
ΕΚΔΟΣΕΙΣ "ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ"

Δευτέρα 27 Απριλίου 2015

Το μυστήριο της ταφής



 Ο άνθρωπος «σπείρεται εν φθορά, εγείρεται εν αφθαρσία». Το μυστήριο του θανάτου, της ταφής, της διατήρησης της προσωπικότητάς μας στον τάφο και της τελικής ανάστασης δεν το περιγράφουν οι Πατέρες με ελληνιστικές εικόνες, αλλά με την εικόνα της σποράς του Απ. Παύλου: «Όπως ο σπόρος που πετιέται στη γη, δε χανόμαστε όταν πεθαίνουμε, αλλά έχοντας φυτευθεί ανασταινόμαστε». Δεν χανόμαστε στον τάφο, όπως δεν χάνεται το σιτάρι όταν φυτεύεται στη γη. Η διάλυση του ανθρώπου μέσα στη γη είναι, με τη δύναμη του Θεού, κάτι σαν την διάλυση του φυτεμένου σπόρου. Δεν εξαφανίζεται, μεταμορφώνεται. Φυτεύεται μέσα στο σύμπαν η εικόνα του Θεού για να φέρει μαζί της και το σύμπαν στην αφθαρσία. Κάθε μνήμα είναι κι ένα μόσχευμα αφθαρσίας. Είναι μεγάλη η ιερότητα των κοιμητηρίων.
            Οι ορθόδοξοι δεν επιχειρούν να εξηγήσουν το μυστήριο του Άδη. Λέγουν μόνο, «ψυχαί δικαίων εν χειρί Θεού». Αυτό το χέρι του Θεού το ξέρουν ως παντοδύναμο. Δεν χρειάζονται καμία άλλη εξήγηση για την επιβίωση της προσωπικότητας μέσα στον τάφο. Όμως αυτή την επιβίωση την ξέρουν σαν κάτι το πρόσκαιρο και το ελλιπές. Την ονομάζουν «κοίμηση», παρομοιάζοντάς την με τον ύπνο μία κατάσταση αποκομμένη από τον κόσμο και τις αισθήσεις, ώσπου ο άνθρωπος στερημένος από όλα βρίσκεται με τον εαυτό του και με τον θεό- αν βέβαια τον Θεό τον έχει αφήσει να κατοικήσει μέσα του όσο ζούσε. Κι επειδή ο Θεός είναι παντού και ακούει τις προσευχές των ανθρώπων, δια του Θεού ακούνε και οι Άγιοι και ανταποκρίνονται στις προσευχές μας. Η «κοίμηση» δεν είναι η αιώνια ζωή που προσδοκούμε, αλλά μόνο κατάσταση αναμονής της ζωής αυτής, αναμονή αναστάσεως. Ο θάνατος δεν είναι απελευθέρωση αλλά καταστροφή. Σωτηρία είναι η πρώτη και η δεύτερη Ανάσταση. Η Ανάσταση της ελεύθερης βούλησης ανήκει  σ’ εκείνους που ελεύθερα ποθούν τη Ζωή. Η Ανάσταση της φύσης όμως, η αφθαρτοποίηση της σάρκας, είναι για όλους, για όλη την κτίση. Είναι προϋπόθεση της αιώνιας Ζωής και Βασιλείας. «Καινήν γη και καινούς ουρανούς προσδοκώμεν».
            Η γενική Ανάσταση είναι καίριο άρθρο της πίστεως μας. Και είναι τόσο σοβαρό το ζήτημα ώστε οι Πατέρες λέγουν ότι όσους δεν έχουν την ορθόδοξη περί ανθρώπου και θανάτου αντίληψη, αλλά την περί ψυχής ειδωλολατρική, να μη τους δεχόμαστε σαν χριστιανούς. « Οι και λέγουσι μη είναι νεκρών Ανάστασιν, αλλ’ άμα το αποθανείν τας ψυχάς αυτών αναλαμβάνεσθαι εις ουρανόν, μη υπολαμβάνετε αυτούς χριστιανούς». 

Αγ. Ιουστίνου, Διάλογος

     Πηγή: περιοδικό «ΕΠΙΓΝΩΣΗ»

Τρίτη 21 Απριλίου 2015

Αντώνιος (Μπλουμ) Μητροπολίτης Σουρόζ (Σουγδαίας) Θάνατος και Απώλεια



Andrew Walker - Κώστας Καρράς (επιμ.), Ζωντανή Ορθοδοξία στον σύγχρονο κόσμο, μτφρ Ιωσήφ Ροηλίδης, εκδ. Εστία, Αθήνα 2001.


