Τετάρτη 17 Ιουλίου 2019

Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ: «Αιρετικόν άνθρωπον μετά μίαν καί δευτέραν νουθεσίαν παραιτού»


Ο Απόστολος Παύλος παραγγέλλει στόν μαθητή του Τίτο, πού ήταν Επίσκοπος στήν Κρήτη, νά αφήνη τόν αιρετικό άνθρωπο μετά από τήν πρώτη καί τήν δεύτερη νουθεσία καί νά μήν ασχολήται μαζί του. Δηλαδή, όπου συναντά κάποιον αιρετικό άνθρωπο, νά προσπαθή νά τόν συμβουλεύη. Αλλά αυτό δέν πρέπει νά γίνεται γιά μεγάλο χρονικό διάστημα, αφού είναι ενδεχόμενο νά είναι βαρειά άρρωστος καί νά μήν επιδέχεται θεραπεία.

Αιρετικός άνθρωπος είναι εκείνος πού έχει διαφορετική άποψη από τήν διδασκαλία πού μάς παρέδωσε ο Χριστός καί τήν διαφυλάσσει η Εκκλησία. Πρόκειται γιά αιρετικές διδασκαλίες σχετικά μέ τόν Τριαδικό Θεό, τήν δημιουργία τού κόσμου καί τού ανθρώπου, τήν ενανθρώπηση τού Χριστού, τήν Εκκλησία, τήν σωτηρία τού ανθρώπου, τήν αιώνια ζωή.
Όλη αυτή η διδασκαλία περικλείεται στό Σύμβολο τής Πίστεως, στά δόγματα τής Εκκλησίας, στίς αποφάσεις τών Οικουμενικών καί Τοπικών Συνόδων, στήν Αγία Γραφή καί τήν λατρεία τής Εκκλησίας, στίς ευχές τών Μυστηρίων τής Εκκλησίας. Μπορεί νά έχουμε διάφορες απόψεις γιά καθημερινά θέματα, αλλά εφ’ όσον είμαστε Χριστιανοί καί ζούμε μέσα στήν Εκκλησία δέν μπορούμε νά έχουμε διαφορετικές απόψεις από όσα διδάσκει η Εκκλησία.
Αιρετικοί άνθρωποι παρουσιάσθηκαν πολλοί διά μέσου τών αιώνων, πού χρησιμοποιούσαν τήν ελληνική καί ανατολική φιλοσοφία γιά νά κατανοήσουν τά θέματα τής Χριστιανικής πίστεως, αντί νά στηριχθούν στήν εμπειρία τών θεοπτών αγίων, δηλαδή τών Προφητών, τών Αποστόλων καί τών Πατέρων. Ουσιαστικά αυτή είναι η διαφορά μεταξύ τών Πατέρων καί τών αιρετικών. Οι Πατέρες δέχονταν τήν πείρα τών θεοπτών αγίων, ενώ οι αιρετικοί χρησιμοποιούσαν τόν στοχασμό, τήν λογικοκρατία, τήν κοσμική σοφία καί τήν φιλοσοφία.
Είναι πολύ σημαντικός ο λόγος τού Αποστόλου Πέτρου, ότι «εμείς οι Απόστολοι δέν γνωρίσαμε τήν δύναμη καί τήν παρουσία τού Κυρίου ημών Ιησού Χριστού μέ σεσοφισμένους μύθους», όπως είναι η φιλοσοφία, αλλά «επόπται γεννηθέντες τής εκείνου μεγαλειότητος», δηλαδή «είδαμε τήν δόξα τής θεότητος τού Χριστού πάνω στό όρος Θαβώρ» (Πέτρ. α’, 16). Οι αιρετικοί χρησιμοποιούσαν «σεσοφισμένους μύθους», δηλαδή τήν φιλοσοφία, πού είναι μιά λογική επεξεργασία τών μύθων, ενώ οι άγιοι θεολογούσαν μέ βάση τήν εμπειρία τών θεοπτών αγίων καί τήν δική τους πείρα.
Ερωτάται, όμως, γιατί ο Απόστολος Παύλος συμβουλεύει τόν μαθητή του Τίτο νά αφήνη τόν αιρετικό μετά από πρώτη καί δεύτερη νουθεσία; Τό εξηγεί ο ίδιος: «ειδώς ότι εξέστραπται ο τοιούτος καί αμαρτάνει ών αυτοκατάκριτος». Δηλαδή, ο κατά συνείδηση αιρετικός έχει εκτραπή, έχει φύγει από τήν πραγματική οδό καί αμαρτάνει καταδικάζοντας ο ίδιος τόν εαυτό του. Τήν αίρεση πρέπει νά τήν εκλαμβάνουμε ως μιά πνευματική ασθένεια καί τόν αιρετικό ως πνευματικά ασθενή. Έτσι, ο αιρετικός πού δέν θεραπεύεται μέ τίς πρώτες νουθεσίες, φανερώνει ότι είναι ανίατος «αδιόρθωτος καί ανιάτρευτος», οπότε χάνει κανείς τόν καιρό του ασχολούμενος μαζί του.
Υπάρχουν σωματικές ασθένειες πού θεραπεύονται μέ τήν λήψη φαρμάκων, αλλά υπάρχουν καί σωματικές ασθένειες πού δέν θεραπεύονται καί χρειάζεται είτε νά γίνη βαθειά εγχείρηση είτε νά απομονωθή ο ασθενής γιά νά μήν κολλήση τούς άλλους. Οι μολυσματικές ασθένειες είναι επικίνδυνες γιά τήν κοινωνία.
Τό ίδιο συμβαίνει καί μέ τίς πνευματικές μολυσματικές ασθένειες, τίς οποίες μεταδίδουν οι αιρετικοί. Μέ αυτήν τήν έννοια οι άγιοι Πατέρες, ως πνευματικοί ιατροί, αντιμετώπιζαν τούς αιρετικούς καί τούς εκδίωκαν από τήν Εκκλησία. Δέν τό έκαναν από μίσος καί κακία, αλλά από αγάπη γιά τήν Εκκλησία, τούς Χριστιανούς, ακόμη καί τούς ίδιους τούς αιρετικούς, μήπως μετανοήσουν καί σωθούν.
Τό λυπηρό είναι, όταν ένας Χριστιανός φθάνη στό σημείο νά γίνη ανίατος, αθεράπευτος. Αυτό γίνεται μέ τόν εγωϊσμό, πού είναι εωσφορικός-σατανικός, μέ τήν φιλοσοφία καί όλα τά ισχυρά πάθη τής φιληδονίας, τής φιλοκτημοσύνης, τής φιλαυτίας. Είναι φοβερό, όταν ένας Χριστιανός, ακόμη καί ένας Κληρικός, αναμειγνύη τήν αλήθεια μέ τό ψέμα, τήν υγιά τροφή μέ τό δηλητήριο, τίς προσωπικές του απόψεις μέ τήν διδασκαλία τού Χριστού καί τών αγίων.
Επομένως, θά πρέπει νά αγωνιζόμαστε νά μή φθάσουμε σέ αυτήν τήν ανίατη ασθένεια, τήν αίρεση, αλλά καί νά προφυλασσόμαστε από σύγχρονους αιρετικούς.
Ο ΜητροπολίτηςΟ Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ
Από Ι.Μ. Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου

Η Χριστιανική Βίβλος των Νεκρών


Το «Βιβλίο των Ζώντων»

Θεόδωρος Ι. Ρηγινιώτης, Τρίτο Μάτι, Μάρτιος 2012

Το νεφέλωμα "Το Μάτι του Θεού"
Κάθε μεταφυσικός αναζητητής, επηρεασμένος από το συγκρητισμό της NewAge πνευματικότητας, γνωρίζει τηνΑιγυπτιακή και τη Θιβετανική Βίβλο των Νεκρών. Πολλοί συναρπάζονται από την ιδέα ενός αρχαίου βιβλίου με οδηγίες, προορισμένες να αξιοποιηθούν μετά θάνατον. Προέρχεται από έναν εξωτικό ανεπτυγμένο πολιτισμό, κι έτσι θεωρείται βέβαιο ότι κομίζει κάποια μεγάλη σοφία. Κουρασμένοι από τις ξεθωριασμένες εκδοχές της χριστιανικής πνευματικότητας, με τις οποίες από παιδί έρχεται σε επαφή, ο δυτικός άνθρωπος σκύβει για νερό στις εξωτικές πηγές. Οι εκδόσεις ακολουθούν, με την απαραίτητη οικονομική εκμετάλλευση της πνευματικής μόδας.
Λίγοι όμως γνωρίζουν πως υπάρχει άλλη μια Βίβλος των Νεκρών, κατά πολύ αρχαιότερη και σημαντικότερη –ή τουλάχιστον πιο εντυπωσιακή– από τις δύο πασίγνωστες. Η Χριστιανική Βίβλος των Νεκρών. Οι αρχαίοι χριστιανοί, για πολλούς αιώνες, τη γνώριζαν, όμως σήμερα η ύπαρξή της έχει λησμονηθεί, μαζί με τα πιο σημαντικά στοιχεία της χριστιανικής πνευματικότητας. Ας επιχειρήσουμε λοιπόν μια ανακάλυψή της και διερεύνηση του χαρακτήρα της.

Οι μαρτυρίες της Βίβλου

Στη Χριστιανική Βίβλος των Νεκρών αναφέρεται συχνά η Αγία Γραφή [ολόκληρηεδώ, κατά βιβλίο], και ιδιαίτερα η Αποκάλυψη.

Έξοδος 32, 31-33: «υπέστρεψε δε Μωυσής προς Κύριον και είπε· δέομαι, Κύριε· ημάρτηκεν ο λαός ούτος αμαρτίαν μεγάλην και εποίησαν εαυτοίς θεούς χρυσούς. και νυν ει μεν αφείς αυτοίς την αμαρτίαν αυτών, άφες· ει δε μη, εξάλειψόν με εκ της βίβλου σου, ης έγραψας. και είπε Κύριος προς Μωυσήν· ει τις ημάρτηκεν ενώπιόν μου, εξαλείψω αυτούς εκ της βίβλου μου».

Ψαλμός ξη΄ (68). Πρόκειται για χριστολογικό (μεσσιανικό) ψαλμό, που αναφέρεται προφητικά στο μαρτύριο του Χριστού. Τα ευαγγέλια αναφέρονται σ’ αυτόν περισσότερες από μια φορές (π.χ. στ. 22 – Ματθ. 27, 48. στ. 10 – Ιωάνν. 2, 17).
Εκεί (στ. 29) ο αθώος και βασανιζόμενος από τους απόλυτα διεφθαρμένους εχθρούς του, φέρεται να λέει: «εξαλειφθήτωσαν εκ βίβλου ζώντων και μετά δικαίων μη γραφήτωσαν» [πρόκειται για προειδοποίηση προς τους μελλοντικούς δολοφόνους του Χριστού, μήπως και αλλάξουν την απόφασή τους και σωθούν(1)].

Δανιήλ 12, 1: «και εν τω καιρώ εκείνω σωθήσεται ο λαός σου, πας ο γεγραμμένος εν τη βίβλω».

Απόστολος Παύλος, προς Φιλιππισίους 4, 3: «ναί ερωτώ και σε, Σύζυγε γνήσιε, συλλαμβάνου αυταίς, αίτινες εν τω ευαγγελίω συνήθλησάν μοι μετά και Κλήμεντος και των λοιπών συνεργών μου, ων τα ονόματα εν βίβλω ζωής». 

Το όραμα του αγ. Ιωάννη (από εδώ)
Στην Αποκάλυψη οι αναφορές είναι πυκνότερες:
Αποκάλυψις 3, 5: «Ο νικών ούτος περιβαλείται εν ιματίοις λευκοίς, και ου μη εξαλείψω το όνομα αυτού εκ της βίβλου της ζωής, και ομολογήσω το όνομα αυτού ενώπιον του πατρός μου και ενώπιον των αγγέλων αυτού».

Αποκ. 20, 12-15: «και άλλο βιβλίον ηνοίχθη, ό εστι της ζωής… και ει τις ουχ ευρέθη εν τη βίβλω της ζωής γεγραμμένος, εβλήθη εις την λίμνην του πυρός».

Αποκ. 13, 8: «και προσκυνήσουσιν αυτόν πάντες οι κατοικούντες επί της γης, ων ου γέγραπται το όνομα εν τω βιβλίω της ζωής του αρνίου του εσφαγμένου από καταβολής κόσμου».

Αποκ. 17, 8: «Το θηρίον ό είδες, ην και ουκ έστι, και μέλλει αναβαίνειν εκ της αβύσσου και εις απώλειαν υπάγειν· και θαυμάσονται οι κατοικούντες επί της γης,ων ου γέγραπται το όνομα επί το βιβλίον της ζωής από καταβολής κόσμου, βλεπόντων το θηρίον ότι ην, και ουκ έστι και παρέσται».

Αποκ. 21, 27: «και ου μη εισέλθη εις αυτήν παν κοινόν και ο ποιών βδέλυγμα και ψεύδος, ει μη οι γεγραμμένοι εν τω βιβλίω της ζωής του αρνίου».
[Σημ. "Νεκρού": βλέπετε δίπλα πως η απεικόνιση της Αποκάλυψης στην ορθόδοξη αγιογραφία δεν περιέχει τίποτα τρομακτικό, αντίθετα με ό,τι μάς έχουν συνηθίσει τα παραμορφωτικά γυαλιά του σύγχρονου, νοθευμένου και μη ορθόδοξου, πολιτισμού].

