Σάββατο 22 Ιουνίου 2019

Ο Τεκτονισμός εις την «καθ’ ημάς Ανατολήν», του π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνού, Zoiforos.GR


Ο Τεκτονισμός εις την «καθ’ ημάς Ανατολήν»
του π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνού

από την εφημερίδα «Ορθόδοξος Τύπος», 30/03/2012
1. Ὁ Τεκτονισμὸς/Μασονία εἶναι ἐμβόλιμο μέγεθος στὴν ἑλληνορθόδοξη κοινωνία, ποὺ παρασιτεῖ στὸ σῶμα της, μὲ συνέπειες ὀδυνηρὲς γιὰ τὴν συνοχὴ καὶ ταυτότητά της. Τὸ σημαντικότερο: Ὁ Τεκτονισμὸς εἶναι τοκετὸς ξένων ὠδίνων, ξένος τελείως πρὸς τὴν ταυτότητα τοῦ Γένους/Ἔθνους μας, καὶ μάλιστα στὴν οὐσία του μὴ συμβατὸς μὲ αὐτήν. Ἔτσι, ἐνεργεῖ τὸν ἰδεολογικὸ διαμελισμὸ τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, κυρίως στὰ «ὑψηλότερα» κοινωνικὰ στρώματά της, συμβάλλοντας στὴ διαιώνιση καὶ τὸ βάθεμα τοῦ ἰδεολογικοῦ μας διχασμοῦ. Ἡ δράση του (ἀπὸ τὸν 18ο αἰώνα) στὸν δικό μας γεωγραφικὸ χῶρο ἐθεμελίωσε τὴν βεβαιότητα ὅτι ἡ Μασονία ταυτίζεται μὲ τὸν ἀποκρυφισμὸ καὶ τὴν σκοτεινότητα λειτουργίας καὶ ἐνέργειας, κάτι ποὺ ὑποστασιώνεται στὴ γνωστὴ στὰ Ἰόνια Νησιὰ καὶ ἀπαξιωτικὴ γιὰ κάποιον διατύπωση• «σὰν μασόνος»...
Ὁ Ἑλλαδικὸς Τεκτονισμὸς ἔχει προέλευση ἀγγλική. Τὸ βρετανικὸ στοιχεῖο, ὅποια καὶ ἂν ἦταν ἡ δραστηριότητά του ἐπιδόθηκε στὴν ἵδρυση (ἀγγλικῶν) τεκτονικῶν στοῶν. Ἡ «ἱεραποστολικὴ» αὐτὴ κινητικότητα ἐνίσχυε οὐσιαστικὰ καὶ τὴν προώθηση τῆς βρετανικῆς πολιτικῆς. Τὰ ἀρχειακὰ στοιχεῖα διαψεύδουν τὸν περὶ τοῦ ἀντιθέτου ἰσχυρισμὸ τῶν δικῶν μας τεκτόνων, πρὸ πάντων τὰ ἀρχεῖα τοῦ Colonial Office (ὑπουργείου ἀποικιῶν) γιὰ τὰ Ἑπτάνησα (1814-1864). Ἡ πρώτη Στοὰ στὴν «καθʼ ἡμᾶς Ἀνατολὴν» ἱδρύθηκε στὴ Σμύρνη μὲ πρωτοστάτη σὲ αὐτὴν τὴν κατεύθυνση τὸν
ἐπιφανή τέκτονα Ἀλέξανδρο Ντρυμόν. Ἀπὸ τὴ Σμύρνη ἐξαπλώθηκαν οἱ Στοὲς στὴν Κωνσταντινούπολη μὲ τὴν ἵδρυση καὶ ἐκεῖ Στοᾶς τὸ 1848. Τὸ εὐρωπαϊκὸ πολιτιστικὸ κλίμα καὶ ἡ κοσμοπολίτικη πληθυσμιακὴ σύνθεση εὐνοοῦσαν τὴν εἰσαγωγὴ νέων ἰδεῶν, ποὺ ἔβαινε παράλληλα μὲ τὴν ἀποδυνάμωση τῆς χριστιανικῆς πίστης καὶ τοῦ συνδέσμου μὲ τὴν ὀρθόδοξη παράδοση. Δὲν εἶναι συνεπῶς περίεργο, ποὺ τέκτονες κατεῖχαν θέσεις καὶ σὲ αὐτὸ τὸ Φανάρι καὶ τὸ Πατριαρχεῖο ἤδη περὶ τὸ 1755. Στὰ τέλη τοῦ 18ου αἰώνα, ἐξ ἄλλου, εἶχαν ἱδρυθεῖ Στοὲς στὴν Ἀθήνα, τὴν Ζαγορά, τὰ Ἀμπελάκια, τὰ Ἰωάννινα καὶ τὰ Ἰόνια Νησιὰ (πρῶτος «ἀπολογητὴς» τοῦ τεκτονισμοῦ στὴν Ζάκυνθο ὁ κληρικὸς Ἀντώνιος Κατήφορος). Ὁ Τεκτονισμὸς στηριζόταν κυρίως στὸ ἀστικὸ στοιχεῖο, κινήθηκε δὲ στὸν χῶρο τῶν λογίων, τῶν ἐμπόρων καὶ τῶν Φαναριωτῶν.
2. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, στὸ ἑλληνόφωνο τμῆμα της, ἔλαβε νωρὶς θέση ἀπέναντι στὸ Τεκτονισμὸ καὶ τὴν ἀπειλή του, γιὰ τὴν ἑλληνορθόδοξη παράδοση, τὴν ὁποία ἀναιρεῖ καὶ μόνη ἡ παρουσία του. Ἡ πρώτη θεωρητικὴ καταδίκη τοῦ Μασονισμοῦ στὸ κλίμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἔγινε σχεδὸν σύγχρονα μὲ τὴν ἵδρυση Στοῶν του. Μαρτυρία ἁγιορείτικου χειρογράφου ὑποστηρίζει τὴν ἔκδοση συνοδικοῦ καταδικαστικοῦ γράμματος τὸ 1745. Ἀποκήρυττε τοὺς τέκτονες ὡς «ἀθέους», μὲ τὴν γνωστὴ ἔννοια ποὺ εἶχε ἡ λέξη ἤδη στὴν Καινὴ Διαθήκη (Ἐφεσ. 2, 12), ὡς ἀρνούμενους δηλαδὴ τὸν μόνο ἀληθινὸ Θεό, στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ πατριαρχικὸς ἀφορισμός, ἐξ ἄλλου, τοῦ 1793 (Νεόφυτος Β΄) συμπεριελάμβανε «τοὺς Βολταίρους καὶ Φρανκμαζόνας καὶ Ροσσοὺς καὶ Σπινόζας» –τοὺς πρωτεργάτες δηλαδὴ τῆς Γαλλικῆς Ἐπανάστασης. Πρέπει δὲ ἐδῶ νὰ ὑπογραμμιστεῖ ὅτι ὁ Τεκτονισμὸς καὶ ἡ εἰσβολή του στὸ χῶρο τῆς Ρωμαίϊκης Ἐθναρχίας ἐπηρέασαν καὶ τὴ στάση της ἔναντι τῆς Γαλλικῆς Ἐπανάστασης καὶ τῶν Ἰδεῶν της. Ἄλλωστε, καὶ ὁ Ναπολέων μὲ τοὺς ἀδελφούς του ἦσαν διακεκριμένοι τέκτονες. Κατὰ τὸν καλὸ γνώστη τῶν πραγμάτων Στῆβεν Ράνσιμαν, «οἱ ἰδέες τοῦ Τεκτονισμοῦ τὸν ΙΘ΄ αἰ. ἦσαν ἐχθρικὲς πρὸς τὶς ἀρχαῖες ἐκκλησίες». Μὲ τὴν εἰσχώρηση μάλιστα καὶ μερικῶν Ἑλλήνων ἐκκλησιαστικῶν στὴ Μασονία ἐπιτεύχθηκε ἡ «ἐξασθένιση τῆς ἐπιρροῆς τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας».
Πρό ἐτῶν συνεξέδωσα μὲ τὸν ἐκλεκτὸ φιλόλογο κ. Χαράλαμπο Μηνάογλου πολλὰ καὶ καλὰ ὑποσχόμενο, ἕνα ἔργο τοῦ 1782, γραμμένο ἀπὸ τὸν Ἀγάπιο Κολλυβὰ Παπαντωνάτο, μὲ τίτλο «Ἀνατροπὴ τῆς Φραγμασονικῆς πίστεως». Τὸ ὀγκῶδες αὐτό ἔργο δείχνει μία προχωρημένη καὶ τεκμηριωμένη γνώση τοῦ Μασονισμοῦ, ποὺ μάλιστα ἀντιμετωπίζεται ὡς θρησκεία, ἀναιρετική τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ γενικά τοῦ Χριστιανισμοῦ.
Τὸν 19ο αἰώνα ὁ Τεκτονισμός, ἡ φιλοσοφία καὶ οἱ ἐπιδιώξεις του, ἀλλὰ καὶ ἡ μέθοδός του, ἔγιναν πλέον σαφῆ στὰ ἀγγλοκρατούμενα Ἑπτάνησα. Τὸ 1839 συνέταξε πολυσέλιδη (ἀνέκδοτη ἀκόμη, ἀλλὰ παρουσιασμένη ἐπιστημονικὰ) ἀναίρεση τοῦ Τεκτονισμοῦ, ὁ τότε Ἔφορος (1837-1839) –πρύτανις– τῆς Ἰονίου Ἀκαδημίας καθηγητὴς τῆς Θεολογίας, ἱερομόναχος Κωνσταντῖνος Τυπάλδος- Ἰακωβάτος (1795-1867), ὁ μετέπειτα πρῶτος σχολάρχης τῆς Ἱ. Θεολογικῆς Σχολῆς τῆς Χάλκης (Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο). Εἶναι γνωστή ἐπίσης ἡ ἀντιμασονικὴ δράση τοῦ Κοσμᾶ Φλαμιάτου (†1852) καὶ τοῦ Ἀποστ. Μακράκη (†1905), ὅπως κατὰ τὸν 20ο αἰώνα τὰ ἀντιμασονικά ἔργα τοῦ Καθηγητοῦ Παν. Τρεμπέλα, τοῦ π. Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου, τοῦ Ν. Ψαρουδάκη, τοῦ Κ. Τσαρούχα, τοῦ Β. Λαμπρόπουλου, τοῦ Ν. Φιλιππόπουλου κ.ἄ.
3. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν πολυδημοσιευμένη Ἐγκύκλιό της τοῦ 1933, μετὰ τὴν γνωμάτευση τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Ἀθηνῶν, τηρεῖ στάση σαφῆ καὶ ρωμαλέα. Μὲ βάση τὰ κείμενα τῆς Ὀρθόδοξης Παράδοσης καὶ τὰ βιβλία τοῦ Τεκτονισμοῦ ἀκολουθεῖ τὴν ἄποψη τῆς Διορθόδοξης Ἐπιτροπῆς (Ἅγιον Ὄρος, 1930) και «καταδικάζει» τὸν Τεκτονισμό, ὅπως θὰ πράξει καὶ μὲ ἄλλα κείμενά της τὸ 1972, 1984 καὶ 1996. Ἤδη, τὸ 1933 ἡ Ἱερὰ Σύνοδος δέχεται τὸν χαρακτήρα τοῦ Τεκτονισμοῦ ὡς θρησκείας, ἐπιμένοντας στὴν ἐπικινδυνότητά του. «Ἡ Μασονία -δηλώνεται- δὲν εἶναι ἁπλῆ τις φιλανθρωπικὴ ἕνωσις ἢ φιλοσοφικὴ σχολή, ἀλλʼ ἀποτελεῖ μυσταγωγικὸν σύστημα, ὅπερ ὑπομιμνήσκει τὰς παλαιάς ἐθνικάς θρησκείας ἢ λατρείας, ἀπὸ τῶν ὁποίων κατάγεται καὶ τῶν ὁποίων συνέχειαν καὶ ἀναβίωσιν ἀποτελεῖ. Τοῦτο ὄχι ἁπλῶς ὁμολογοῦσιν, ἀλλὰ καὶ ἐναβρυνόμενοι διακηρύττουσιν αὐτοὶ οἱ πρόκριτοι τῶν ἐν ταῖς Στοαῖς διδασκάλων…». Τὰ συμπέρασμα: «Οὕτως ἡ Μασονία ἀποδεδειγμένως τυγχάνει θρησκεία μυστηριακή, ὅλως διάφορος, κεχωρισμένη καὶ ξένη τῆς Χριστιανικῆς Θρησκείας».
Βέβαια αὐτὰ τὰ ἀρνοῦνται ἐπισήμως οἱ Τέκτονες, διαφωνοῦν ὅμως πρὸς τὰ ἴδια τὰ κείμενα καὶ τὶς κατὰ καιροὺς διακηρύξεις γνωστῶν τεκτόνων. Ἀλλὰ καὶ ἡ Διορθόδοξη Διάσκεψη τοῦ 1930 ἐχαρακτήρισε τὴν Μασονία «ὡς σύστημα ἀντιχριστιανικὸν καὶ πεπλανημένον». Ὑπάρχει δηλαδὴ ἀδιατάρακτη συνέχεια στὴν περὶ Μασονίας ἀντίληψη καὶ στάση τῆς Ἐκκλησίας μας. Τὸ 1782 καὶ ὁ Ἀγάπιος Παπαντωνάτος εἶχε δηλώσει: «Ἡ φραγμασονικὴ πίστις εἶναι ἡ πλέα ἀσεβεστέρα καί ἡ πλέα ἐπιβλαβεστέρα εἰς τὸ ἀνθρώπινον γένος ἀπὸ ὅσας ἀσεβείας ἐστάθησαν ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τοῦ αἰῶνος ἕως τῆς σήμερον». Καταλήγει δὲ στὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ εκτονισμὸς εἶναι ἀντιχριστιανικὸς καὶ πλήρης ἀνατροπὴ τοῦ Χριστιανισμοῦ.
Εἶναι γεγονὸς ὅτι ἡ Μασονία μὲ τὸν συγκρητιστικὸ της χαρακτήρα («ὅλα στὸ ἴδιο τσουκάλι») λειτουργεῖ ὡς ὑπερθρησκεία ὑπέρθεος ὁ θεὸς της Μ.Α.Τ.Σ.=Μέγας Ἀρχιτέκτων τοῦ Σύμπαντος), πού καταβροχθίζει τὰ διάφορα θρησκεύματα ὅσο καὶ ἂν ἰσχυρίζεται ὅτι δὲν τὰ θίγει. Ἰδιαίτερα τὸ ἀσυμβίβαστο μὲ τὴν Μασονία ἰσχύει γιὰ τὸν (ὀρθόδοξο) Χριστιανό, διότι ἰσοπεδώνει τὸν Χριστό μας, ταυτίζοντάς τον μὲ διάφορους «μύστες», ἀρνούμενη βάναυσα τὴν μοναδικότητα καὶ ἀποκλειστικότητα (Πράξ. 4,12) στὴ σωτηρία, τοῦ μόνου Ἀληθινοῦ Θεοῦ, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ ΜΟΝΟΣ μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει στὴν θέωση ὡς ἕνωση μαζί Του. Διότι ὁ Χριστός δίνει στὸν ἄνθρωπο ὡς Θεάνθρωπος, ὅ,τι Αὐτὸς ἔχει, δηλαδὴ θεότητα, τὴν ἄκτιστη καὶ θεοποιὸ Χάρη Του. Ἀντίθετα, ὁ Χριστὸς μας χαρακτηρίζεται ἀπὸ ἐπιφανή τέκτονα (Βρατσάνος) «ὁ μεγάλος Ναζωραῖος Μύστης». Στὸ βιβλίο του («Τὸ βιβλίο τοῦ Μαθητοῦ») σημειώνει: «Ὁ σημερινὸς τέκτων γνωρίζει καλά, ὅτι ἡ μύησίς του στὰ τεκτονικὰ μυστήρια τὸν ἔκαμε τέκτονα ὅμοιο μὲ τὸν Ποσειδῶνα καὶ τὸν Ἀπόλλωνα καὶ τὸν Ἀμφίωνα καὶ τὸν Χριστό». Ὁ ἰσχυρισμὸς ἄρα Ἑλλήνων τεκτόνων, ὅτι παραμένουν πιστοὶ ὀρθόδοξοι χριστιανοί, ἀποδεικνύει ἤ ὅτι ἀγνοοῦν τὸν Χριστιανισμὸ στὸ σύνολό του ἢ ὅτι εἶναι ἀπατεῶνες. Τρίτον δὲν ὑπάρχει! Γι’ αὐτὸ καὶ ἰσχύει πάντοτε τὸ ἀσύμπτωτο καὶ ἀσυμβίβαστο τῆς ἰδιότητας τοῦ Τέκτονος μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ (ὀρθοδόξου) Χριστιανοῦ, κατὰ τὶς διακηρύξεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου μας, ποὺ ἐπαναβεβαιώθηκαν ἀπὸ τὸν μακαριστὸ Ἀρχιεπίσκοπο κυρὸ Χριστόδουλο τὸ 1988 μὲ ἕνα ἐγκύκλιο κείμενό του μὲ τίτλο: «Γιατί δὲν μπορεῖ νὰ εἶμαι μασῶνος. Ὡς Ἕλλην καὶ Ὀρθόδοξος Χριστιανὸς δὲν μπορεῖ νὰ ἀνήκω στὴν Μασωνία». Τὸ κείμενο αὐτὸ παραθέτει δέκα σημεῖα, ποὺ αἰτιολογοῦν τὴν ἀποστροφή του στὴ μασονικὴ ἰδιότητα. Στὸ σημεῖο 10 γράφει συμπερασματικά: «Ἡ Μασωνία κατὰ τὴν Ἐκκλησία μας, εἶναι σύστημα ἀντιχριστιανικὸν καὶ πεπλανημένον, διὰ τοῦτο καὶ δὲν συμβιβάζεται ἡ ἰδιότης τοῦ Χριστιανοῦ μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ Μασώνου. Οἱ πιστοὶ ὀφείλουν νὰ ἀπέχουν τῆς Μασωνίας, καὶ ὅσοι παρεπλανήθησαν καλοῦνται νὰ μετανοήσουν καὶ ἐπανέλθουν στοὺς κόλπους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας». Καὶ ἡ ἀκροτελεύτια φράση τοῦ κειμένου: «Ἂν γίνω μασῶνος, πρέπει νὰ παύσω νὰ εἶμαι Ὀρθόδοξος καὶ Ἕλλην»! Συνεπῶς, οὐδὲν πρόβλημα θὰ ὑπάρξει, ἂν ἡ Ἱεραρχία μας, γιὰ μία ἀκόμη φορά, ἀνανεώσει τὶς παλαιότερες διακηρύξεις της γιὰ τὴν Μασονία.
Συμπερασματικά, δέν μπορεῖ νά τίθεται τό ἐρώτημα, ἄν ὁ Μασονισμός ἔχει καταδικασθεῖ ἀπό τήν Ἐκκλησία μας. Διότι ἔχει ἐλεγχθεῖ ἐπανειλημμένα, καί μάλιστα ὡς συγκρητιστική πολιτικοθρησκευτική πολυεθνική Ὀργάνωση, ἀσυμβίβαστη πρός τόν Χριστιανισμό ὡς Ὀρθοδοξία. Τόν πολιτικό του ρόλο σήμερα πραγματοποιεῖ ἡ Λέσχη Bilderberg, πού ἔχει αἰχμαλωτίσει τήν πλειονότητα τῶν πολιτικῶν δυνάμεων τοῦ τόπου μας.
Πηγή: http://aktines.blogspot.co