Θάνατος

Θα στραφούμε τώρα στις διάφορες ακολουθίες που σχετίζονται με το θάνατο στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Πρώτα απ' όλα υπάρχουν δύο ακολουθίες που ειναι πολύ γνωστές σ' όλους τους Ορθόδόξους. Είναι το «Τρισάγιον» η «Παραστάσιμος Ακολουθία» η παννυχίδα, [Στ.Μ. όπως ονομάζεται στα Ρωσικά]- και η «Νεκρώσιμος Ακολουθία» για τους λαϊκούς. Υπάρχουν επίσης και άλλες ακολουθίες, λιγότερο γνωστές: η «Ακολουθία εις Ψυχορραγούντα», που διαβάζεται πάνω από το πρόσωπο που η αναχώρησή του από αυτήν τη ζωή παρουσιάζει δυσκολίες, η «Νεκρώσιμη Ακολουθία» για νήπια και για ιερείς. Θα ήθελα να απομονώσω ορισμένα χαρακτηριστικά που βασικά είναι κοινά σ' όλες αυτές. 

Υπάρχουν δύο πλευρές σ' αυτές τις ακολουθίες: η μία αφορά τη μέριμνα για την ψυχή και η άλλη τη φροντίδα για το σώμα. Το ενδιαφέρον μας για την προσευχή υπέρ της ψυχής του κεκοιμημένου είναι κοινό με αυτό όλων των άλλων Εκκλησιών. Πιστεύω όμως ότι στην Ορθοδοξία δίνουμε μια πολύ πιο ειδική και σημαντική προσοχή στο σώμα. Στο Μνημόσυνο, όλη η προσοχή μας συγκεντρώνεται στην ψυχή που βρίσκεται τώρα στην αιωνιότητα, πρόσωπο προς πρόσωπο με τον ζώντα Θεό, και η οποία αναπτύσσεται σε μια όλο και βαθύτερη κοινωνία μαζί Του. Στη Νεκρώσιμη Ακολουθία, παράλληλα με τη μέριμνά μας για την ψυχή που έχει μεν αναχωοήσει., αλλά κατά κάποιο τρόπο βρίσκεται ακόμη κοντά στη γη, υπάρχει μια βαθιά φροντίδα για το σώμα. 

Όταν διαβάζουμε τη Νεκρώσιμη Ακολουθία, το σώμα αντιμετωπίζεται υπό δύο γωνίες. Αφενός, γνωρίζουμε καλά ότι αυτό το σώμα είναι καταδικασμένο να φθαρεί: «Χους ει και εις χουν απελεύσει». Υπάρχει ένας οξύς πόνος σ' αυτήν τη σκέψη και σ' αυτήν τη θέα. Στη στάση μας προς τον κεκοιμημένο, πρέπει να βρούμε μια ισορροπία ανάμεσα στην αποδοχή της πραγματικότητας και στη βεβαιότητα της πίστης μας, ανάμεσα στη θέα της φθοράς και στη βεβαιότητα της αιώνιας ζωής, ανάμεσα στην αγάπη για τον τόπο όπου αναπαύεται ό,τι έχει απομείνει από το αγαπημένο σώμα του, και στη βεβαιότητα ότι η σχέση κοινωνίας συνεχίζεται εν Θεώ στην αιωνιότητα. 

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2015

Ὁ Ιούδας ( π. Μαξίμου Ι. Μ. Παραμυθίας Ρόδου)





1. Είναι απορίας άξιο, πώς ο Ιούδας πρόδωσε το Δάσκαλό του, ενώ Τον έβλεπε να κάνει τόσα μεγάλα θαύματα;