***

Υπάρχουν κι άλλες αναφορές σε βιβλία μέσα στην Αγία Γραφή, που όμως δεν αφορούν στη Βίβλο των Νεκρών («Βιβλίο των Ζώντων»). Οι πιο πνευματικές είναι τα βιβλία όλων των ανθρώπινων πράξεων, που θα ανοιχτούν κατά την τελική κρίση (Δανιήλ 7, 10. Αποκάλυψις 20, 12), και το «βιβλίο» με τις επτά σφραγίδες, που ανοίγει το Αρνίον το Εσφαγμένον προ καταβολής κόσμου (δηλ. ο Χριστός) από το κεφ. 5 της Αποκάλυψης. Τα βιβλία των ανθρώπινων πράξεων δεν ταυτίζονται με το Βιβλίο των Ζώντων, γιατί σ’ αυτά είναι γραμμένες και οι αρνητικές πράξεις, που οδηγούν στην απώλεια, ενώ στο Βιβλίο των Ζώντων είναι γραμμένα τα ονόματα (όχι οι πράξεις) μόνο των Ζώντων, όπως θα εξηγήσουμε παρακάτω.
Η διάκριση των βιβλίων των ανθρώπινων πράξεων από το Βιβλίο των Ζώντων γίνεται ρητά στην Αποκάλυψη, κεφ. 20, στίχ. 12-15: «…και είδον τους νεκρούς, τους μεγάλους και τους μικρούς, εστώτας ενώπιον του θρόνου, και βιβλία ηνοίχθησαν· και άλλο βιβλίον ηνοίχθη, ό εστι της ζωής· και εκρίθησαν οι νεκροί εκ των γεγραμμένων εν τοις βιβλίοις κατά τα έργα αυτών… και ει τις ουχ ευρέθη εν τη βίβλω της ζωής γεγραμμένος, εβλήθη εις την λίμνην του πυρός».
Το βιβλίο με τις επτά σφραγίδες δεν είναι παρά αλληγορία, για την ερμηνεία της οποίας μπορούν να προταθούν διάφορα – π.χ. ότι η κατά Θεόν σοφία για τον κόσμο είναι «επτασφράγιστο μυστικό», που μόνο εν Χριστώ κατανοείται, όχι «ανθρωπίνοις σοφίας λόγοις» (Παύλος, Α΄ Κορινθ., κεφ. 2), αλλά με την κάθαρση της καρδιάς, όπως αναφέρει ο Ιησούς στο Ματθ. 5, 8 κ.α. Σημασία ωστόσο έχει η επιμέρους αποκάλυψη που δίδεται με το άνοιγμα κάθε σφραγίδας και όχι καθεαυτή η αλληγορία του βιβλίου.

Το «Βιβλίο των Ζώντων»

Αντιλήφθηκε φυσικά ο αναγνώστης πως στο χριστιανισμό δε χρησιμοποιείται ο όρος «Βίβλος των Νεκρών», αλλά «Βίβλος της Ζωής» ή «των Ζώντων». Αυτό συμβαίνει, γιατί στη χριστιανική παράδοση έχουμε υπέρβαση του θανάτου. Νεκροί εδώ είναι μόνον όσοι απέκοψαν τον εαυτό τους από το Θεό, λόγω του εγωισμού τους και της υποδούλωσης στα πάθη τους. Οι λοιποί είναι ζώντες, όχι νεκροί.
Επίσης, το Βιβλίο των Ζώντων δεν περιέχει οδηγίες για τη μεταθανάτια κατάσταση, γιατί η κατάσταση αυτή διαμορφώνεται στην παρούσα ζωή (όπου έχουμε πλήθος οδηγιών στην Αγία Γραφή και τους αγίους διδασκάλους του χριστιανικού ηθικού και πνευματικού αγώνα). Περιέχει τα ονόματα των ανθρώπων που πλησίασαν τη θεοειδή μεταμόρφωση, στην οποία προσκαλεί και την οποία διδάσκει ο χριστιανισμός.
Τέλος, δεν είναι γήινο βιβλίο, αλλά επουράνιο – το νοερό αρχείο εντός της μνήμης του Θεού, όπου εγγράφεται ή διαγράφεται ονομαστικά έκαστος.

Χριστιανοί συγγραφείς και άγιοι έχουν γράψει πολλά για τη μεταθανάτια κατάσταση (2), αλλά τα βιβλία τους δεν καθιερώνονται ως «Βίβλος των Νεκρών», γιατί δεν παρατηρείται στην παράδοσή μας τέτοια ανάγκη. «Βίβλος των Νεκρών» θα μπορούσε να θεωρηθεί μόνο ένα βιβλίο για την κόλαση. Όμως η προσοχή των χριστιανών είναι στραμμένη προς το Φως, τη Ζωή και τον παράδεισο, και όχι προς το σκοτάδι, τη νέκρωση και την κόλαση, γι’ αυτό και δίνεται έμφαση στη Βίβλο της Ζωής και όχι σε κάποια συστηματοποίηση αναφορών, ή μαρτυριών, για τη χωρίς Θεό τραγική αιωνιότητα, παρότι υπάρχουν αρκετές. 
Ο προσανατολισμός αυτός μπορεί να φανερώσει και μια από τις διαφορές της ορθόδοξης πνευματικότητας από τις νόθες μορφές πνευματικής αναζήτησης, που παρήγαγαν τις απόκρυφες «Αποκαλύψεις» [φανταστικές περιηγήσεις στον κόσμο των ψυχών, με έμφαση στις περιγραφές της κόλασης – πηγή έμπνευσης για το Δάντη (π.χ. η Αποκάλυψις Παύλου, που δήθεν περιγράφει τι είδε ο απόστολος Παύλος κατά την αρπαγή του «μέχρι τρίτου ουρανού», που αναφέρει στη Β΄ επιστολή προς Κοριθνίους)], κι από τις γκρίζες αναζητήσεις του μεσαιωνικού καθολικισμού, που η προσοχή του ήταν σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό στραμμένη στη διερεύνηση του σκότους και της κολάσεως.

Ποιος συντάσσει το «Βιβλίο των Ζώντων»;

Μήπως εδώ έχουμε μια απροκάλυπτη διδασκαλία περί απόλυτου προορισμού; Μήπως δηλαδή ο Θεός γράφει και σβήνει τον καθένα από τη Βίβλο της Ζωής Του όπως Του αρέσει;
Όχι, γιατί επίσης είναι γραμμένο ότι ο Θεός θέλει «πάντας σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (να σωθούν όλοι και να γνωρίσουν την αλήθεια, Παύλος, Α΄ προς Τιμόθεον, 2, 4). Όλοι λοιπόν κατ’ αρχάς είμαστε γραμμένοι στη Βίβλο της Ζωής. Ποιος λοιπόν καθορίζει αν θα βρεθούμε γραμμένοι σ’ αυτήν ή όχι, όπως αναφέρεται στην Αποκάλυψη;