Ο μεγαλύτερος εχθρός της Εκκλησίας, του π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνού,



Ο μεγαλύτερος εχθρός της Εκκλησίας
του π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνού

Από το βιβλίο «ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΑ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ»
(Απάνθισμα κηρυγμάτων από την «ΦΩΝΗ ΚΥΡΙΟΥ» των ετών 1980 και 1983)
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»
***
«…ίνα ώσιν εν, καθώς ημείς» (Ιωάν. ιζ’ 11)
Σήμερα, που η Εκκλησία μας τιμά την μνήμη των Αγίων και Θεοφόρων Πατέρων της Α’ Οικουμενικής Συνόδου (Νίκαια 325 μ.Χ.), γιατί την ελευθέρωσαν από την πνευματική νόσο της αρειανικής κακοδοξίας, κρίνουμε σκόπιμο να αναφερθούμε γενικότερα στην έννοια της αιρέσεως, του μεγαλυτέρου εχθρού της ενότητας της Εκκλησίας.
1. Ο χαρακτήρας της πίστεώς μας, είναι η καθολικότητα. Η Εκκλησία μας είναι καθολική κατά το ιερό Σύμβολο. Η ιδιότητα αυτή της Εκκλησίας θεμελιώνεται στους λόγους εκείνους του αναστάντος Κυρίου μας: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αυτούς τηρείν πάντα όσα ενετειλάμην υμίν» (Ματθ. κη’ 20). Έχει η καθολικότητα της Εκκλησίας δύο διαστάσεις. Την κάθετο. Δηλαδή την αποδοχή ολόκληρης της αποκεκαλυμμένης θείας αληθείας, του πληρώματος της θείας αποκαλύψεως. Και την οριζόντια. Δηλαδή την εξάπλωση όλης της αληθείας αυτής εις όλα τα έθνη. Έτσι, η κατ’ εξοχήν αποστολή της Εκκλησίας συνιστάται στην διαφύλαξη της καθαρότητας και ακριβείας της «άπαξ παραδοθείσης» (Ιούδ. 3) πίστεως και στην εξάπλωσή της σ’ όλο τον κόσμο.
2. Τί ήταν όμως ο «κόσμος», όταν η πρώτη Εκκλησία ανελάμβανε την εκπλήρωση της μεγάλης αυτής πάνω στη γη αποστολής της; Ειδωλολατρία, αθεΐα, ανηθικότητα, αδικία, εκμετάλλευση, δουλεία και όλα εκείνα, που ο Απ. Παύλος αναφέρει στο α’ κεφάλαιο της επιστολής του προς Ρωμαίους (Ρωμ. α’ 18 ε.). Από ένα τέτοιο περιβάλλον προήρχοντο τα νέα μέλη της Εκκλησίας. Είναι χαρακτηριστικοί οι λόγοι του Παύλου στους χριστιανούς της Εφέσου: «Ήτε ποτέ σκότος, νυν δε φως εν Κυρίω» (Εφ. ε’ 8). Σαν ένα φως μέσα στο σκοτάδι του κόσμου έλαμψε η Εκκλησία. Όσοι, λοιπόν, υπάκουαν στην κλήση του Θεού και γίνονταν μέλη της Εκκλησίας, έπρεπε να αποδεχθούν και την πίστη της. Να ενωθούν δηλαδή ουσιαστικά και οργανικά με τα άλλα μέλη της, να ζουν με την αλήθειάν της, ν’ αλλάξουν τις συνήθειες του κόσμου με μια πολιτεία αγιωσύνης, αγάπης και δικαιοσύνης. Η Εκκλησία, λοιπόν, εζήτησε από την αρχήν ολοκληρωτική αλλαγή. Να γίνει δηλαδή ο άνθρωπος πραγματικά «καινή κτίσις».
Για να γίνει όμως αυτό πραγματικότητα, εχρειάζετο να αναγεννηθούν οι νέοι πιστοί κατά το πνεύμα της Εκκλησίας, ώστε να γίνει πλήρης και τέλειος και ο εγκεντρισμός τους στο σώμα της. Κι ήσαν πολλοί που φάνηκαν πρόθυμοι να ανταποκριθούν στην απαίτηση αυτή. Δεν ήταν όμως λίγοι και εκείνοι που παρά την αυτοπροαίρετη έξοδό τους από τον κόσμο και την είσοδό τους στην Εκκλησία, δεν θέλησαν να λησμονήσουν και την παλαιά ζωή τους. Συνέβη δηλαδή σ’ αυτούς ό,τι και στους Ισραηλίτες, που, μόλις άρχισαν να αναπνέουν τον αέρα της ελευθερίας, νοστάλγησαν τα σκόρδα και τα κρεμμύδια της Αιγύπτου (Αριθμ. ια’ 5). Μια τέτοια ενέργεια ο λόγος του Θεού την χαρακτηρίζει σαν την συνήθεια του σκύλου να ξαναγυρίζει στο «ίδιον εξέραμα», ή του χοίρου, που λούεται «εις κύλισμα βορβόρου» (Β’ Πέτρ. β’ 22).
3. Ποίοι όμως ήταν οι χριστιανοί αυτοί; Άλλοι μεν από αυτούς ήταν Ιουδαΐζοντες. Αυτοί ζητούσαν να υποτάξουν τον Χριστιανισμό στο γράμμα του Μωσαϊκού Νόμου και να ταυτίσουν την παγκόσμια αποστολή του με τον ιουδαϊκό εθνικισμό. Άλλοι ήταν ελληνίζοντες. Αυτοί προσπαθούσαν να αναμίξουν τον Χριστιανισμό με την ψευδοφιλοσοφία του κόσμου και να τον περιορίσουν στα πλαίσια μιας θρησκείας με την προσαρμογή του προς την ειδωλολατρία. Άλλοι, τέλος, ήσαν Ρωμαίοι. Αυτοί, πιο πρακτικοί και ρεαλιστές, είδαν την νέα θρησκεία σαν ένα μέσον για τη δική τους παγκόσμια επικράτηση και επίγεια κυριαρχία.
Κάθε μια από τις τάσεις αυτές δεχόταν από την διδασκαλία του Χριστιανισμού, ό,τι την συνέφερε και την ευνοούσε. Το βάρος όμως έρριχνε στις δικές της αρχές, στις δικές της στοχοθεσίες και το χειρότερο, δημιουργούσε έτσι μια νέα διδασκαλία, που την παρουσίαζε σαν εκκλησιαστική – χριστιανική. Δεν σταματούσε όμως εδώ. Αλλά και αυτή τη διδασκαλία της Εκκλησίας την ερμήνευσε κατά τον δικό της τρόπο. Έτσι μια ομάδα με τέτοιες τάσεις, παρ’ όλο ότι ήθελε να πιστεύει πως ζούσε μέσα στο σώμα της Εκκλησίας, επρόβαλλε την δική της πίστη και όχι πλέον την πίστη της Εκκλησίας. Αυτό ακριβώς είναι εκείνο, που στην εκκλησιαστική θεολογική γλώσσα ονομάζουμε ΑΙΡΕΣΗ. Το να παρουσιάζει δηλαδή κανείς τις ιδικές του γνώμες και πεποιθήσεις ως διδασκαλία της Εκκλησίας και τη δική του ερμηνεία της θείας αποκαλύψεως, ως ερμηνεία και διδασκαλία εκκλησιαστική.
4. Η αίρεση δημιουργεί στην Εκκλησία κακό μεγαλύτερο από την αμαρτία. Ο αμαρτωλός πέφτει ως άτομο, και είναι δυνατόν να ανανήψει και πάλιν, κάνοντας χρήση των λυτρωτικών μέσων της Εκκλησίας. Ο αιρετικός όμως εκπίπτει οριστικά από το σώμα της Εκκλησίας. Γιατί δεν πιστεύει στην Εκκλησία ως κιβωτό της θείας αποκαλύψεως. Πιστεύει μόνο στον εαυτό του, και παίρνει την θέση κριτού της «παραδοθείσης» πίστεως. Θεοποιεί δηλαδή τον εαυτό του. Γιατί δεν παραδέχεται άλλη αυθεντία μεγαλύτερη από το πρόσωπό του. Κάθε αίρεση είναι εξάνθημα της ίδιας αρρώστιας, του ανθρώπινου εγωισμού. Όλες οι αιρέσεις είναι του ιδίου φυράματος. Μ’ αυτό τον τρόπο όμως η αίρεση διαιρεί την Εκκλησία και καταστρέφει την ενότητά της. Ίσως δεν είναι υπερβολή, αν θεωρήσουμε ως πρώτους αιρετικούς, στην ιστορία, τους πρωτοπλάστους, γιατί πρώτοι αυτοί πάνω απ’ το θείο θέλημα έβαλαν το δικό τους θέλημα και πρώτοι εχωρίσθηκαν από την θεία κοινωνία. Γι’ αυτό η αίρεση συνιστά βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος. Δεν είναι δε παράδοξο ότι οι περισσότεροι αιρετικοί, εκτός από τις άλλες πλάνες τους, είναι και πνευματομάχοι, από τους αρχαίους Μακεδονιανούς μέχρι τους συγχρόνους μας Χιλιαστές ή (Ψευδο)μάρτυρες του Γιεχωβά.
Κατά συνέπειαν, η αίρεση κατασπαράσσει το σώμα της Εκκλησίας. Καταστρέφει την ενότητά της. Διαστρεβλώνει τη θεία αποκάλυψη και την καταθρυμματίζει. Αναμιγνύει την αλήθεια με την πλάνη. Γι’ αυτό και είναι πολύ χειρότερη από μια άλλη θρησκεία. Γιατί δεν έρχεται απ’ έξω -και γι’ αυτό δεν γίνεται αντιληπτή. Εμφανίζεται ως κρυφός όγκος μέσα στο σώμα της Εκκλησίας. Κυκλοφορεί ως αλήθεια με ένδυμα και χρώμα εκκλησιαστικό και έτσι κατορθώνει εύκολα να απατήσει. Είναι το φοβερότερο όπλο του σατανά εναντίον της Εκκλησίας, φοβερότερο και απ’ αυτούς τους διωγμούς. Γιατί δεν σκοτώνει φθαρτά σώματα, αλλά ψυχές αθάνατες. Επειδή μάλιστα οι αιρετικοί εμφανίζονται ύπουλα σαν μέλη της Εκκλησίας, χριστιανοί δηλαδή, κατορθώνουν να παραπλανούν -με την πλαστή μάλιστα αγιότητά τους- τους αφελείς και αστηρίκτους. Τούτο συμβαίνει και στη Χώρα μας με τους διαφόρους αιρετικούς, που με την Γραφή στα χέρια καλύπτουν την πονηρία τους. Πέρα όμως από την θρησκευτική πλάνη, καλύπτουν οι αιρέσεις και καθαρά συμφεροντολογικές – πολιτικές επιδιώξεις, υπηρετώντας τα συμφέροντα των κέντρων εξαρτήσεών τους. Με την φαινομενική μάλιστα άσκηση φιλανθρωπίας, την αυστηρή δήθεν ζωή και την έντεχνη και καλά προετοιμασμένη προπαγάνδα, διαφθείρουν τις συνειδήσεις και οδηγούν με μεθοδικότητα στον καταχθόνιο σκοπό τους, που δεν είναι άλλος από την εγκατάλειψη της Εκκλησίας και την καταστροφή του έργου του Χριστού.
Αδελφοί μου!
Αρκεί να ρίξει κανείς μια βιαστική ματιά στην εκκλησιαστική ιστορία, για να καταλήξει μόνος στην διαπίστωση, του τί σημαίνει η αίρεση στη ζωή της Εκκλησίας. Επειδή δε η αίρεση είναι γέννημα του διαβόλου, φροντίζει ο πνευματικός της πατέρας να προστατεύει καλά το παιδί του. Αν δε, όπως σωστά ελέχθη, η μεγαλύτερη νίκη του σατανά είναι να μας πείθει πως δεν υπάρχει, η μεγαλύτερη επιτυχία της αιρέσεως είναι να πείθει τους μεν μορφωμένους και άμεσα υπευθύνους ότι είναι έργο ταπεινό και ανάξιο λόγου η ενασχόληση μ’ αυτή και η απόκρουσή της, τον δε απλό λαό ότι δήθεν στις διάφορες αιρετικές ομάδες θα βρει την αλήθεια και την γνήσια χριστιανική ζωή. Εμείς όμως, που θέλουμε να μείνουμε πιστοί στην παράδοση των αγίων της Εκκλησίας μας Πατέρων, θεωρούμε ως καθαρή συνέπεια της πίστεώς μας και ιερό καθήκον μας: α) το ξεσκέπασμα όλων των αιρέσεων, β) την συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι όλες οι αιρέσεις εξυπηρετούν συμφέροντα σκοτεινά και εργάζονται για την καταστροφή της πίστης και γ) την προφύλαξη και του εαυτού μας και των αδελφών μας από το φοβερό αυτό δηλητήριο του Διαβόλου.

«Ίνα ώσιν εν, καθώς ημείς…», του π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνού,


«Ίνα ώσιν εν, καθώς ημείς…»
του π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνού

Από το βιβλίο «ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΑ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ»
(Απάνθισμα κηρυγμάτων από την «ΦΩΝΗ ΚΥΡΙΟΥ» των ετών 1980 και 1983)
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»
***
Ομιλία στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο
ΤΟ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΟΣ
«Ίνα ώσιν εν, καθώς ημείς…»
…Ο αγώνας των αγίων Πατέρων της Νικαίας εναντίον της αρειανικής κακοδοξίας ήταν αγώνας για την ενότητα της Εκκλησίας και την διατήρηση της ταυτότητός της, για να μπορή να ζη στον κόσμο σαν Ορθοδοξία και να σώζη τον κόσμο. Περισσότερο όμως βοηθεί εμάς η σημερινή ευαγγελική περικοπή, για να προσδιορίσωμε τις προϋποθέσεις εκείνες, που εξασφαλίζουν την ενότητά μας μέσα στο εκκλησιαστικό σώμα, και συγχρόνως την ενότητα του ίδιου του Σώματος, της Εκκλησίας.
Το «έργον» του Χριστού
Το «έργον» του Χριστού μας για το οποίο μιλεί ο ίδιος ο Κύριος, είναι λυτρωτικό, αλλά και αποκαλυπτικό. Είναι το φανέρωμα του Θεού στον κόσμο. Αποκάλυψη του μυστηρίου του Τριαδικού Θεού, που αποτελεί το αιώνιο θεμέλιο δομήσεως και της Εκκλησίας. Η αποκάλυψη δε αυτή δεν έγινε θεωρητικά -διανοητικά, αλλά απτά και συγκεκριμένα στο Πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Με το Είναι Του, την ίδια την ύπαρξή Του γνωστοποίησε ο Χριστός στον κόσμο τον Τριαδικό Θεό. Διότι σ’ Αυτόν. «κατοικεί παν το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς» (Κολ. β’ 9) και γι’ αυτό «ο εωρακώς αυτόν εώρακε τον Πατέρα» (Ιωάν. ιδ’ 9), όπως θα πη στον Φίλιππο. Έξω από τον Χριστό δεν μπορούμε να γνωρίσωμε τον Θεό, να μάθωμε το θέλημά Του για την σωτηρία μας, και συνεπώς ούτε να σωθούμε μπορούμε. Εκείνο, που ξεχωρίζει αποφασιστικά και τελεσίδικα την Εκκλησία από τα διάφορα θρησκεύματα του κόσμου, είναι το Πρόσωπο του Χριστού. Γιατί μόνο στον Χριστό συναντά κανείς λυτρωτικά τον Θεό. Αυτός είναι «η θύρα» (Ιωάν. ι’ 9), «η οδός» (Ιωάν. ιδ’ 6) και η «προσαγωγή» μας στη Χάρη του Θεού (Ρωμ. ε’ 2). Με το φανέρωμα του Θεού στο ίδιο το Πρόσωπό Του μας ανοίγει ο Χριστός τον δρόμο για την σωτηρία, την αιώνια ζωή. Η έκφραση «αιώνιος ζωή», που ακούσαμε στο Ευαγγέλιο σήμερα, δεν έχει χρονική, αλλά σωτηριολογική σημασία. Σημαίνει την είσοδό μας στον πνευματικό χώρο της αιώνιας «βασιλείας του Θεού». Στο πνευματικό κράτος της εξουσίας Του. Σημαίνει επιστροφή μας στην «κοινωνία» του Θεού, μέσα στην οποία πραγματικά υπάρχομε και ζούμε.
Το έργον το δικό μας
Σ’ αυτήν την κλήση του Θεού εν Χριστώ καλείται ο άνθρωπος να απαντήση. Έχει το δικαίωμα να την δεχθή ή να την απορρίψη. Από την απάντησή μας όμως κρίνεται και η σωτηρία μας. Η κατάφασή μας στην λυτρωτική αποκάλυψη του Χριστού μας είναι η πίστη μας, το μυστικό «ναι», που αντιπροτάσσομε στο απολυτρωτικό έργο του Χριστού, που έγινε άνθρωπος «δι’ ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν». Χωρίς αυτό δεν σωζόμεθα. Δηλαδή δεν μπορούμε να ξαναβρούμε την υπαρκτική ολότητα και ακεραιότητά μας, αλλά θα μένωμε κομματιασμένοι και διχασμένοι μέσα στη φθορά του κόσμου, στην προσήλωση δηλ. στην ύλη και στη ματαιότητά της. Εκείνο, που καλούμεθα να κάμωμε μείς για την σωτηρία μας, το έκαμαν ήδη οι Μαθηταί του Χριστού. «Ετήρησαν τον λόγον» του Θεού, που τους φανέρωσε ο Χριστός. Πίστευσαν δηλ. πως ο Χριστός έρχεται από τον Θεό και ότι Εκείνος Τον απέστειλε στον κόσμο.
Αναγνώρισαν στο Πρόσωπο του Χριστού τον Θεάνθρωπο Μεσσία – Λυτρωτή. Έτσι, και μόνο έτσι, μπόρεσαν να μπουν στην «αιώνιο ζωή», να αναγνωρίσουν τον Θεό στο Πρόσωπο του Χριστού, με το να δεχθούν τον Χριστό και να πιστεύσουν στην μαρτυρία Του για τον Θεό και την «αιώνια ζωή» Του. Αυτό όμως ήταν όχι μόνο η προϋπόθεση της σωτηρίας των, αλλά συγχρόνως και το θεμέλιο της εν Χριστώ ενότητός των, χωρίς την οποία ούτε και η σωτηρία είναι δυνατή. Ο Χριστός παρακαλεί, γι’ αυτό, τον Πατέρα να τους κρατήση σ’ αυτήν την ενότητα. Στην μία δηλ. και ενιαία πίστη και πιστότητα προς τον Χριστό, που εξασφαλίζει και την μεταξύ τους ενότητα.
Είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό, ότι την ενότητα αυτή των μαθητών ο Χριστός την ανάγει στη δική Του ενότητα με τον Πατέρα (…καθώς ημείς). Η δική Του ενότητα με τον Πατέρα είναι ενότητα ουσίας και αγάπης. Ο Χριστός έχει ολόκληρη την θεία ουσία μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα (τα τρία θεία Πρόσωπα είναι μεταξύ τους «ομοούσια», όπως διεκήρυξε η Α’ Οικουμενική Σύνοδος). Με την πιστότητά τους στον Χριστό θα κρατήσουν και οι Μαθηταί -και όλη η Εκκλησία- αυτή την ενότητα αγάπης και δικαιοσύνης, ώστε να ανήκουν σε μια αδελφική κοινωνία, στην οποία «όλοι ζουν σαν μια οικογένεια και τα έχουν όλα κοινά», και «κανείς δεν λέγει πως κάτι από τα υπάρχοντά του είναι ατομική του ιδιοκτησία», αλλά έχουν μεταξύ τους τέτοια αγάπη, ώστε «το περίσσευμα του ενός να καλύπτη το υστέρημα του άλλου… και να υπάρχη μεταξύ τους ισότητα» (βλ. Πράξ. β’ 44. δ’ 32· Β’ Κορ. η’ 13. 14).
Το έργον των Αγίων Πατέρων μας
Από τα παραπάνω λόγια του Χριστού μας καταξιώνεται και δικαιώνεται και το «έργον» των Αγ. Πατέρων μας, όπως εκείνων της Α’ Οικουμενικής Συνόδου. Το έργο των Αγίων Πατέρων, και μάλιστα στις Οικουμενικές Συνόδους, δεν είναι φιλοσοφικό διανοητικό, αλλά ιδιαίτερα πρακτικό και ομολογητικό. Δεν αγωνίζονται να ανακαλύψουν κάποια αλήθεια, αλλά διακηρύσσουν και ομολογούν την μία και αιώνια αλήθεια για τον Θεό, για τον Χριστό, για τον άνθρωπο και τον κόσμο. Αντικρούοντας οι Άγιοι Πατέρες τον Άρειο και την διδασκαλία του, ότι ο Χριστός δεν είναι παρά ένα «κτίσμα» και «ξένος» τελείως προς τον Θεό – Πατέρα, συνεχίζουν εκείνο, που έκαμαν οι Απόστολοι, οι οποίοι εδέχθηκαν τον Χριστό, όχι όπως μπορούμε να Τον φαντασθούμε εμείς, αλλ’ όπως εκείνος απεκαλύφθη, δηλαδή σαν Υιό του Θεού, ίσο με τον Πατέρα (Φιλιππ. β’ 6) και «ομοούσιο» με Εκείνον. Ο Άρειος εκήρυττε ένα Χριστό ξένο προς τον πραγματικό, και συνεπώς ένα Χριστό ανύπαρκτο, που δεν μπορεί να σώση, γιατί δεν μπορεί να είναι «η οδός» μας προς τον Πατέρα και η «θύρα» μας προς την «αιώνιο ζωή», την σωτηρία. Ένα Χριστό, άρα, που δεν μπορεί να μας οδηγήση στην πρώτη εκείνη ιεροσολυμιτική κοινωνία της αγάπης, της ισότητος και δικαιοσύνης. Γιατί ο Θεός του Αρείου δεν είναι κοινωνικός, κοινωνία ομοουσίων Προσώπων, αλλά ένας Θεός Μονάρχης και ατομοκράτης. Ένας Θεός, που μπορεί να στηρίξη τις διάφορες απολυταρχίες του κόσμου, αλλά όχι την αγαπητική και αδελφική κοινωνία της Εκκλησίας, την κοινωνία των Αγίων. Οι άγιοι Πατέρες μας, δηλ. μας πρόσφεραν το 325 στην Νίκαια, ό,τι είναι απόλυτα αναγκαίο και για την δική μας σωτηρία. Την μόνη αλήθεια για τον Χριστό, για την πραγματική του ουσία και σχέση Του με τον Θεό Πατέρα. Γιατί μόνο αυτός ο Χριστός μπορεί να μας σώση. Μας εξασφαλίζουν έτσι εις τον αιώνα την βασικώτερη προϋπόθεση, για να μείνωμε ενωμένοι με τον ενανθρωπήσαντα Σωτήρα μας, αλλά και όλοι μαζί ενωμένοι μέσα στο ένα σώμα Του, την Εκκλησία. Να γιατί η προσφορά των Αγίων Πατέρων είναι η μεγαλύτερη από όσες θα μπορούσε να δεχθή ποτέ ο άνθρωπος και ο κόσμος.

Ο Ελληνισμός στη ζωή και στο έργο του Μακρυγιάννη Γράφει ο π. Γεώργιος Μεταλληνός


... Ο Μακρυγιάννης φαίνεται να ζει στήν ύπαρξή του την ιστορική διαχρονία και ενότητα του Ελληνισμού.