Ο Ιούδας αρχικά πρέπει να ήταν καλός. Όπως και οι άλλοι μαθητές του Χριστού, εγκατέλειψε κι αυτός για τον Μεσσία και συγγενείς και δουλειά. Σίγουρα θα υπέμεινε ταλαιπωρίες κατά τις πεζοπορίες των τριών χρόνων της δημόσιας δράσης του Χριστού. Ο Χριστός έστελνε κατά τις περιοδείες Του σε χωριά και πόλεις μαθητές Του για να προετοιμάσουν τους ανθρώπους. Οι μαθητές τότε, μαζί και ο Ιούδας, κήρυτταν για τον Μεσσία που ήλθε, κι επιβεβαίωναν τα λόγια τους με θαύματα (Ματθ. 10,1-8). Ο Ιούδας τιμήθηκε ιδιαίτερα από το Χριστό με το να κρατάει το κοινό ταμείο. Απ’ αυτό ψώνιζε και έδινε χρήματα για φιλανθρωπία σε πτωχούς (Ιωάν. 13,29).  Όταν ο Χριστός ξεκίνησε από τη Γαλιλαία προς την Ιουδαία για να θυσιασθεί, Τον ακολούθησε και ο Ιούδας ακούγοντας τα λόγια του συμμαθητή του Θωμά: «Ας πάμε κι εμείς να πεθάνουμε μαζί Του» (Ιωάν. 11,16).
     Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης γράφει πως ο Ιούδας είχε ήδη το πάθος της φιλαργυρίας (12,6). Φαίνεται πως υπέπεσε στο πάθος αυτό και οδηγήθηκε στην απιστία προς το Χριστό. Η φιλαργυρία άνοιξε την ψυχή του στο σατανά, έδωσε δικαιώματα στον πονηρό.
Ο Ευαγγελιστής Λουκάς (22,3) γράφει ότι, πριν συνεννοηθεί ο Ιούδας με τους αρχιερείς για την παράδοση, ο σατανάς εισήλθε μέσα του. Αυτό το επιβεβαιώνει και ο Ευαγγελιστής Ιωάννης (13,2) λέγοντας ότι ο σατανάς έβαλε στην καρδιά του Ιούδα την προδοσία. Ο ίδιος Ευαγγελιστής αναφέρει στο τέλος του Μυστικού Δείπνου ότι εισήλθε πάλι ο σατανάς στον Ιούδα (13,27). Ας το δούμε: Στη Βηθανία άλειψε τα πόδια του Χριστού μία γυναίκα με πολύτιμο μύρο. Ο Ιούδας με κάποιους μαθητές διαμαρτυρήθηκαν αγανακτισμένοι (Ματθ. 26,8 και Ιωάν. 12,4-6). Η διαμαρτυρία είναι δείγμα αμφισβήτησης του αλάθητου του Χριστού: πώς επέτρεψε αυτή την απώλεια; Όταν ο Χριστός επενέβη και ζήτησε να μην πικραίνουν τη γυναίκα για την εκδήλωση της αγάπης της, επειδή ετοίμασε το σώμα Του για τον ενταφιασμό, οι άλλοι σιώπησαν ταπεινά, ο Ιούδας όμως, ενοχλημένος και επηρεασμένος από το σατανά, πήγε για την προδοσία. Ο εγωισμός τον τύφλωσε. Σίγουρα ο Ιούδας δεν πίστευε στη θεότητα του Χριστού. Ένας Θεός αξίζει κάθε τιμής και θυσίας και δεν προδίδεται. Ήθελε να κάνει το δάσκαλο στο Χριστό. Μάλιστα έκρυψε τη φιλαργυρία του στο δήθεν ενδιαφέρον του για τους φτωχούς. Οι αμαρτωλοί συνήθως προσπαθούν να καλύπτουν τις αμαρτίες τους και να τις δικαιολογούν.
     Με τη μεσολάβηση του Ιούδα οι αρχιερείς χάρηκαν (Μάρκ. 14,11 και Λουκά 22,5), γιατί θα μπορούσαν να συλλάβουν το Χριστό μακριά από τον όχλο και σε ώρα νυκτερινή, που όλοι κοιμούνται. Ο Ιούδας μάλιστα φανερά τους βεβαίωσε και τους έδωσε την υπόσχεση, ότι θα παραδώσει το Χριστό χωρίς την παρουσία του όχλου (Λουκά 22,6).
     Η αιτία της προδοσίας δεν ήταν τόσο η φιλαργυρία, όσο ο εγωισμός του. Αν ήταν αποκλειστικά φιλάργυρος, θα έφευγε πιο νωρίς από το φτωχό δάσκαλο Χριστό. Αν και στο παρελθόν έκλεβε χρήματα, δεν εγκατέλειψε, όμως, το Χριστό. Τώρα τον εγκαταλείπει, γιατί θίχθηκε ο εγωισμός του. Αν δεν είχε μεγάλο εγωισμό, θα συνέχιζε να κλέβει και δεν θα πρόδιδε το δάσκαλό του. Βέβαια είχε και φιλαργυρία, γιατί πήρε και χρήματα  για να προδώσει το Χριστό.
     Ίσως ο Ιούδας, όταν έχασε την πίστη του στη θεία προέλευση του Χριστού, άρχισε να εξηγεί τα θαύματα του Χριστού, όπως οι Φαρισαίοι, ως δαιμονικές ενέργειες. Ο εγωισμός σκοτίζει τον άνθρωπο, ώστε να μη διακρίνει το σωστό.
     Ο Ιούδας τυφλώθηκε από τη φιλαργυρία, τον εγωισμό και το διάβολο και δεν έβλεπε τι πήγαινε να κάνει.