Δανείζομαι ένα απόσπασμα από το δοκίμιο του Ιωάννη Γ. Παλαιτσάκη Αριθμός γαρ ανθρώπου εστί, Αθήνα 2004, σελ. 123-125. Το βιβλίο αυτό είναι γραμμένο σε κάπως παράδοξο ύφος, από χριστιανική άποψη, όμως οι ερμηνευτικές του ιδέες μου φαίνονται εύλογες και συνεπείς προς τη γνήσια χριστιανική πνευματική κληρονομιά, όπως την ξέρουμε από τους βίους και τα συγγράμματα των αγίων. Ερμηνεύοντας λοιπόν το Αποκ. 13, 8 («και προσκυνήσουσιν αυτόν πάντες οι κατοικούντες επί της γης, ων ου γέγραπται το όνομα εν τω βιβλίω της ζωής του αρνίου του εσφαγμένου από καταβολής κόσμου»), γράφει:
«Για να γίνει ορθά κατανοητή η φράση αυτή (και να μην δημιουργηθεί η λαθεμένη εντύπωση ότι η λέξη “γέγραπται” σημαίνει… ότι “η μοίρα μας είναι γραμμένη” ή ότι “η ζωή μας είναι προσχεδιασμένη”… θα πρέπει να πούμε ότι, στην συμβολική και αλληγορική γλώσσα της Καινής Διαθήκης, και ιδίως της Αποκάλυψης, από την αρχή της Δημιουργίας (“από καταβολής κόσμου”) ο καθένας άνθρωπος καλείται, στη δική του εποχή, από τον Λόγο του Θεού… να γνωρίσει και να αγαπήσει τον αληθινό Δημιουργό του και να πορευθεί στη γήινη ζωή του σύμφωνα με το θέλημά Του… γράφοντας το όνομά του με τη δική του ελεύθερη βούληση σ’ ένα μεγάλο “Βιβλίο” (“το βιβλίον της ζωής”), το οποίο πρόκειται “να ανοιχθεί” κατά την ημέρα της Τελικής Κρίσης…
»Για να μπορέσει όμως ο καθένας άνθρωπος να φθάσει ως το “βιβλίο της ζωής” και “να γράψει” σ’ αυτό το όνομά του, θα πρέπει προηγουμένως να έχει δοκιμασθεί – αγωνισθεί και νικήσει (Αποκ. 15:2/21:7), δηλαδή θα πρέπει να έχει υπερπηδήσει όλα τα εμπόδια και να ‘’χει αποφύγει όλες τις παγίδες, που στήνουν, στους δρόμους της γήινης ζωής των ανθρώπων, ο Σατανάς… με το θηρίο του (“το μυστήριον της ανομίας”).
»Ποιοι λοιπόν θα είναι αυτοί που “θα προσκυνήσουν” το θηρίο; Θα είναι, μας λέει ο Ιωάννης, όλοι αυτοί των οποίων το όνομα δεν θα είναι γραμμένο (από τους ίδιους) στο “βιβλίο της ζωής”, γιατί οι ίδιοι δεν θέλησαν να αγαπήσουν τον Θεό και ν’ ακολουθήσουν τον Λόγο Του, που σαρκώθηκε στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού και σφαγιάστηκε σαν αρνί, για την λύτρωσή τους απ’ τις παγίδες και τα δεσμά του Σατανά και του θηρίου του…
»“Νικημένοι” λοιπόν και “χαμένοι” (“απολλυμένοι”) θα είναι όλοι αυτοί που, ενώ μπορούσαν, δεν θέλησαν … να γράψουν τα ονόματά τους στο “βιβλίον της ζωής του αρνίου του εσφαγμένου”, ώστε να βρεθούν γραμμένα [μαζί με τα ονόματα όλων εκείνων, που ακολούθησαν τον Λόγο του Θεού από τότε που υπάρχει ο κόσμος (“από καταβολής κόσμου”)] κατά την ημέρα της Κρίσης, όταν “θ’ ανοιχτεί” αυτό “το βιβλίον της ζωής”» (3).
 Πώς εγγράφεται κάποιος στο «Βιβλίο των Ζώντων»;

Ολόκληρη η πνευματική ζωή και η ασκητική προσπάθεια του χριστιανού αποσκοπεί σ’ αυτό ακριβώς: στην εγγραφή του ονόματός του στο Βιβλίο των Ζώντων. Αυτό δεν υπονοεί κάποια δουλοπρεπή εκδούλευση στο Θεό, ενδεχομένως υποκριτική, που θα Τον ικανοποιήσει και θα μας ανταμείψει συμπεριλαμβάνοντάς μας στον κατάλογο των ευνοουμένων Του. Πρόκειται για τον αγώνα για την προσωπική μας μεταμόρφωση σε θεία όντα γεμάτα αγάπη, που σημαίνει την εγγραφή του ονόματός μας από εμάς τους ίδιους στο επουράνιο Βιβλίο.
Η οδός αυτή (κυριολεκτικά ο δρόμος ο λιγότερο ταξιδεμένος, για να δανειστώ μια φράση από άλλη συνάφεια) μάς έχει αποκαλυφθεί από το Χριστό (που είπε «εγώ ειμί η οδός», «δεύτε προς με», Ιω. 14, 6, Ματθ. 11, 28) και έχει αναλυθεί στο έπακρο από τους αγίους διδασκάλους του αρχαίου και του ορθόδοξου χριστιανισμού, που δίδαξαν και διδάσκουν τους ανθρώπους με βάση την εμπειρία τους κι όχι θεωρητικές διανοητικές κατασκευές.

Σύμφωνα, λοιπόν, με αυτούς, πρώτο βήμα στο δρόμο προς το Βιβλίο των Ζώντων είναι η κάθαρση της καρδιάς μας από τα πάθη, δηλαδή η απελευθέρωσή μας απ’ ό,τι μας προκαλεί εξάρτηση μονοπωλώντας την αγάπη μας και μας παρεμποδίζει ν’ αγαπήσουμε ολοκληρωτικά και χωρίς όρους το Θεό, το συνάνθρωπο και κατ’ επέκτασιν όλα τα όντα. Η απελευθέρωση αυτή προϋποθέτει σκληρό αγώνα εναντίον των παθών, που μπορεί να κρατήσει και μια ολόκληρη ζωή. Περιέχει επίσης και μια παγίδα, τοποθετημένη όχι απ’ το Θεό, αλλά από τον εχθρό του ανθρώπινου γένους (το διάβολο) ή από τον εαυτό μας, που εύκολα παρασύρεται και εξοκέλλει: ν’ αγωνιστούμε ενάντια στα πάθη με κίνητρο «να είμαστε δυνατοί», δηλ. υπηρετώντας και τροφοδοτώντας ένα απ’ αυτά τα πάθη, το χειρότερο, τον εγωισμό μας.
Ο αγώνας, όπως διδάσκεται στην πνευματική μας παράδοση, έχει αποτέλεσμα όταν γίνεται με ταπείνωση, ή μάλλον, για να είμαι πιο ακριβής, αποσκοπεί ακριβώς στην απόχτηση της ταπείνωσης, χωρίς την οποία δε μπορεί να υπάρξει εντός μας ούτε αγάπη ούτε φως. «Μία είναι η αρετή, η ταπείνωση» έλεγε ο Γέροντας Παΐσιος· «αλλά, επειδή δε θα το καταλάβετε, άντε, ας πω και την αγάπη»… Μόνοο ταπεινός άνθρωπος μπορεί να πραγματοποιήσει όσα ζητάει ο Ιησούς στο κατά Λουκάν, κεφ. 6, που συνοψίζονται σε μια φράση: αγάπη στους εχθρούς και παραίτηση υπέρ των άλλων από τα δικαιώματά μας.