Είναι τόσο φυσική στο Μακρυγιάννη η αδιατάρακτη συνέχεια του Έθνους, ώστε μιλώντας για την εποχή του να αναδύονται στη μνήμη του αβίαστα οι αρχαίοι. «Γοναίγοι προπατέρες» μας είναι ο Μιλτιάδης, ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης, ο Λεωνίδας, ο «γέρο Σωκράτης καί ο Πλάτων» καί όλοι «οι επίλοιποι γενναίοι άνδρες» …
Οι νέοι Έλληνες είναι απόγονοι των παλιών Ελλήνων» καί παιδιά των συνεχιστών της δικής τους ιστορικής παρουσίας», του Ρήγα, του Μάρκου Μπότσαρη, του Καραϊσκάκη, του Δυσσέα, του Διάκου, του Κολοκοτρώνη, του Νικήτα, του Κυργιακούλη, του Μιαούλη, του Κανάρη, των Υψηλάντων». Το πειστήριο: "Θυσίασαν τη ζωή τους καί την κατάστασήν τους δι' αυτείνη την ορθόδοξην θρησκείαν και δι’ αυτείνην την ματοκυλισμένην μικρή τους πατρίδα». Με την επανάσταση ανέστησαν την αρχαία Ελλάδα.
Βέβαια, υπάρχει και η αναφορά στον άλλο κλάδο του εθνικού δένδρου, τους αγίους της Ορθοδοξίας. Δίπλα στο Σωκράτη επιβιώνει ατή μακρυγιάννεια μνήμη ο Μ. Βασίλειος. Οι νέοι Έλληνες δεν είναι μόνο απόγονοι των αρχαίων, αλλά παιδιά καί των Αγίων της Ρωμηοσύνης, όλης δηλαδή της ελληνικής ιστορικής συνέχειας.
Η μνήμη των προγόνων ενισχύει το αυτοσυναίσθημα του Μακρυγιάννη. «Απόγονοι αυτεινών των περίφημων ανθρώπων, όπου στόλισαν την ανθρωπότητα μ' αρετή». Η συνείδησή του όμως δεν λειτουργεί ρατσιστικά. Οι Αρχαίοι δεν είναι μόνο δικοί μας πρόγονοι, αλλά πνευματικά «γοναίγοι όλης της ανθρωπότης», «μεγάλοι άνδρες του κόσμου». Η Ελλάς είναι «μερική πατρίδα τους». Μ' αυτές τις περγαμηνές εισέρχεται το Έθνος στα ελεύθερα Κράτη της Ευρώπης. Αρχαίοι καί Άγιοι του έχουν κληροδοτήσει τις αρετές τους, καί γι' αυτό δεν νοιώθει καμιά μειονεξία. Οι πρώτοι: «αγαθοί, δίκαιγοι, το φως της αλήθειας, γενναίοι ύπερασπισταί της λευτεριάς». Οι Άγιοι: «είχαν πρώτα αρετή, ηθική», έγιναν «καλοί χριστιανοί ορθόδοξοι θεολόγοι καί καλοί φιλόσοφοι» καί με τη φώτιση του Θεού «πατέρες της Εκκλησίας καί άγιοι».
Η επιβίωση των προγόνων δεν στηρίζεται στη φυλετική συνέχεια, αλλά στη ψυχική. Η κοινότητα των αρετών επιβεβαιώνει την ταύτιση. «Στη θέση οπού απέθανες εσύ, Λεωνίδα, με τους τρακόσους σου, πέθαναν καί αυτείνοι δια την Θρησκείαν καί την πατρίδα».
…Η πτώση της αρχαίας Ελλάδος οφείλεται στην αλλοτρίωση των παιδιών της. «Χάνοντας αυτείνοι, εχάθη καί η πατρίδα τους, η Ελλάς, έσβησε το όνομά της». Ξαναβρίσκοντας έτσι, την γνησιότητά τους οι Έλληνες, μπόρεσαν να την αναστήσουν. Είναι οι «αθάνατοι Έλληνες», οι τίμιοι αγωνιστές, πού ανέστησαν την Ελλάδα. Μάλλον «ο Θεός ο δίκαιος» χάρη των αρχαίων» ανάστησε και τους απογόνους των». Διότι ο Θεός σ' αυτη τη συνέχεια του Ελληνισμού έχει κεντρική θέση.
Ο Μακρυγιάννης εντοπίζει καί τις απόλυτες αξίες της ελληνικής παρακαταθήκης, που συνιστούν τα ιερά καί όσια, τα οποία αγωνιζόταν να διασώσει. Είναι οι συνιστώσες της ταυτότητας του Γένους-Έθνους, η θρησκεία καί η πατρίδα.
.. . Θρησκεία των Νεοελλήνων είναι η Ορθοδοξία, η «ενυπόστατος πίστις» των Αγίων του Γένους, με όλες τις ησυχαστικές πρακτικές της (άσκηση –μετάνοια - αγώνα για τη σωτηρία-θέωση). Χωρίς την προϋπόθεση αυτή ο Μακρυγιάννης μένει ακατανόητος, παρερμηνεύεται, παρεξηγείται. Η Ορθοδοξία είναι η πνευματική παράδοση του Ελληνισμού. Στήν αυθεντική της έκφραση ανεξίθρησκη («η θρησκεία κάθε ανθρώπου» σεβαστή), φιλάνθρωπη, αντιρατσιστική. Εκκλησίες καί Μοναστήρια διασώζουν την «υπαρκτή Ορθοδοξία» καί γι' αυτό αποτελούν τόπους συνεχούς αναβαπτισμού του Γένους. Τα Μοναστήρια ήσαν, εξ άλλου, «τα πρώτα προπύργια της επανάστασης μας».
Πατρίδα είναι ο γεωγραφικός χώρος πραγματώσεως του Έλληνα-Ρωμηού, δηλαδή Ορθοδόξου. Γι' αυτό πρέπει να είναι ελεύθερη, για να είναι δυνατή καί η αυτοπραγμάτωση καί ολοκλήρωση αυτή του Έλληνα ανθρώπου καί του πολιτισμού του. Διότι η πατρίδα μόνο ως κοινωνία δικαιοσύνης, ισοτιμίας καί ρωμαίικης δημοκρατίας μπορεί να νοηθεί. Προορισμός της: «να ζει (ο Έλληνας) καί οι συγγενείς του (= οι λοιποί του Γένους του) ως τίμιοι άνθρωποι εις την κοινωνίαν». Μιλώντας για την πατρίδα ο Μακρυγιάννης αληθινά εκστασιάζεται. «Ο ζήλος της πατρίδος», βρίσκει έτσι τη δικαίωσή του, όπως καί όλες οι θυσίες γι' αυτήν. Η πατρίδα όμως νοείται πάντα σε συνάρτηση με τη θρησκεία», διότι αυτή «μας ελευθέρωσε». Η επανάσταση είναι καρπός της αθεράπευτης αγάπης του Έλληνα για τη πατρίδα και τη θρησκεία. Ο Έλληνας στη γνησιότητά του «διψά για αρετή καί δια πατριωτισμόν».
Μιλώντας για τον Ελληνισμό ο Μακρυγιάννης, δέχεται, καθαρά την έννοια του «Λαού του Θεού», Όπως καί ο Ντοστογέφσκυ για το Ρωσικό Λαό. Και είναι «λαός του Θεού» ο Ελληνικός στο μέτρο, πού πορεύεται μέσα στο θέλημα του Θεού, κατά το «μακάριος, ου ο Θεός βοηθός αυτού» (Ψαλμ. 145,5). Λείπει κάθε απόχρωση εθνικισμού καί φυλετισμού στο Μακρυγιάννη, γιατί στή συνείδησή του κυριαρχεί ο ρωμαίικος «οικουμενικός πατριωτισμός» καί όχι ο δυτικότροπος — διαφωτιστικός - «εθνικιστικός πατριωτισμός». Λαός του Θεού είναι ο Ελληνικός, διότι ζει μόνιμα με τη συνείδηση της παρουσίας του Θεού στη ζωή του καί της ανάγκης της θείας βοήθειας ως Χάριτος για την ιστορική ύπαρξη του.
Ο Μακρυγιάννης, με τη συζυγία «θρησκεία-πατρίδα», χαράζει τις θεμελιακές συντεταγμένες του ελληνικού ήθους, ενός τρόπου υπάρξεως, πού αγωνίζεται πρώτα ο ίδιος να πραγματώσει.
Ο Μακρυγιάννης είναι γι' αυτό ένα δυναμικό δείγμα του ελληνορθόδοξου-ρωμαίικου ήθους. Στό λόγο καί την πράξη του σπουδάζουμε την ιστορική συνέχεια μας. Τύποι σαν τον Μακρυγιάννη, τον Παπαδιαμάντη, τον Κόντογλου κ.ά. συνιστούν αρχετυπικά σημεία αναφοράς στη διακρίβωση του νεοελληνικού ήθους.