2. Η προδοσία του Ιούδα ήταν αναπόφευκτη και έπρεπε να γίνει;

Το ότι ένας μαθητής θα γινόταν προδότης, ο Θεός το προγνώριζε. Άλλωστε το προφήτευσε και ο Δαβίδ στην Π.Δ. (Ψαλ. 40,10). Ο Χριστός το προφήτευσε πολλές φορές. Ο Χριστός το προγνώριζε, αλλά δεν το προκαθόρισε. Το προφήτευσε, επειδή θα γινόταν. Ο Θεός είδε την προδοσία και την προείπε. Δεν φταίει η πρόγνωση του Θεού, αλλά  η ελευθερία του Ιούδα.
     Όταν, μετά τον πολλαπλασιασμό των πέντε άρτων και των δύο ιχθύων, πολύ πριν από το πάθος, μιλούσε ο Χριστός για την Θεία Κοινωνία, το σώμα και το αίμα Του, μερικοί μαθητές Του είπαν: «σκληρός είναι ο λόγος αυτός» και έφυγαν από κοντά Του. Ο Χριστός τότε  είπε στους δώδεκα: «Μήπως θέλετε και σεις να φύγετε;». Ο Πέτρος απάντησε: «Πού να πάμε, εσύ μας μιλάς για την αιώνια ζωή και πιστεύσαμε και διαπιστώσαμε ότι εσύ είσαι ο Χριστός, ο υιός του Θεού του ζωντανού». Αποκρίθηκε ο Χριστός: «Εγώ δε σας διάλεξα εσάς τους δώδεκα; Κι όμως ένας από σας είναι διάβολος (κατήγορός μου)». Εδώ εννοούσε τον Ιούδα (Ιωάν. 6,60-71). Εδώ ο Χριστός λέει το παράδοξο: «αν και σας διάλεξα εγώ, ανάμεσά σας υπάρχει και προδότης».
     Η θυσία του Χριστού στο σταυρό ήταν πιο επώδυνη, αφού προδόθηκε από έναν μαθητή Του. Αυτή η προδοσία μάς διδάσκει πως κινδυνεύουν όλοι όσοι βρίσκονται κοντά στο Χριστό. Ο Ιούδας αποτελεί πρότυπο πολλών μελλοντικών προδοτών. Αν ο μαθητής του Χριστού που έβλεπε τα μεγάλα θαύματα του Χριστού τον πρόδωσε, πόσο κινδυνεύουν οι μεταγενέστεροι που δε βλέπουν άμεσα το Χριστό και τα θαύματά Του;
     Ο Χριστός θα συλλαμβανόταν και θα θυσιαζόταν και χωρίς τη μεσολάβηση του Ιούδα. Δεν είναι δυνατόν ο πανάγαθος Θεός να χρησιμοποιεί έναν άνθρωπο για το σχέδιό Του οδηγώντας τον στην αιώνια απώλεια. Αν έκανε θεάρεστο έργο ο Ιούδας, δε θα τον άφηνε ο Θεός να αυτοκτονήσει. Ο Ιούδας δείχνει τη μεγάλη διαφθορά των ανθρώπων και την ανάγκη της θείας θυσίας.