Ο κόσμος ποτέ δε θα συγχωρήσει τον Ιησού που δίδαξε τέτοια πράγματα – ποτέ δε θα Τον συγχωρήσει που αποκάλυψε στους ανθρώπους πως αυτός είναι ο δρόμος που οδηγεί στην πνευματική τελειότητα και μάλιστα πως αυτός ο δρόμος περνάει απ’ τη συνάντηση με τον ίδιο το Χριστό. Δεν τους άφησε να πιστεύουν πως η τελειότητα έρχεται αποχτώντας δύναμη, όπως για χιλιάδες χρόνια μας είχε παραπλανήσει ο όφις, ή πως έρχεται κάνοντας ατομικό αγώνα, με σκοπό καθαρά ατομικό, όπως μας παραπλανά τώρα. Γιατί ο Χριστός, βλέπεις, είπε πως αυτός ο αγώνας γίνεται μέσα στην Εκκλησία, δηλαδή με την ένταξή μας στο πανανθρώπινο σώμα Του, όπου όλοι μαζί κι όχι κατά μόνας, στηρίζοντας ο ένας τους άλλους, κατευθυνόμαστε προς το Θεό (το Φως – ή μάλλον «το Φως που δεν είναι Φως και γνωρίζει το όνομά μας», όπως το χαρακτήρισε ο Νείλος Στράικερ, ο Αμερικανός βουδιστής ιερέας που έγινε ορθόδοξος χριστιανός μετά από ένα πολυήμερο χριστιανικό βίωμα).
Τα στοιχεία που περιέχει η εκκλησιαστική ζωή του χριστιανού (η θεία μετάληψη, η εξομολόγηση, η νηστεία, η προσευχή και ο εκκλησιασμός) είναι τα μέσα που παρέχει ο Χριστός στους ανθρώπους ως ενίσχυση στον αγώνα για την κάθαρση της καρδιάς. Και στη συνέχεια είναι τα μέσα για την εγκατάσταση μέσα μας της θείας χάριτος, δηλαδή της άκτιστης θείας ενέργειας, που σημαίνει εγκατάσταση του ίδιου του Χριστού (κατά Ιωάννην 14, 23) και φέρνει τον άνθρωπο στην τελειότητα.

Τα παραπάνω συνιστούν την εγγραφή του ονόματός μας στο Βιβλίο των Ζώντων.
Αυτός ο δρόμος προς την τελειότητα διαφοροποιείται από τους δρόμους που διδάσκει η σοφία των ανατολικών θρησκειών και οι διάσημες δυτικοποιημένες εκδοχές τους, κυρίως κατά τρία στοιχεία του:
Ο χριστιανός προσπαθεί ν’ ακολουθήσει το δρόμο που χάραξε ο Χριστός κι όχι να χαράξει ο ίδιος το δρόμο που προτιμά ή που θεωρεί ότι «του ταιριάζει». Έτσι πρέπει να γίνει, για να νικηθεί ο εγωισμός μας, που είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο, κατά τους Πατέρες ανυπέρβλητο χωρίς τη βοήθεια του Θεού.
Κλικ εδώ & εδώ!
Αν και η πνευματική πρόοδος μπορεί να συνοδεύεται από την παροχή «υπερφυσικών χαρισμάτων» που κάνουν κάποιον να είναι ιαματικός, διορατικός, αδέσμευτος από χώρο και χρόνο κ.π.ά., αλλά και να συνειδητοποιήσει την ενότητά του με όλα τα όντα και να μπορεί να επικοινωνήσει μαζί τους και να τα βοηθήσει με την προσευχή του κ.τ.λ., τα χαρίσματα αυτά θεωρούνται δώρα του Αγίου Πνεύματος κι όχι ανάδυση δικών μας εσωτερικών δυνάμεων, που μπορεί να γίνει και με απλή εξάσκηση, χωρίς ενότητα με το Θεό.
Εξάλλου, κίνητρο του αγώνα δεν είναι καθόλου μια τέτοια πνευματική ανάπτυξη, αλλά ο πόθος του Χριστού. Ο χριστιανός αγωνιστής είναι «εραστής του Χριστού», Αυτόν επιθυμεί και απορρίπτει κάθε άλλη υπόσχεση (ανώτερης συνειδητότητας, σοφίας, γνώσης, ευεργετικών δυνάμεων κ.τ.λ.), γιατί μπορεί να τον αποπροσανατολίσει.
Τέλος, οι χριστιανοί αγωνιστές και οι άγιοι διδάσκαλοι γνωρίζουν πολύ καλά και προειδοποιούν τους ανθρώπους ότι μπορεί ένα πνευματικό βίωμα, εντελώς όμοιο με αγαθό και θεϊκό, να είναι στην πραγματικότητα δαιμονικό και απατηλό.Διδάσκουν επίσης την αποφυγή τέτοιων παγίδων με την επιστήμη της «διάκρισης των πνευμάτων». Ίσως δεν είναι τυχαίο, που έχοντας αναπτύξει στο έπακρο αυτή την επιστήμη, απορρίπτουν τις μεθόδους τελειοποίησης των ανατολικών θρησκειών ως ατελείς, ενώ σε μερικές περιπτώσεις διακρίνουν και σκοτεινό υπόβαθρο (4).

Μπορούμε να διαβάσουμε το «Βιβλίο των Ζώντων»;

Όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, ναι, υπάρχει μια γήινη αντανάκλαση του «Βιβλίου των Ζώντων», που μας επιτρέπει να ρίξουμε μια ματιά μέσα του. Είναι οΣυναξαριστής, δηλ. το βιβλίο με τις βιογραφίες των χριστιανών αγίων όλων των λαών και των εποχών, των ανθρώπων που ενώθηκαν με το Θεό και με όλα τα όντα εν Χριστώ. Πρόκειται για μια πνευματική εγκυκλοπαίδεια, ένα καθρέφτη αυτογνωσίας (καθώς, διαβάζοντάς το, διαπιστώνουμε τα σημεία απόκλισής μας από την πνευματική και ηθική τελειοποίηση) και έναν οδοδείκτη προς το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Επειδή άγιοι υπάρχουν και δίπλα μας (ακόμη και «μικροί άγιοι», που έχουν προχωρήσει λίγα ή περισσότερα βήματα στην Οδό), και ο καθένας είναι προσκαλεσμένος γι’ αυτό το «τέρμα», την πνευματική του τελειοποίηση διά του Χριστού, η μελέτη της ζωής των αγίων, όπως γράφει ο σύγχρονος πνευματικός πατέρας της Σερβίας, και καθηγητής του πανεπιστημίου του Βελιγραδίου, άγιοςΙουστίνος Πόποβιτς, μας δείχνει...
«...πώς ένας νέος γίνεται άγιος νέος, μία κόρη (=κοπέλα) γίνεται αγία κόρη, πώς ένας γέρος γίνεται άγιος γέρος, πώς μία γερόντισσα γίνεται αγία γερόντισσα, πώς ένα παιδί γίνεται άγιο παιδί, πώς οι γονείς γίνονται άγιοι γονείς, πώς ένας υιός γίνεται άγιος υιός, πώς μία θυγατέρα γίνεται αγία θυγατέρα, πώς μία οικογένεια γίνεται αγία οικογένεια, πώς μία κοινωνία γίνεται αγία κοινωνία, πώς ένας ιερεύς γίνεται άγιος ιερεύς, πώς ένας επίσκοπος γίνεται άγιος επίσκοπος, πώς ένας βοσκός γίνεται άγιος βοσκός, πώς ένας γεωργός γίνεται άγιος γεωργός, πώς ένας βασιλεύς γίνεται άγιος βασιλεύς, πώς ένας εργάτης γίνεται άγιος εργάτης, πώς ένας δικαστής γίνεται άγιος δικαστής, πώς ένας δάσκαλος γίνεται άγιος δάσκαλος, πώς ένας καθηγητής γίνεται άγιος καθηγητής, πώς ένας στρατιώτης γίνεται άγιος στρατιώτης, πώς ένας αξιωματικός γίνεται άγιος αξιωματικός, πώς ένας κυβερνήτης γίνεται άγιος κυβερνήτης, πώς ένας γραμματεύς γίνεται άγιος γραμματεύς, πώς ένας έμπορος γίνεται άγιος έμπορος, πώς ένας μοναχός γίνεται άγιος μοναχός, πώς ένας οικοδόμος γίνεται άγιος οικοδόμος, πώς ένας ιατρός γίνεται άγιος ιατρός, πώς ένας τελώνης γίνεται άγιος τελώνης, πώς ένας μαθητής γίνεται άγιος μαθητής, πώς ένας επαγγελματίας γίνεται άγιος επαγγελματίας, πώς ένας φιλόσοφος γίνεται άγιος φιλόσοφος, πώς ένας επιστήμων γίνεται άγιος επιστήμων, πώς ένας πολιτικός γίνεται άγιος πολιτικός, πώς ένας υπουργός γίνεται άγιος υπουργός, πώς ένας πτωχός γίνεται άγιος πτωχός, πώς ένας πλούσιος γίνεται άγιος πλούσιος, πώς ένας δούλος γίνεται άγιος δούλος, πώς ένας δεσπότης (=αφέντης) γίνεται άγιος δεσπότης, πώς οι σύζυγοι γίνονται άγιοι σύζυγοι, πώς ένας συγγραφεύς γίνεται άγιος συγγραφεύς, πώς ένας καλλιτέχνης γίνεται άγιος καλλιτέχνης» (5).
"
Σημειώσεις

(1) Η σωτηρία των ανθρώπων δε συντελέστηκε απλώς με τη σταύρωση του Χριστού, αλλά με την ίδια την ενανθρώπισή Του, διά της οποίας ενώθηκαν θεότητα και ανθρωπότητα, ώστε να υπάρχει η δυνατότητα στους ανθρώπους, καθώς ενώνονται με το Χριστό, να ενωθούν με το Θεό. Η σταύρωση ήταν επόμενο ότι θα γίνει, λόγω του μίσους του σατανά εναντίον των ανθρώπων και του αγώνα του για την αποτυχία της σωτηρίας τους. Η σταύρωση συνέβαλε στη σωτηρία, γιατί ο Ιησούς την ανέχθηκε, υπακούοντας στην επιθυμία του Πατρός για την ανθρώπινη σωτηρία. Έτσι, ως νέος Αδάμ, έπραξε το αντίθετο από τον αρχαίο Αδάμ: υπάκουσε το Θεό, ενώ εκείνος παράκουσε.
Επίσης, η ανάσταση συνέβαλε στη σωτηρία, γιατί, ως ανάσταση του νέου Αδάμ, άνοιξε το δρόμο για την τελική ανάσταση όλων των ανθρώπων. Ο Θεός όμως θα μπορούσε να βρει χιλιάδες άλλους τρόπους να σωθεί ο άνθρωπος. Η εμπλοκή ανθρώπων στη στυγερή θεοκτονία (τη δολοφονία του Θεού – για να θυμηθώ και το Νίτσε, που χωρίς να το συνειδητοποιεί μίλησε κατ’ ουσίαν για το ίδιο πράγμα) ασφαλώς δεν είναι κάτι επιθυμητό για το Θεό, ο οποίος προσπαθεί να τους αποτρέψει, για να μη λερώσουν τα χέρια τους με το θεανθρώπινο αίμα (πρβ. και τις προειδοποιήσεις του Ιησού προς τον Ιούδα κατά το μυστικό δείπνο).

(2) Κλασικό είναι π.χ. ήδη το βιβλίο του π. Σεραφείμ Ρόουζ Η ψυχή μετά το θάνατο– Οι μεταθανάτιες εμπειρίες στο φως της ορθόδοξης διδασκαλίας (ελλ. έκδ. Μυριόβιβλος), όπου παρατίθενται πολλές εμπειρίες της μετά θάνατον ζωής και αξιολογούνται προσεχτικά. Ο π. Σ. Ρόουζ (1931-1982), αρκετά γνωστός και στο ελληνικό κοινό πλέον, ήταν Αμερικανός ορθόδοξος μοναχός, αλλά επίσης και φιλόσοφος και μελετητής του κινέζικου πολιτισμού και των ποικίλων ρευμάτων της σύγχρονης πνευματικότητας. Επίσης φλογερός αναζητητής της αλήθειας (κυριολεκτικά ερωτευμένος μ’ αυτήν), για χάρη της οποίας εγκατέλειψε την ακαδημαϊκή πορεία του στο πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, ενώ, πριν κατασταλάξει στην Ορθοδοξία, τα βήματά του πέρασαν από την αθεΐα και το βουδισμό ζεν.
Κλικ εδώ

(3) Ιωάννη Γ. Παλαιτσάκη Αριθμός γαρ ανθρώπου εστί, σελ. 123-125.

(4) Ο ενδιαφερόμενος μπορεί να δει τις εμπειρίες του Γέροντα Σωφρόνιου Σαχάρωφ, του Κλάους Κένεθ, του Διονύσιου Φαρασιώτη, της Αμερικανίδας ανθρωπολόγου (πρώην ινδουίστριας) που αυτοβιογραφείται στο Η Ορθοδοξία και η Θρησκεία τουΜέλλοντος του π. Σεραφείμ Ρόουζ (εξαιρετικό βιβλίο, που μελετά διεξοδικά το θέμα των εμπειριών), κ.ά.., ενώ δες και αρκετές απατηλές εμπειρίες ορθοδόξων στο άρθρο του γράφοντος«Ιστορίες πλάνης», στο Τρίτο ΜάτιΣεπτεμβρίου 2009 και στο Διαδίκτυο.

(5) π. Ιουστίνου Πόποβιτς, Άνθρωπος και Θεάνθρωπος, Αστήρ, Αθήναι 1981, σελ. 93-94.