του π. Γεωργίου Μεταλληνού – Από το βιβλίο «Ελληνισμός μετέωρος»

Και όμως! Η Ρωμανία ζει Γράφει ο π. Γεώργιος Μεταλληνός


Τὸν 4ο αἰ. μ.Χ. ἐμφανίζεται ἕνα ὁλότελα νέο κρατικὸ μέγεθος στὴν Ἱστορία καὶ μαζί του γεννιέται ἕνας νέος κόσμος. Εἶναι ἡ αὐτοκρατορία τῆς Ν.Ρώμης ἢ ὅπως ὀνομάζεται ἤδη ἀπὸ τὸν 4ο αἰ. ἡ Ρωμανία.
Στὰ ὅρια τῆς ἀνανεώσεως τῆς αὐτοκρατορίας ὁΜέγας Κωνσταντῖνος μεταφέρει τὴν πρωτεύουσα (τὴν Παλαιὰ Ρώμη, ἑλληνικὴ πόλη καὶ αὐτή) στὴν Ἀνατολή. Γι᾽ αὐτὸ ἡ Νέα Ρώμη θὰ ὀνομασθεῖ πρὸς τιμή του καὶ Κωνσταντινούπολη. Ἡ Ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία μεταστοιχειώνεται σὲ «ἐπώνυμον τοῦ Χριστοῦ Πολιτείαν». Διαμορφώνεται συνάμα μία νέα συνείδηση καὶ νέα πολιτειακὴ ἰδεολογία. Εἶναι ἡ νέα αὐτοκρατορικὴ ἰδέα γιὰ τὴν προοδευτικὴ ἐνσωμάτωση ὅλων τῶν Λαῶν τῆς Οἰκουμένης στὴν χριστιανικὴ Πίστη. Τὰ στηρίγματα τῆς αὐτοκρατορίας τῆς Νέας Ρώμης εἶναι: ἡ ρωμαϊκὴ Οἰκουμένη καὶ νέα πολιτειακὴ ἰδεολογία, ὁΧριστιανισμὸς ὡς πατερικὴ Ὀρθοδοξία καὶ ἡ Ἑλληνικότητα (γλώσσα, πολιτισμός, παιδεία). Αὐτὸ ἐκφράζει τὸ γνωστὸ τροπάριο τῆς Ἁγίας Κασσιανῆς: «Ὑπὸ μίαν βασιλείαν ἐγκόσμιον αἱ πόλεις γεγένηνται, καὶ εἰς μίαν δεσποτείαν θεότητος τὰ ἔθνη ἐπίστευσαν».
Ἡ χριστιανικὴ πίστη εἶναι τὸ συνδετικὸ στοιχεῖο ὅλης τῆς αὐτοκρατορίας καὶ αὐτὸ ἀλλοιώνει ἡ αἵρεση, ποὺ δὲν εἶχε μόνο θεολογικό, ἀλλὰ καὶ πολιτικὸ χαρακτήρα.
Κύριο στοιχεῖο τῆς αὐτοκρατορίας εἶναι ἡ ἁρμονικὴ ἱεράρχηση τῆς ἐθνικότητας (συνείδηση τῆς καταγωγῆς) στὴν ὑπερεθνικότητα. Τὸ φυλετικὸ στοιχεῖο δὲν ἔθιγε τὴν ἑνότητα στὸ ἕνα ἐκκλησιαστικὸ σῶμα. Ἀληθινοὶ ἡγέτες, ἄλλωστε, ἦσαν οἱ Ἅγιοι καὶ τὸ ὑπέρτατο ἰδανικὸ δὲν ἦταν ἡ πολιτικὴ δύναμη ἢ ἡ κοσμικὴ σοφία, ἀλλὰ ἡ ἁγιότητα, ὡς θέωση. Γι᾽ αὐτὸ ἡ μελέτη τοῦ «Βυζαντίου»/Ρωμανίας χωρὶς γνώση τῆς θεολογίας εἶναι ἀδύνατη.
Καρδιὰ τῆς αὐτοκρατορίας ἦταν ἡ ἑλληνικότητα (γλώσσα, παιδεία, πολιτισμός). Ἀπὸ τὸν Ἰουστινιανὸ (6ος αἰ.) μέχρι τὸν Ἡράκλειο (7ος αἰ.) ἐξελληνίζεται καὶ ἡ κρατικὴ διοίκηση (Νεαρές). Ἡ Λατινικὴ γλώσσα ὑποχωρεῖ (στὴν Ἀνατολή) καὶ στὴ διγλωσσία τῆς αὐτοκρατορίας (Λατινικὰ καὶ Ἑλληνικά) τὸ βάρος πέφτει στὰ ἑλληνικά. Ἡ ὑπερεθνικὴ ἕνωση μέσα στὴν Ὀρθοδοξία ὁδηγεῖ στὸ οἰκουμενικὸ ἔθνος (“ἔθνος ἅγιον”, Α´ Πέτρ. 2, 9). τὸ «Γένος τῶν Ρωμαίων», τῶν Ὀρθοδόξων πολιτῶν τῆς αὐτοκρατορίας, μία χριστιανικὴ κοινοπολιτεία μὲ ἀπόλυτο κέντρο τὴν Ἁγία Τράπεζα τῆς Ἁγια – Σοφιᾶς. Εἶναι ἡ ἐν Χριστῷ συγ–γένεια ἢ παγ–γένεια τῶν Πολιτῶν τῆς Ν. Ρώμης, Ρωμαίων, Νέο–Ρωμαίων (ἀπὸ τὴν Πόλη) καὶ ἁπλούστερα Ρωμηῶν. Ὁ Μ. Κωνσταντῖνος ἐθεμελίωσε τὴν ἔννοια τοῦ Γένους, ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων λαῶν τῆς αὐτοκρατορίας. Αὐτὴ ἡ ἑνότητα θὰ ἐπιβιώσει καὶ μετὰ τὶς δύο ἁλώσεις (φραγκικὴ τοῦ 1204 καὶ ὀθωμανικὴ τοῦ 1453). Ἡ ἑνιαία ὅμως οἰκουμενικὴ συνείδηση τῶν Ρωμηῶν (ὀρθοδόξων πολιτῶν τῆς Νέας Ρώμης) θὰ ὑπονομευθεῖ ἀπὸ τὴν φραγκικὴ προπαγάνδα γιὰ τὸν ἐκδυτικισμό τους. Ταύτιση τῆς ἐθνικότητας μὲ τὴ γλώσσα δὲν γνωρίζει ἡ Ρωμανία. Αὐτὸ ἐπιβλήθηκε ἀπὸ τοὺς δυτικοευρωπαίους τὸν 19ο ώνα. Τὸ εὐρωπαϊκὸ σκάνδαλο ὅμως δὲν ἀπουσιάζει, ποὺ ἀνατρέπει αὐτὴ τὴν νοοτροπία! Οἱ Ἑλβετοὶ μιλοῦν τρεῖς γλῶσσες, γαλλικὰ – γερμανικὰ – ἰταλικά, ἀλλὰ ἐθνικὰ εἶναι μόνο Ἑλβετοί. Τὰ ρωμαίϊκα (ἁπλὰ ἑλληνικὰ) ἦταν ἡ κοινὴ γλώσσα τῆς αὐτοκρατορίας μέχρι τὸν 19ο αἰώνα καὶ ἐξασφάλιζαν τὴν ἑνότητά της.
Μὲ τὴν κοινὴ πίστη, τὴν Ὀρθοδοξία, τὴν κοινὴ Λατρεία, τὴν κοινὴ πνευματικὴ ζωὴ καὶ τὴν κοινὴ κανονικὴ τάξη συνεχίσθηκε ἡ ἑνότητα τῶν Ὀρθοδόξων Λαῶν τῆς αὐτοκρατορίας, χωρὶς νὰ καταργοῦνται οἱ ἐθνικὲς ταυτότητες (συνείδηση τῆς καταγωγῆς) μέσα στὴν ἐν Χριστῷ ὑπερεθνικότητα. Ὁ ἐθνικισμὸς ὡς φυλετισμός, μὲ τὸν τονισμὸ τῆς ἐθνικότητας, θὰ ἀναπτυχθεῖ μετὰ τὸ 1204 καὶ θὰ κορυφωθεῖ τὸν 19ον αἰώνα. Ἡ ἐθνικὴ (ἐθνικιστικὴ) ἰδέα θὰ καλλιεργηθεῖ ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ 18ου αἰώνα (διαφωτισμός, σχολικὴ ἐκπαίδευση). Ἔτσι θὰ προκύψουν οἱ βαλκανικοὶ ἐθνικισμοὶ μὲ ἄμεση συνέπεια τὰ ἐκκλησιαστικὰ αὐτοκέφαλα (διάλυση τῆς ρωμαίϊκης ἑνότητας), διάλυση τῆς ἐθναρχίας καὶ τῆς αὐτοκρατορίας τῆς Νέας Ρώμης, ποὺ συνεχιζόταν σ᾽ αὐτή. Τὸ 1872 πανορθόδοξη σύνοδος στὴν Κωνσταντινούπολη καταδικάζει τὸν «ἐθνοφυλετισμό» (τὴν εἴσοδό του στὴν Πίστη) ὡς αἵρεση.
Ἡ ἑνότητα τῆς Ρωμανίας καὶ ἡ συνέχεια τῆς οἰκουμενικῆς ρωμαίϊκη ἰδέας ἐξασφαλίζεται στὰ ὅρια τῆς ἐκκλησιαστικῆς δικαιοδοσίας, ποὺ δὲν ἀκολούθησε τὶς τύχες καὶ περιπέτειες τῆς κρατικῆς δικαιοδοσίας. Ὁ ἐκκλησιαστικὸς χῶρος, ὅταν καὶ ὅπου κυριαρχεῖ τὸ πατερικὸ φρόνημα, μένει πάντα πιστὸς στὴν ἐν Χριστῷ οἰκουμενικότητα καὶ πανενότητα τῶν Ρωμαίων – Ρωμηῶν – Ὀρθοδόξων. Ὅπου ὅμως ἐπικρατεῖ τὸ κοσμικὸ φρόνημα, ἐκεῖ ὑπερισχύει ἕνας νοσηρὸς ἐθνικισμὸς (φυλετισμός).
Μὲ τὴν ἐπιβίωση τῶν ἐθναρχιῶν τῶν κατακτημένων ἐδαφῶν της ἡ Ρωμανία (αὐτοκρατορία) ζεῖ: Ἐθναρχία τοῦ Οἰκ. Πατριαρχείου, τοῦ Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας, τῆς Ἀντιοχείας, τῶν Ἱεροσολύμων καὶ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου. Ἡ δικαιοδοσία αὐτῶν τῶν ἐθναρχικῶν κέντρων ἔσωσε καὶ σώζει καὶ ἐδαφικὰ – δικαιοδοσιακὰ τὴν παλαιὰ γεωγραφικὴ ἔκταση τῆς Ρωμανίας. Ἡ διάσωση δὲ καὶ συνέχεια τῆς Ὀρθοδοξίας τῶν Ἁγίων καὶ τῆς πατερικότητος τοῦ φρονήματος σώζει καὶ πνευματικὰ τὴν Ρωμανία, εἰς πεῖσμα τῶν καιρῶν καὶ τῶν ὁποιωνδήποτε ἀλλαγῶν τους. Αὐτὸ διεκήρυσσε σθεναρὰ ὁ μακαριστὸς π. Ἰωάννης Ρωμανίδης. Καὶ εἶχε δίκιο!
Τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ
Ορθόδοξος Τύπος, 24/05/2013