3. Γιατί ο Χριστός άφησε το μαθητή Του τον Ιούδα να τον προδώσει;

Ο Χριστός πολλές φορές προσπάθησε να τον αποτρέψει από την προδοσία. Αρκετό χρόνο πριν από το πάθος Του ο Χριστός επανειλημμένα (Ματθ. 12,40. 16,21-28. 17,12. 17,22-23. 20,17-19) προετοίμαζε τους μαθητές Του για το πάθος Του. Τους έλεγε πως θα πάθει πολλά, θα αποδοκιμασθεί από τους θρησκευτικούς άρχοντες, θα θανατωθεί και την τρίτη ημέρα θα αναστηθεί.
     Σε μία προαναγγελία του Πάθους Του (Ματθ. 16,21-28), ο Πέτρος αντέδρασε και ζήτησε να μη συμβεί το πάθος. Ο Χριστός είπε στον Πέτρο: «Ύπαγε πίσω μου σατανά …δεν ακολουθείς το θέλημα του Θεού, αλλά σκέφτεσαι ανθρώπινα». Στη συνέχεια ζήτησε από τους μαθητές Του  αυταπάρνηση και είπε: «τι θα ωφεληθεί ο άνθρωπος, εάν τον κόσμο όλο κερδίσει, αλλά χάσει την ψυχή του». Αυτά τα λόγια ήταν και μία σκληρή προειδοποίηση στον Ιούδα για το χάσιμο της ψυχής Του για 30 αργύρια.
     Στο Μυστικό Δείπνο μετά το πλύσιμο των ποδιών των μαθητών Του ο Χριστός είπε: «εσείς είστε καθαροί, αλλ’ όχι όλοι» (Ιωάν. 13,10-11). Γνώριζε αυτόν, που θα Τον παραδώσει. Στη συνέχεια, ενώ διδάσκει την ταπείνωση (γι’ αυτό έπλυνε τα πόδια των μαθητών Του), προειδοποιεί πάλι τον Ιούδα λέγοντας την προφητεία του Δαβίδ (Ψαλ. 40,10): «Εκείνος που τρώει μαζί μου ψωμί σήκωσε και με χτύπησε με τη φτέρνα του». Στην υποκριτική αταραξία του Ιούδα ο Χριστός ταράχθηκε για την απώλεια της ψυχής του και είπε καθαρά ότι κάποιος θα τον προδώσει (Ιωάν. 13,21). Ο Ιούδας πάλι έκανε τον ανήξερο. Ο Χριστός τον φανερώνει έμμεσα λέγοντας: «εκείνος που βούτηξε μαζί μου στην πιατέλα το ψωμί, αυτός θα με παραδώσει» (Ματθ. 26,23). Κι ενώ ο Ιούδας συνέχιζε να κρύβεται, λέει ο Χριστός απειλητικά: «αλίμονο στον άνθρωπο εκείνο μέσω του οποίου ο υιός του ανθρώπου (ο Μεσσίας) θα παραδοθεί. Καλό θα ήταν γι’ αυτόν να μην είχε γεννηθεί (Ματθ. 26,24). Κι ενώ όλοι έλεγαν «μήπως είμαι εγώ», ο Ιούδας, για να μη φανερωθεί με τη σιωπή του, Τον ρώτησε κι αυτός χωρίς ντροπή: «μήπως είμαι εγώ»; Ο Χριστός τού είπε: «Συ το είπες», δηλ., όπως το είπες.
Ο επιστήθιος μαθητής Του αναφέρει πως ο Χριστός στο όρος Γεθσημανή έριξε κάτω προς τα πίσω τον Ιούδα και τους στρατιώτες, όταν τον πλησίασαν (Ιωάν.18,5-6). Ο Ιούδας δε συγκλονίσθηκε, αλλά υποκριτικά χαιρέτησε το Χριστό λέγοντας «χαίρε ραββί» και Τον φίλησε εγκάρδια, «κατεφίλησεν αυτόν» (Ματθ. 26,49). Ο Χριστός δεν του κακομίλησε, αλλά του είπε: «φίλε, γι’ αυτό που ήλθες εδώ, προχώρα» (Ματθ. 26,50). Ο Λουκάς (22,48) συμπληρώνει τα λόγια του Χριστού με την ερώτηση: «με φίλημα παραδίδεις τον Υιό του ανθρώπου;». Σα να του έλεγε: γνωρίζω γιατί ήρθες, είσαι προδότης, δε με ξεγελά το θερμό φιλί σου.
     Ο Χριστός προσπάθησε να τον συνετίσει. Ο Ιούδας, όμως, ήταν αμετάπειστος στην προδοσία.