Γίνε κι Εσύ Πολεμιστής του Φωτός



Φωτο από εδώ & εδώ



Αυτογνωσία
Ζήσε πέρα από τα όρια!
Η εσωτερική ειρήνη
Η δικτατορία των "πρέπει" - ή αλλιώς: ζήσε με έρωτα!
Η οικολογική καρδιά του πολιτισμού μας 
Η αρμονία των πλασμάτων & η κληρονομιά του γέροντα Παΐσιου 

Δίψα και άμεση γνώση του Θεού, Ειρήνη και Αγάπη 
Ένα μυστήριο που μας κυνηγάει από παιδιά
Η θρησκεία της χαράς - Γελαστοί άγιοι
"Μαγεία! Ευλογία! Μέθη!": Η εξομολόγηση ενός μοναχού 
Η ιστορία της σχέσης ανθρώπου και Θεού 
Η παγκόσμια προσδοκία Θεανθρώπου Λυτρωτού
Η άμεση γνώση του Θεού από τους ανθρώπους
Η θεραπευτική των πνευματικών νοσημάτων 
Ηθικισμός; Όχι, ευχαριστώ! 
  
π. Σεραφείμ Ρόουζ: Η ώρα του λευκού ανθρώπου
Ο νέος που καταράστηκε το Θεό - και έγινε ο π. Σεραφείμ Ρόουζ 
Επιστολή προς τους αδελφούς μας Ινδιάνους  
Ένα παιδί που προσποιούνταν πως είναι γέρος
Travelers on the Way to the Light
Άντε και πίστεψα - τώρα τι κάνουμε;  
Αληθινοί μοναχοί & άγιοι κρυμμένοι στα δάση και στα κελλιά του Αγίου Όρους
Τα "Δάκρυα της Παναγίας", σχέδια αυτοκτονίας & πώς κάνουν εμπόριο οι Αγιορείτες...

Σάββατο 6 Ιουλίου 2019

Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου: Ώ, Συ Νυμφίε, που ομορφαίνεις την ασχήμια της νύφης

Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου
Πόρνη επιθυμούσε ο Θεός; Ναι πόρνη. Εννοώ τη δική μας φύση. Ήταν τρανός και αυτή ταπεινή. Τρανός όχι στη θέση αλλά στη φύση. Πεντακάθαρος ήταν, ακατάστρευτη η ουσία του, άφθαρτη η φύση του. Αχώρητος στο νου, αόρατος, άπιαστος από τη σκέψη, υπάρχοντας παντοτεινά, μένοντας απαράλλακτος. Πάνω από τους αγγέλους, ανώτερος από τις δυνάμεις των ουρανών. Νικώντας τη λογική σκέψη, ξεπερνώντας τη δύναμη του μυαλού, αδύνατο να Tον δεις, μόνο να Tον πιστέψεις...
Έριχνε το βλέμμα του στη Γη και την έκανε να τρέμει... Ποτάμια έβγαζε στην έρημο... Κι αυτός ο τόσο μέγας και τρανός πεθύμησε πόρνη. Γιατί; Για να την αναπλάσει από πόρνη σε παρθένα. Για να γίνει ο νυμφίος της. Τι κάνει; Δεν της στέλνει κάποιον από τους δούλους του, δεν στέλνει άγγελο στην πόρνη, δεν στέλνει αρχάγγελο, δεν στέλνει τα Xερουβείμ, δεν στέλνει τα Σεραφείμ. Αλλά καταφθάνει αυτός ο ίδιος ο ερωτευμένος.
Επεθύμησε πόρνη. Και τι κάνει; Επειδή δεν μπορούσε να ανέβει εκείνη στα ψηλά, κατέβηκε στα χαμηλά. Έρχεται στην καλύβα της. Τη βλέπει μεθυσμένη. Και με ποιό τρόπο έρχεται; Όχι με ολοφάνερη τη θεότητά του, αλλά γίνεται εντελώς ίδιος μαζί της, μήπως βλέποντάς τον τρομοκρατηθεί, μήπως λαχταρήσει και του φύγει. Τη βρίσκει καταπληγωμένη, εξαγριωμένη, από δαίμονες κυριευμένη. Και τι κάνει; Την παίρνει και την κάνει γυναίκα του. Και τι δώρα της χαρίζει; Δαχτυλίδι. Ποιο δαχτυλίδι; Το Άγιο Πνεύμα.
Έπειτα λέγει.
Δεν σε φύτεψα στον Παράδεισο;
- Του λέγει, ναι.
- Και πώς ξέπεσες από εκεί;
- Ήλθε και με πήρε ο Διάβολος από τον Παράδεισο.
- Φυτεύτηκες στον Παράδεισο και σε έβγαλε έξω. Να, σε φυτεύω μέσα μου. Δεν τολμά να με πλησιάσει εμένα. Ο ποιμένας σε κρατάει και ο λύκος δεν έρχεται πια.
- Αλλά είμαι, λέγει, αμαρτωλή και βρώμικη.
Μη μου σκοτίζεσαι, είμαι γιατρός.
Δώσε μεγάλη προσοχή. Κοίταξε τι κάνει. Ήλθε να πάρει την πόρνη, όπως αυτή – το τονίζω – ήταν βουτηγμένη στη βρώμα. Για να μάθεις τον έρωτα του Νυμφίου. Αυτό χαρακτηρίζει τον ερωτευμένο: το να μη ζητάει ευθύνες για αμαρτήματα, αλλά να συγχωρεί λάθη και παραπατήματα.
Πιο πριν ήταν κόρη των δαιμόνων, κόρη της Γης, ανάξια για τη Γη. Και τώρα έγινε κόρη του βασιλιά. Και αυτό γιατί έτσι θέλησε ο ερωτευμένος μαζί της. Γιατί ο ερωτευμένος δεν πολυνοιάζεται για τη συμπεριφορά του. Ο έρωτας δεν βλέπει ασχήμια. Γι’ αυτό και ονομάζεται έρωτας, επειδή πολλές φορές αγαπά και την άσχημη. Έτσι έκανε και ο Χριστός. Άσχημη είδε και την ερωτεύτηκε και την ανακαινίζει.
Την πήρε ως γυναίκα, και ως κόρη του την αγαπά, και ως δούλα του την φροντίζει, και ως παρθένα την προστατεύει, και ως παράδεισο την τειχίζει, και ως μέλος του σώματός του την περιποιείται. Τη φροντίζει ως κεφαλή της που είναι, τη φυτεύει ως ρίζα, την ποιμαίνει ως ποιμένας. Ως νυμφίος την παίρνει γυναίκα του, και ως εξιλαστήριο θύμα την συγχωρεί, ως πρόβατο θυσιάζεται, ως νυμφίος τη διατηρεί μέσα στην ομορφιά, ως σύζυγος φροντίζει να μην της λείψει τίποτα.