Στοιχεία, πού τεκμηριώνουν την καθιερωμένη ανθελληνική στάση του Βατικανού και των Λατίνων του Ελλαδικού Χώρου


«ΔΙΑ ΝΑ ΜΗ ΞΕΧΝΑΜΕ»

Μοῦ ζητήθηκε νὰ δώσω κάποια στοιχεῖα, πού νὰ τεκμηριώνουν την καθιερωμένη ἀνθελληνική στάση τοῦ Βατικανοῦ καὶ τῶν Λατίνων τοῦ Ἑλλαδικοῦ Χώρου. Διότι πολλοὶ εἶναι ἐκεῖνοι, πού μὴ γνωρίζοντας τὰ κείμενα, ρωτοῦν μὲ ἀπορία:
Ὑπάρχουν ἀποδείξεις; Ἡ ἀπάντηση, δυστυχῶς, εἶναι: Ναί, ὑπάρχουν! Μακάρι νὰ μὴ ὑπῆρχαν καὶ νὰ μὴ ἤμασθε ἀναγκασμένοι νὰ ἀσχολούμεθα μὲ αὐτὸ τὸ θέμα. Δυστυχῶς ὅμως τὰ πράγματα ἀποδεικνύουν ὅτι ὁ ἀνθελληνισμὸς τοῦ Βατικανοῦ εἶναι μόνιμος, ὅσο ὁ Ἑλληνισμὸς μένει ἑνωμένος μὲ τὴν Ὀρθοδοξία τῶν Ἁγίων, πού συνιστᾶ ριζικὴ ἀνατροπὴ τοῦ παπικοῦ οἰκοδομήματος. Μένουμε ἐνδεικτικὰ σὲ κάποιες χαρακτηριστικὲς περιπτώσεις:
Ὁ ἐκλεκτὸς συνάδελφος κ. Ἀντ.Παπαδόπουλος (Καθηγ. Παν/μίου Θεσσαλονίκης) στὴ μελέτη του «Ἡ στάση τῶν Ἑλλήνων Καθολικῶν ἔναντι τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1821 (1971)» τεκμηριώνει τὴν ἀντίθεση, ἀπὸ τὴν ἀρχή, τῶν Λατίνων τῆς Ἑλλάδος στοὺς στόχους τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως, ὁ δὲ συνάδελφός μας στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ Ἀθηνῶν, Ἐπίκ. Καθηγητής κ. Κων. Μανίκας στὴν διδακτορική του διατριβή προσάγει πλῆθος ἀρχειακῶν μαρτυριῶν γιὰ τὸ θέμα. Οἱ ρωμαιοκαθολικοί τῆς Ἑλλάδος κατευθυνόμενοι ἀπὸ τὴ Ρώμη, ἀρνήθηκαν νὰ στηρίζουν τὸν Ἀγώνα, δείχνοντας παντελῆ ἀνυποταξία καὶ προσφεύγοντας στὴν προστασία τῶν δυτικῶν (καθολικῶν) δυνάμεων (Βλ. Κ. Μεταξᾶ, Ἱστορικὰ Ἀπομνημονεύματα..., Ἀθῆναι 1956, σ. 48 ἑ.ἑ.). «Προετίμων τὸν τουρκισμὸν ἀντὶ τοῦ ἑλληνισμοῦ», σημειώνει καὶ ὁ Ἰ. Φιλήμων (Δοκίμιον Ἱστορικὸν περὶ τῆς Ἑλλην. Ἐπαναστ., τ. Γ', Ἀθ. 1861, σ. 116 ἑ.). Οἱ Ρωμαιοκαθολικοί της Ἑλλάδος τελοῦσαν μόνιμα ὑπὸ τὴν καθοδήγηση τῆς Propaganda (Ρώμη), δηλαδὴ ὑπὸ ξένη ἐξάρτηση, κάτι πού συνιστᾶ κατ᾽ οὐσίαν τὸ πρόβλημα τῶν αἱρέσεων στὴν Ἑλλάδα μέχρι σήμερα (ἐξάρτηση ἀπὸ ξένα κέντρα). Παρὰ τὶς προτροπὲς τοῦ ναυάρχου Δεριγνὺ οἱ Λατίνοι ἠρνοῦντο νὰ με- τάσχουν στὰ ἑλληνικὰ πράγματα, προτιμώντας, κατὰ τὸν ἴδιο, νὰ δοῦν τὸν τουρκικὸ θρίαμβο (Ph. Argenti, The Expedition of the Colonel Fabvier…, 1953, σ. 72).
Αὐτὸ τὸ πνεῦμα δείχνει ἀνάγλυφα ἔγγραφο τοῦ Γενικοῦ Προξένου τῆς Γαλλίας στὴ Σμύρνη Pierre Etienne David (1η Ἰουνίου 1828), στὸ ὁποῖο σημειώνεται: «... Γνωστοποιοῦμεν ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος καὶ ὁ Καθολικὸς Κλῆρος τῆς Ναξίας καὶ ὅλη ἡ Καθολικὴ Κοινότης τῆς ἰδίας ταύτης Νήσου, ὡς καὶ αἱ Ἐκκλησίαι, τὰ Παρεκκλήσια, Φιλανθρωπικὰ Ἱδρύματα καὶ ἄλλα Θρησκευτικὰ Ἱδρύματα εἶναι ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ Βασιλέως τῆς Γαλλίας, καὶ ὅτι ἡ ἐλαχίστη ὕβρις κατ' αὐτῶν, κατὰ τὰς παρούσας ταραχάς (sic) διὰ τὰς ὁποίας εἶναι ξένοι (sic), θὰ ἐθεωρεῖτο προσβολὴ διὰ τὸν Κραταιὸν Μονάρχην...» (τὴν μαρτυρία ὀφείλω στὸν κ. Κ. Μανίκα). «Παροῦσαι ταραχαὶ» εἶναι ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση! Οἱ Λατίνοι «Ἕλληνες» μένουν «ξένοι» καὶ πιστοὶ στὸν «Κραταιὸν Μονάρχην», δηλαδὴ τὸν Σουλτάνο!
Θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ἰσχυρισθεῖ ὅτι οἱ συμποσούμενοι τότε σὲ 20-25.000 Ρωμαιοκαθολικοί τῆς Ἑλλάδος τὸ ἔκαναν αὐτό, διότι ἀντιμετώπιζαν ἐχθρότητα ἀπό τους Ὀρθοδόξους καὶ αἰσθάνονταν ἀνετώτερα σὲ ὀθωμανικὸ περιβάλλον.
Δὲν εἶναι ὅμως αὐτὴ ἡ ἀλήθεια, διότι οἱ Ἕλληνες πολιτικοί, ὅπως π.χ. ὁ Θ. Νέγρης, ὄχι μόνο ἦσαν ἰδιαίτερα φιλικοὶ ἀπέναντί τους, προβαίνοντας σὲ ἕνα σωρὸ γιὰ χάρη τους παραχωρήσεις, ἀλλά κατοχύρωναν συνταγματικὰ τὴν προστασία τους (ἦσαν οἱ μόνοι ἑτερόδοξοι στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο τότε), κάτι πού ἰσχύει ὥς σήμερα ἀμετακίνητα. Γιὰ νὰ μὴ δυσαρεστηθοῦν, μάλιστα, οἱ δυτικοὶ προστάτες τους, σημειώθηκε στὸ Σύνταγμα ἤδη τὸ 1822: «Ὅσοι αὐτόχθονες κάτοικοι τῆς Ἐπικρατείας τῆς Ἑλλάδος πιστεύουσιν εἰς Χριστόν, εἰσίν Ἕλληνες...», ὥστε νὰ συμπεριληφθοῦν καὶ οἱ ἀντιτιθέμενοι στὴν Ἐπανάσταση Λατίνοι, καὶ ὄχι: «οἱ ὀρθόδοξοι». Καὶ αὐτὰ μὲν γιὰ τὴν Ἐπανάσταση. Ὑπάρχει ὅμως καὶ συνέχεια.
Ἡ γαλλικὴ ἐφημερίδα «Univers», ὄργανο τοῦ Βατικανοῦ, χαρακτηρίζει τὸ 1868 ἀτύχημα τὴ Ναυμαχία τοῦ Ναυαρίνου καὶ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Ἑλλάδος, γράφοντας: «Τότε μόνο θὰ ἔχουμε ἀφορμὴ νὰ εὐχόμασθε τὴν πτώση τῆς Τουρκίας, ἐὰν ἀντ' αὐτῆς ἱδρυόταν στὴν ἀνατολὴ ἕνα καθολικὸ κράτος» (Σ. Βουτυρᾶ, Ἡ παπικὴ μοναρχία καὶ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, Ἀθ. 1902, σ. 52 ἑ.). Ὅταν δὲ κατὰ τὸν Α' παγκόσμιο πόλεμο φάνηκε ἡ δυνατότητα νὰ ξαναπάρει τὸ Οἰκουμ. Πατριαρχεῖο τὴν Ἁγία Σοφία, τὸ Βατικανὸ δήλωνε, ὅτι προτιμοῦσε «νὰ βλέπει τὴν ἡμισέληνον ἐπὶ τῆς Ἁγίας Σοφίας παρὰ τὸν Ἑλληνικὸν (sic) Σταυρόν»! Καὶ κατὰ τὴ μικρασιατικὴ καταστροφὴ τὸ Βατικανὸ ἔστελνε συγχαρητήρια τηλεγραφήματα στὸν Κεμὰλ Ἀττατούρκ (Σεπτέμβριος 1922) (Βλ. Χρυσοστ. Παπαδοπούλου, ἀρχιεπ., Φύσις καὶ χαρακτήρ τῆς Οὐνίας, Ἀθ. 1928, σ.45).
Ἐξ ὄνυχος τὸν λέοντα! Ἡ ἔρευνα τῶν διαφόρων Κρατικῶν Ἀρχείων θὰ φανερώσει καὶ πολλὰ ἄλλα ἀνάλογα στοιχεῖα γιὰ τὴν ἐποχή μας. Ἡ στάση, ἄλλωστε, τοῦ Βατικανοῦ στὸ «σκοπιανὸ» πρόβλημα, στὸ ὄνομα «Μακεδονία» καὶ στὰ ἑλληνοτουρκικὰ βεβαιώνει, δυστυχῶς, συνέχεια τῆς πολιτικῆς τοῦ Βατικανοῦ. Δὲν ἀπορρίπτουμε, φυσικά, ὅλον τὸν Ρωμαιοκαθολικὸ κόσμο, διότι ὑπάρχουν σ᾽ αὐτὸν κάποια ἐλεύθερα πνεύματα, πού διαφωνοῦν μὲ τὸ παπικὸ κέντρο (κράτος). Τὸ Βατικανὸ δὲν θέλει νὰ δεχθεῖ Ἑλληνισμὸ ὀρθόδοξο, παρὰ μόνο Ἕλληνες-Οὐνίτες, ὑπηρέτες τῶν πολιτικοοικονομικῶν σχεδίων του. Γι᾽ αὐτὸ ἔμεινε πλέον στὴν ἱστορία τὸ ρητορικὸ ἐρώτημα τοῦ Μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου μας κ. Σεραφείμ, ἂν «τὸ Βατικανὸ εἶναι Ἐκκλησία». Διότι, δυστυχῶς, δὲν εἶναι.
Τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ
Ορθόδοξος Τύπος,12/10/2012