4. Μήπως ο Ιούδας πρόδωσε το Χριστό, επειδή δεν ήταν ο απελευθερωτής από τους Ρωμαίους;

Ο Χριστός ποτέ δε μίλησε για επανάσταση όπλων. Οι προειδοποιήσεις για το πάθος Του αποκλείουν κάθε ενδεχόμενο για επανάσταση. Αν ο Ιούδας ήταν ζηλωτής, δηλαδή επαναστάτης, θα έπρεπε να περιμένει μήπως ο Χριστός δείξει αργότερα τις θείες δυνάμεις Του και απελευθέρωνε το λαό. Με την προδοσία του οδηγούσε το Χριστό στην αφάνεια. Με το θάνατο του Χριστού δεν κέρδισε τίποτε η υπόθεση της επανάστασης. Αν ο Χριστός απογοήτευσε τον Ιούδα, ας τον εγκατέλειπε κι ας περίμενε άλλον απελευθερωτή Μεσσία.
     Επίσης ο επαναστάτης Ιούδας δε δικαιολογεί τη μεταμέλεια του προδότη και τον απαγχονισμό. Όταν επέστρεψε τα χρήματα, είπε στους αρχιερείς: «παρέδωσα αίμα αθώο» (Ματθ.27,4). Ο επαναστάτης Ιούδας, επίσης, έπρεπε να κρατήσει τα χρήματα για τις ανάγκες της αναμενόμενης επανάστασης. Με τον απαγχονισμό του δεν άλλαξε η κατάσταση της ρωμαιοκρατίας.
     Όλος ο λαός περίμενε απελευθερωτή Μεσσία. Όταν ο Χριστός πολλαπλασίασε τους πέντε άρτους και τα δύο ψάρια και έφαγαν χιλιάδες άνθρωποι, έλεγαν όσοι έφαγαν:  «πραγματικά αυτός είναι ο αναμενόμενος προφήτης. Ο Χριστός αντιλήφθηκε ότι σκοπεύουν να τον κάνουν  βασιλιά, και αναχώρησε στο όρος μόνος Του» (Ιωάν. 6,14-15).
     Και οι μαθητές του Χριστού περίμεναν από το Μεσσία απελευθέρωση. Δύο μάλιστα από τους πιο κοντινούς, τα αδέλφια Ιάκωβος και Ιωάννης, μαζί με τη μητέρα τους ζήτησαν από το Χριστό, όταν σε λίγο θα γινόταν βασιλιάς στα Ιεροσόλυμα, να τους βάλει δίπλα στο θρόνο Του δεξιά και αριστερά. Ο Χριστός τους εξήγησε ότι στα Ιεροσόλυμα τον περιμένει  πικρό ποτήρι, πηγαίνει για πάθος (Ματθ. 20,20-23). Αυτοί όμως δεν πρόδωσαν το δάσκαλό τους.
     Ο Ιούδας δεν ήταν επαναστάτης, αλλά μικρόψυχος, εγωιστής και φιλάργυρος.

5. Ο Ιούδας δε μετανόησε, όταν επέστρεψε τα τριάντα αργύρια και είπε στους αρχιερείς ότι αμάρτησε παραδίδοντας αίμα αθώο;

Άλλο πραγματική μετάνοια κι άλλο απλή μεταμέλεια. Η πραγματική μετάνοια χαρακτηρίζεται από  την προσπάθεια για διόρθωση του κακού, ενώ η απλή μεταμέλεια είναι αλλαγή σκέψης (απλή μεταστροφή) χωρίς καμία προσπάθεια διόρθωσης του κακού. Ο Ιούδας αναγνώρισε το λάθος του, αλλά δεν έκανε κάτι για να το διορθώσει. Αν μετανοούσε πραγματικά, θα πήγαινε να βρει το Χριστό και με δάκρυα θα ζητούσε τη συγχώρηση, όπως έκανε ο Πέτρος.
     Το ότι αυτοκτόνησε δείχνει ότι ο εγωισμός του τώρα λειτούργησε αυτοκαταστροφικά. Προφανώς έβαλε και το χέρι του κι ο διάβολος και τον οδήγησε στην απελπισία.
     Αν ο Ιούδας μετανοούσε πραγματικά, θα σωζόταν.
Πηγή:  http://www.oodegr

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2015

Τι είπαν οι Τρεις Ιεράρχες για την Παιδεία.



Ζητούμε ἕνα σχολεῖο συνδεδεμένο μέ τή ζωή. Οἱ Τρεςεράρχες  μᾶς ὑποδεικνύουν ἕνα σχολεῖο συνδεδεμένο μέ τή Ζωή.
Διδάχθηκαν ἀπό τήν πεῖρα τους ὅτι Ζωή εἶναι τό ἄνοιγμα τῆς καρδιᾶς στόν Θεό καί στόν ἄνθρωπο. 
... Η μετάβαση πρός μία παιδεία Ζωῆς εἶναι ἐφικτή πλέον μόνο μέ μία  Ἔξοδο. Στήν πράξη αὐτό σημαίνει ἔξοδο ὅλων πρός τήν ὑπευθυνότητα καί τήν συνάντηση μέ τόν ἄλλον.  Γιά τούς πολιτικούς: ἔξοδο ἀπό τόν κομματισμό.  Γιά τούς ἐκπαιδευτικούς: ἔξοδο ἀπό τήν συντεχνία.  Γιά τούς μαθητές: ἔξοδο ἀπό τό βόλεμα.  Γιά τούς γονεῖς: ἔξοδο ἀπό τήν ἀδιαφορία. 
(Πρωτοπρεσβυτέρου Βασιλείου Θερμο).

Σε λίγες μέρες γιορτάζουν οι Άγιοι αυτοί, προστάτες της Παιδείας μας.  Θα τους τιμήσουμε κι εμείς στο σχολείο μας, με Βυζαντινούς Ύμνους και ομιλίες.  Ας  δούμε λοιπόν κάποια από τα λεγόμενά τους, που μας αφορούν άμεσα και διαχρονικά.  Ας τα θυμόμαστε!

Τι είπαν οι ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ για την Παιδεία.
Ἡ παιδεία εἶναι τό πρῶτο ἀγαθό πού διαθέτουμε. Ἡ  παιδεία εἶναι ἀγαθό πού πρέπει νά μεταδίδεται.


Γιά μένα δέν εἶναι σοφός ἐκεῖνος πού ἔχει σοφία λόγου, οὔτε ἐκεῖνος πού παρουσιάζει μέν εὐφράδεια ἀλλά ἔχει ἄστατη καί ἀδιαμόρφωτη ψυχή 
... Σοφό θεωρῶ ἐκεῖνον πού λέει μέν λίγα περί ἀρετῆς, ἀλλά παρουσιάζει πολλά μέ τή ζωή του καί ἐπιβεβαιώνει μέ τήν πράξη τήν ἀξιοπιστία τοῦ λόγου του. Σοφία εἶναι τό νά γνωρίζει κανείς τόν ἑαυτό του καί νά μήν ὑπερηφανεύεται.
ΆΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ



Ἡ πραγματική παιδεία εἶναι ἀγωγή ὠφέλιμη γιά τήν ψυχή, πού τήν καθαρίζει ἀπό ἐλαττώματα, πολλές φορές μέ κόπο καί πόνο.
Ἡ παιδεία στήν ἀρχή φαίνεται νά προξενεῖ δυσφορία καί ὄχι χαρά· ἀργότερα ὅμως ἀποφέρει καρπό εἰρήνης καί σωτηρίας.

ΑΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ

Ἀπό τήν τέχνη αὐτή δέν ὑπάρχει μεγαλύτερη. Μεγάλος θησαυρός εἶναι τά παιδιά μας καί χρειάζονται πολλή ἐπιμέλεια. Τίποτε δέν συγκρίνεται μέ τό νά διαπαιδαγωγήσεις τήν ψυχή καί νά διαπλάσεις τή διάνοια ἑνός νέου. Χρειάζεται περισσότερη προσοχή καί ἀκρίβεια καί ἀπό ἐκείνη πού ἔχουν οἱ ζωγράφοι καί οἱ γλύπτες.
... δίνουμε προσοχή στή λογοτεχνία πού ἔχει ἠθική ἐπίδραση πάνω μας ἐπειδή ἐξυμνεῖ τήν ἀρετή καί ἀπορρίπτουμε ἐκείνη πού καλλιεργεῖ πάθη. Φροντίζουμε ἡ ἐπιστήμη νά μήν ὑπηρετεῖ τό ψέμμα. Γενικά, ἀγαποῦμε ὅ,τι εἶναι οἰκεῖο καί συγγενεύει πρός τήν ἀλήθεια.
ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