«Τον πολιτικό ρόλο του Μασονισμού πραγματοποιεί η Λέσχη Bilderberg, που έχει αιχμαλωτίσει την πλειονότητα των πολιτικών δυνάμεων» Γράφει ο π. Γεώργιος Μεταλληνός


1. Ὁ Τεκτονισμὸς/Μασονία εἶναι ἐμβόλιμο μέγεθος στὴν ἑλληνορθόδοξη κοινωνία, ποὺ παρασιτεῖ στὸ σῶμα της, μὲ συνέπειες ὀδυνηρὲς γιὰ τὴν συνοχὴ καὶ ταυτότητά της.
Τὸ σημαντικότερο: Ὁ Τεκτονισμὸς εἶναι τοκετὸς ξένων ὠδίνων, ξένος τελείως πρὸς τὴν ταυτότητα τοῦ Γένους/Ἔθνους μας, καὶ μάλιστα στὴν οὐσία του μὴ συμβατὸς μὲ αὐτήν. Ἔτσι, ἐνεργεῖ τὸν ἰδεολογικὸ διαμελισμὸ τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, κυρίως στὰ «ὑψηλότερα» κοινωνικὰ στρώματά της, συμβάλλοντας στὴ διαιώνιση καὶ τὸ βάθεμα τοῦ ἰδεολογικοῦ μας διχασμοῦ. Ἡ δράση του (ἀπὸ τὸν 18ο αἰώνα) στὸν δικό μας γεωγραφικὸ χῶρο ἐθεμελίωσε τὴν βεβαιότητα ὅτι ἡ Μασονία ταυτίζεται μὲ τὸν ἀποκρυφισμὸ καὶ τὴν σκοτεινότητα λειτουργίας καὶ ἐνέργειας, κάτι ποὺ ὑποστασιώνεται στὴ γνωστὴ στὰ Ἰόνια Νησιὰ καὶ ἀπαξιωτικὴ γιὰ κάποιον διατύπωση• «σὰν μασόνος»...
Ὁ Ἑλλαδικὸς Τεκτονισμὸς ἔχει προέλευση ἀγγλική. Τὸ βρετανικὸ στοιχεῖο, ὅποια καὶ ἂν ἦταν ἡ δραστηριότητά του ἐπιδόθηκε στὴν ἵδρυση (ἀγγλικῶν) τεκτονικῶν στοῶν. Ἡ «ἱεραποστολικὴ» αὐτὴ κινητικότητα ἐνίσχυε οὐσιαστικὰ καὶ τὴν προώθηση τῆς βρετανικῆς πολιτικῆς. Τὰ ἀρχειακὰ στοιχεῖα διαψεύδουν τὸν περὶ τοῦ ἀντιθέτου ἰσχυρισμὸ τῶν δικῶν μας τεκτόνων, πρὸ πάντων τὰ ἀρχεῖα τοῦ Colonial Office (ὑπουργείου ἀποικιῶν) γιὰ τὰ Ἑπτάνησα (1814-1864). Ἡ πρώτη Στοὰ στὴν «καθʼ ἡμᾶς Ἀνατολὴν» ἱδρύθηκε στὴ Σμύρνη μὲ πρωτοστάτη σὲ αὐτὴν τὴν κατεύθυνση τὸν ἐπιφανή τέκτονα Ἀλέξανδρο Ντρυμόν. Ἀπὸ τὴ Σμύρνη ἐξαπλώθηκαν οἱ Στοὲς στὴν Κωνσταντινούπολη μὲ τὴν ἵδρυση καὶ ἐκεῖ Στοᾶς τὸ 1848. Τὸ εὐρωπαϊκὸ πολιτιστικὸ κλίμα καὶ ἡ κοσμοπολίτικη πληθυσμιακὴ σύνθεση εὐνοοῦσαν τὴν εἰσαγωγὴ νέων ἰδεῶν, ποὺ ἔβαινε παράλληλα μὲ τὴν ἀποδυνάμωση τῆς χριστιανικῆς πίστης καὶ τοῦ συνδέσμου μὲ τὴν ὀρθόδοξη παράδοση. Δὲν εἶναι συνεπῶς περίεργο, ποὺ τέκτονες κατεῖχαν θέσεις καὶ σὲ αὐτὸ τὸ Φανάρι καὶ τὸ Πατριαρχεῖο ἤδη περὶ τὸ 1755. Στὰ τέλη τοῦ 18ου αἰώνα, ἐξ ἄλλου, εἶχαν ἱδρυθεῖ Στοὲς στὴν Ἀθήνα, τὴν Ζαγορά, τὰ Ἀμπελάκια, τὰ Ἰωάννινα καὶ τὰ Ἰόνια Νησιὰ (πρῶτος «ἀπολογητὴς» τοῦ τεκτονισμοῦ στὴν Ζάκυνθο ὁ κληρικὸς Ἀντώνιος Κατήφορος). Ὁ Τεκτονισμὸς στηριζόταν κυρίως στὸ ἀστικὸ στοιχεῖο, κινήθηκε δὲ στὸν χῶρο τῶν λογίων, τῶν ἐμπόρων καὶ τῶν Φαναριωτῶν.
2. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, στὸ ἑλληνόφωνο τμῆμα της, ἔλαβε νωρὶς θέση ἀπέναντι στὸ Τεκτονισμὸ καὶ τὴν ἀπειλή του, γιὰ τὴν ἑλληνορθόδοξη παράδοση, τὴν ὁποία ἀναιρεῖ καὶ μόνη ἡ παρουσία του. Ἡ πρώτη θεωρητικὴ καταδίκη τοῦ Μασονισμοῦ στὸ κλίμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἔγινε σχεδὸν σύγχρονα μὲ τὴν ἵδρυση Στοῶν του. Μαρτυρία ἁγιορείτικου χειρογράφου ὑποστηρίζει τὴν ἔκδοση συνοδικοῦ καταδικαστικοῦ γράμματος τὸ 1745. Ἀποκήρυττε τοὺς τέκτονες ὡς «ἀθέους», μὲ τὴν γνωστὴ ἔννοια ποὺ εἶχε ἡ λέξη ἤδη στὴν Καινὴ Διαθήκη (Ἐφεσ. 2, 12), ὡς ἀρνούμενους δηλαδὴ τὸν μόνο ἀληθινὸ Θεό, στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ πατριαρχικὸς ἀφορισμός, ἐξ ἄλλου, τοῦ 1793 (Νεόφυτος Β΄) συμπεριελάμβανε «τοὺς Βολταίρους καὶ Φρανκμαζόνας καὶ Ροσσοὺς καὶ Σπινόζας» –τοὺς πρωτεργάτες δηλαδὴ τῆς Γαλλικῆς Ἐπανάστασης. Πρέπει δὲ ἐδῶ νὰ ὑπογραμμιστεῖ ὅτι ὁ Τεκτονισμὸς καὶ ἡ εἰσβολή του στὸ χῶρο τῆς Ρωμαίϊκης Ἐθναρχίας ἐπηρέασαν καὶ τὴ στάση της ἔναντι τῆς Γαλλικῆς Ἐπανάστασης καὶ τῶν Ἰδεῶν της. Ἄλλωστε, καὶ ὁ Ναπολέων μὲ τοὺς ἀδελφούς του ἦσαν διακεκριμένοι τέκτονες. Κατὰ τὸν καλὸ γνώστη τῶν πραγμάτων Στῆβεν Ράνσιμαν, «οἱ ἰδέες τοῦ Τεκτονισμοῦ τὸν ΙΘ΄ αἰ. ἦσαν ἐχθρικὲς πρὸς τὶς ἀρχαῖες ἐκκλησίες». Μὲ τὴν εἰσχώρηση μάλιστα καὶ μερικῶν Ἑλλήνων ἐκκλησιαστικῶν στὴ Μασονία ἐπιτεύχθηκε ἡ «ἐξασθένιση τῆς ἐπιρροῆς τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας».
Πρό ἐτῶν συνεξέδωσα μὲ τὸν ἐκλεκτὸ φιλόλογο κ. Χαράλαμπο Μηνάογλου πολλὰ καὶ καλὰ ὑποσχόμενο, ἕνα ἔργο τοῦ 1782, γραμμένο ἀπὸ τὸν Ἀγάπιο Κολλυβὰ Παπαντωνάτο, μὲ τίτλο «Ἀνατροπὴ τῆς Φραγμασονικῆς πίστεως». Τὸ ὀγκῶδες αὐτό ἔργο δείχνει μία προχωρημένη καὶ τεκμηριωμένη γνώση τοῦ Μασονισμοῦ, ποὺ μάλιστα ἀντιμετωπίζεται ὡς θρησκεία, ἀναιρετική τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ γενικά τοῦ Χριστιανισμοῦ.
Τὸν 19ο αἰώνα ὁ Τεκτονισμός, ἡ φιλοσοφία καὶ οἱ ἐπιδιώξεις του, ἀλλὰ καὶ ἡ μέθοδός του, ἔγιναν πλέον σαφῆ στὰ ἀγγλοκρατούμενα Ἑπτάνησα. Τὸ 1839 συνέταξε πολυσέλιδη (ἀνέκδοτη ἀκόμη, ἀλλὰ παρουσιασμένη ἐπιστημονικὰ) ἀναίρεση τοῦ Τεκτονισμοῦ, ὁ τότε Ἔφορος (1837-1839) –πρύτανις– τῆς Ἰονίου Ἀκαδημίας καθηγητὴς τῆς Θεολογίας, ἱερομόναχος Κωνσταντῖνος Τυπάλδος- Ἰακωβάτος (1795-1867), ὁ μετέπειτα πρῶτος σχολάρχης τῆς Ἱ. Θεολογικῆς Σχολῆς τῆς Χάλκης (Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο). Εἶναι γνωστή ἐπίσης ἡ ἀντιμασονικὴ δράση τοῦ Κοσμᾶ Φλαμιάτου (†1852) καὶ τοῦ Ἀποστ. Μακράκη (†1905), ὅπως κατὰ τὸν 20ο αἰώνα τὰ ἀντιμασονικά ἔργα τοῦ Καθηγητοῦ Παν. Τρεμπέλα, τοῦ π. Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου, τοῦ Ν. Ψαρουδάκη, τοῦ Κ. Τσαρούχα, τοῦ Β. Λαμπρόπουλου, τοῦ Ν. Φιλιππόπουλου κ.ἄ.
3. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν πολυδημοσιευμένη Ἐγκύκλιό της τοῦ 1933, μετὰ τὴν γνωμάτευση τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Ἀθηνῶν, τηρεῖ στάση σαφῆ καὶ ρωμαλέα. Μὲ βάση τὰ κείμενα τῆς Ὀρθόδοξης Παράδοσης καὶ τὰ βιβλία τοῦ Τεκτονισμοῦ ἀκολουθεῖ τὴν ἄποψη τῆς Διορθόδοξης Ἐπιτροπῆς (Ἅγιον Ὄρος, 1930) και «καταδικάζει» τὸν Τεκτονισμό, ὅπως θὰ πράξει καὶ μὲ ἄλλα κείμενά της τὸ 1972, 1984 καὶ 1996. Ἤδη, τὸ 1933 ἡ Ἱερὰ Σύνοδος δέχεται τὸν χαρακτήρα τοῦ Τεκτονισμοῦ ὡς θρησκείας, ἐπιμένοντας στὴν ἐπικινδυνότητά του. «Ἡ Μασονία -δηλώνεται- δὲν εἶναι ἁπλῆ τις φιλανθρωπικὴ ἕνωσις ἢ φιλοσοφικὴ σχολή, ἀλλʼ ἀποτελεῖ μυσταγωγικὸν σύστημα, ὅπερ ὑπομιμνήσκει τὰς παλαιάς ἐθνικάς θρησκείας ἢ λατρείας, ἀπὸ τῶν ὁποίων κατάγεται καὶ τῶν ὁποίων συνέχειαν καὶ ἀναβίωσιν ἀποτελεῖ. Τοῦτο ὄχι ἁπλῶς ὁμολογοῦσιν, ἀλλὰ καὶ ἐναβρυνόμενοι διακηρύττουσιν αὐτοὶ οἱ πρόκριτοι τῶν ἐν ταῖς Στοαῖς διδασκάλων…». Τὰ συμπέρασμα: «Οὕτως ἡ Μασονία ἀποδεδειγμένως τυγχάνει θρησκεία μυστηριακή, ὅλως διάφορος, κεχωρισμένη καὶ ξένη τῆς Χριστιανικῆς Θρησκείας».
Βέβαια αὐτὰ τὰ ἀρνοῦνται ἐπισήμως οἱ Τέκτονες, διαφωνοῦν ὅμως πρὸς τὰ ἴδια τὰ κείμενα καὶ τὶς κατὰ καιροὺς διακηρύξεις γνωστῶν τεκτόνων. Ἀλλὰ καὶ ἡ Διορθόδοξη Διάσκεψη τοῦ 1930 ἐχαρακτήρισε τὴν Μασονία «ὡς σύστημα ἀντιχριστιανικὸν καὶ πεπλανημένον». Ὑπάρχει δηλαδὴ ἀδιατάρακτη συνέχεια στὴν περὶ Μασονίας ἀντίληψη καὶ στάση τῆς Ἐκκλησίας μας. Τὸ 1782 καὶ ὁ Ἀγάπιος Παπαντωνάτος εἶχε δηλώσει: «Ἡ φραγμασονικὴ πίστις εἶναι ἡ πλέα ἀσεβεστέρα καί ἡ πλέα ἐπιβλαβεστέρα εἰς τὸ ἀνθρώπινον γένος ἀπὸ ὅσας ἀσεβείας ἐστάθησαν ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τοῦ αἰῶνος ἕως τῆς σήμερον». Καταλήγει δὲ στὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ εκτονισμὸς εἶναι ἀντιχριστιανικὸς καὶ πλήρης ἀνατροπὴ τοῦ Χριστιανισμοῦ.
Εἶναι γεγονὸς ὅτι ἡ Μασονία μὲ τὸν συγκρητιστικὸ της χαρακτήρα («ὅλα στὸ ἴδιο τσουκάλι») λειτουργεῖ ὡς ὑπερθρησκεία ὑπέρθεος ὁ θεὸς της Μ.Α.Τ.Σ.=Μέγας Ἀρχιτέκτων τοῦ Σύμπαντος), πού καταβροχθίζει τὰ διάφορα θρησκεύματα ὅσο καὶ ἂν ἰσχυρίζεται ὅτι δὲν τὰ θίγει. Ἰδιαίτερα τὸ ἀσυμβίβαστο μὲ τὴν Μασονία ἰσχύει γιὰ τὸν (ὀρθόδοξο) Χριστιανό, διότι ἰσοπεδώνει τὸν Χριστό μας, ταυτίζοντάς τον μὲ διάφορους «μύστες», ἀρνούμενη βάναυσα τὴν μοναδικότητα καὶ ἀποκλειστικότητα (Πράξ. 4,12) στὴ σωτηρία, τοῦ μόνου Ἀληθινοῦ Θεοῦ, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ ΜΟΝΟΣ μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει στὴν θέωση ὡς ἕνωση μαζί Του. Διότι ὁ Χριστός δίνει στὸν ἄνθρωπο ὡς Θεάνθρωπος, ὅ,τι Αὐτὸς ἔχει, δηλαδὴ θεότητα, τὴν ἄκτιστη καὶ θεοποιὸ Χάρη Του. Ἀντίθετα, ὁ Χριστὸς μας χαρακτηρίζεται ἀπὸ ἐπιφανή τέκτονα (Βρατσάνος) «ὁ μεγάλος Ναζωραῖος Μύστης». Στὸ βιβλίο του («Τὸ βιβλίο τοῦ Μαθητοῦ») σημειώνει: «Ὁ σημερινὸς τέκτων γνωρίζει καλά, ὅτι ἡ μύησίς του στὰ τεκτονικὰ μυστήρια τὸν ἔκαμε τέκτονα ὅμοιο μὲ τὸν Ποσειδῶνα καὶ τὸν Ἀπόλλωνα καὶ τὸν Ἀμφίωνα καὶ τὸν Χριστό». Ὁ ἰσχυρισμὸς ἄρα Ἑλλήνων τεκτόνων, ὅτι παραμένουν πιστοὶ ὀρθόδοξοι χριστιανοί, ἀποδεικνύει ἤ ὅτι ἀγνοοῦν τὸν Χριστιανισμὸ στὸ σύνολό του ἢ ὅτι εἶναι ἀπατεῶνες. Τρίτον δὲν ὑπάρχει! Γι’ αὐτὸ καὶ ἰσχύει πάντοτε τὸ ἀσύμπτωτο καὶ ἀσυμβίβαστο τῆς ἰδιότητας τοῦ Τέκτονος μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ (ὀρθοδόξου) Χριστιανοῦ, κατὰ τὶς διακηρύξεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου μας, ποὺ ἐπαναβεβαιώθηκαν ἀπὸ τὸν μακαριστὸ Ἀρχιεπίσκοπο κυρὸ Χριστόδουλο τὸ 1988 μὲ ἕνα ἐγκύκλιο κείμενό του μὲ τίτλο: «Γιατί δὲν μπορεῖ νὰ εἶμαι μασῶνος. Ὡς Ἕλλην καὶ Ὀρθόδοξος Χριστιανὸς δὲν μπορεῖ νὰ ἀνήκω στὴν Μασωνία». Τὸ κείμενο αὐτὸ παραθέτει δέκα σημεῖα, ποὺ αἰτιολογοῦν τὴν ἀποστροφή του στὴ μασονικὴ ἰδιότητα. Στὸ σημεῖο 10 γράφει συμπερασματικά: «Ἡ Μασωνία κατὰ τὴν Ἐκκλησία μας, εἶναι σύστημα ἀντιχριστιανικὸν καὶ πεπλανημένον, διὰ τοῦτο καὶ δὲν συμβιβάζεται ἡ ἰδιότης τοῦ Χριστιανοῦ μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ Μασώνου. Οἱ πιστοὶ ὀφείλουν νὰ ἀπέχουν τῆς Μασωνίας, καὶ ὅσοι παρεπλανήθησαν καλοῦνται νὰ μετανοήσουν καὶ ἐπανέλθουν στοὺς κόλπους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας». Καὶ ἡ ἀκροτελεύτια φράση τοῦ κειμένου: «Ἂν γίνω μασῶνος, πρέπει νὰ παύσω νὰ εἶμαι Ὀρθόδοξος καὶ Ἕλλην»! Συνεπῶς, οὐδὲν πρόβλημα θὰ ὑπάρξει, ἂν ἡ Ἱεραρχία μας, γιὰ μία ἀκόμη φορά, ἀνανεώσει τὶς παλαιότερες διακηρύξεις της γιὰ τὴν Μασονία.
Συμπερασματικά, δέν μπορεῖ νά τίθεται τό ἐρώτημα, ἄν ὁ Μασονισμός ἔχει καταδικασθεῖ ἀπό τήν Ἐκκλησία μας. Διότι ἔχει ἐλεγχθεῖ ἐπανειλημμένα, καί μάλιστα ὡς συγκρητιστική πολιτικοθρησκευτική πολυεθνική Ὀργάνωση, ἀσυμβίβαστη πρός τόν Χριστιανισμό ὡς Ὀρθοδοξία. Τόν πολιτικό του ρόλο σήμερα πραγματοποιεῖ ἡ Λέσχη Bilderberg, πού ἔχει αἰχμαλωτίσει τήν πλειονότητα τῶν πολιτικῶν δυνάμεων τοῦ τόπου μας.
τοῦ πρωτ. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ

πηγή: Ορθόδοξος Τύπος, 30/3/2012