Σάββατο 22 Ιουνίου 2019

Οι Ορθόδοξοι Μπροστά στο Χάος της «Νέας Εποχής», του π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνού,


Οι Ορθόδοξοι Μπροστά στο Χάος της «Νέας Εποχής»
του π. Γεωργίου Μεταλληνού
από το περιοδικό «Ρεσάλτο», τεύχος 1, Δεκέμβριος 2005
1. Η εποχή μας σφραγίζεται καθοριστικά από μια νέα ιστορική συγκυρία, τη Νέα Παγκόσμια Τάξη πραγμάτων, ως στρατιωτικοπολιτική έκφραση της Νέας Εποχής, που ορίζεται αφετηριακά από τον πόλεμο του Κόλπου και την κατάρρευση του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού», το κενό του οποίου έσπευσε να καλύψει η αναδυθείσα παγκόσμια Μονοκρατορία, η Pax Americana, που μεταφέρει τον κόσμο μας αναδρομικά στην ενότητα της Pax Romana και σ’ ό,τι αυτή μπορεί να περικλείει για τον άνθρωπο και τον κόσμο. Όπως τότε, έτσι και σήμερα, η ανθρωπότητα εντάχθηκε σ’ ένα παγκόσμιο σύστημα πολιτικής και αξιών, που ελέγχει και διαμορφώνει καθολικά, μέσω της ενιαιοποιούμενης παιδείας και των κατευθυνόμενων Μ.Μ.Ε., τον άνθρωπο και την κοινωνία ως πλανητικό άνθρωπο και πλανητική-ολιστική κοινωνία.
Στο σημείο αυτό επιτρέπεται ένας παραλληλισμός: Στις 11.5.330 αναδύεται ένα νέο ιστορικό μέγεθος, η αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης (Ρωμανία από τον δ΄ αι. ή «Βυζαντίου» από το 1562), που υποστασιωνόταν με το τρίπτυχο: εκχριστιανισμένος ρωμαϊκός κρατικός φορέας-ελληνικός πολιτισμός/παιδεία και χριστιανική ορθοδοξία, ως ψυχή και ζωοοποιητική δύναμη του νέου αυτού παγκόσμιου μορφώματος.
Η σημερινή Νέα Εποχή, ως παγκόσμια αυτοκρατορία, ανατρέπει και υποκαθιστά το παλαιό με το δικό της τρίπτυχο: παγκόσμια πολιτική εξουσία–παγκόσμιος πολιτισμός, με την προϊούσα επικράτηση του δυτικού πολιτισμού, και παγκόσμια θρησκεία, ως Πανθρησκεία, για τη διαμόρφωση ολιστικής συνείδησης πάνω στην πανθεϊστική βάση: Όλοι ένα – όλοι Θεός! Μέσα στην πολυωνυμία του Υδροχοϊκού Μεσσία αθετείται η μοναδικότητα και αποκλειστικότητα του ενανθρωπήσαντος Θεού Λόγου στη δυνατότητα σωτηρίας ως θέωσης. Η ιδεολογία της Νέας Εποχής συνιστά, έτσι, πρόκληση ουσιαστική για την Ορθοδοξία.
Η Νέα Εποχή συνδέεται με τη μόνιμη πια στο δυτικό κόσμο χιλιαστική προσδοκία (ευδαιμονισμός), στα όρια μιας ενδοκοσμικής εσχατολογίας καθολικής ευημερίας και ειρήνης. Η ηχηρότητα αυτών των επαγγελιών δεν αποτρέπει όμως την απογοήτευση, καθώς γίνεται φανερό, ότι απλώς αναπαράγεται το παλαιό σύστημα με όλη την παθολογία και παθογένειά του.
2. Η Νέα Τάξη οδήγησε σε μια (νέα) Μονοκρατορία, την κυριαρχία μιας (νέας) παγκόσμιας Υπερδύναμης. Τα Χριστούγεννα εμείς οι ορθόδοξοι ψάλλουμε στο υπέροχο τροπάριο της Αγίας Κασσίας ή Κασσιανής, για τη «νέα τάξη» και την εγκόσμια μονοκρατορία της Παλαιάς Ρώμης, τα λόγια: «υπό μίαν βασιλείαν εγκόσμιον τα έθνη εγένοντο».
Σήμερα τα έθνη της εποχής μας «γίνονται» και πάλι υπό μια παγκόσμια βασιλεία, εντασσόμενα -αναγκαστικά και στανικά- σ’ ένα κατασκευασμένο παγκόσμιο πολιτικό σχήμα, με την επιβολή σ’ όλα τα επίπεδα και όλους τους χώρους της μονοκράτειρας δύναμης. Η κατασκευασμένη αυτή «αλλαγή» εκφράζεται, πράγματι, αριστουργηματικά και προφητικά συγχρόνως στο γνωστό βιβλίο του George Orwell «1984». Αυτή είναι η Νέα Εποχή (New Age).
Η Νέα Εποχή κινείται, λοιπόν, σε τρία επίπεδα: το πολιτικό, που σημαίνει κατίσχυση μιας υπερδύναμης με μονοκρατορικό παγκόσμιο ρόλο. το πολιτιστικό, με την επικράτηση ενός ραφιναρισμένου και ανανεωμένου δυτικού (φραγκογερμανικού) πολιτισμού. Τα γραφόμενα από κοινωνιολόγους του συστήματος, όπως ο Χάντιγκτον ή ο Ετζιόνι, κατά τη δική μου ανάγνωση, αυτό ακριβώς εκφράζουν: τη διαφοροποίηση του δυτικού πολιτισμού από την Ορθοδοξία και το Ισλάμ (ως διαπίστωση είναι απόλυτα ακριβής) για την επιβολή, στην επερχόμενη πολιτισμική σύγκρουση, του ευρωαμερικανικού «πολιτισμού» (της υποκουλτούρας, του ρέηβ, των ναρκωτικών και της κόλας).
Το τρίτο επίπεδο είναι το θρησκευτικό. Οι συνάξεις στην Ασσίζη (1986 κ.ε.) - διαθρησκειακές συμπροσευχές δηλαδή υπό την ηγεσία του Πάπα –δείχνουν, ότι τέθηκε ήδη σε λειτουργία ο σχετικός μηχανισμός, για την επικράτηση της παγκόσμιας θρησκείας με βάση την αρχή, ότι κάθε θρήσκευμα προσφέρει σωτηρία (πανθρησκειακή εκδοχή της «θεωρίας των κλάδων»). Αυτά απαιτούν, φυσικά, αναίρεση του Χριστιανισμού, και μάλιστα στην αυθεντικότητά του (Ορθοδοξία).
Θα μπορούσαμε ίσως να προσθέσουμε και ένα τέταρτο επίπεδο, το επιστημονικό, με την εξέλιξη της Βιολογίας και των ειδικών επιστημονικών κλάδων της (Βιογενετική - Βιοτεχνολογία - Γενετική Μηχανική), που προσφέρουν δυνατότητες απεριόριστες «προς χρήσιν» από την Υπερδύναμη, όποτε θελήσει να χρησιμοποιήσει όλες τις σχετικές επιστημονικές ανακαλύψεις-εξελίξεις για την ευκολότερη και ευρύτερη επικράτησή της.
3. Ο συνειδητά Ορθόδοξος εντάχθηκε στην Ενωμένη Ευρώπη, με συγκεκριμένες βεβαιότητες, που θα αποβούν καθοριστικές για την περαιτέρω παρουσία και στάση του μέσα σ’ αυτήν και γενικά στη νέα παγκόσμια πραγματικότητα. Έχει σαφή συνείδηση της διαμετρικής διαφοράς ορθόδοξου και δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού.
Όλες οι εκφάνσεις του ελληνορθόδοξου πολιτισμού αποτυπώνουν τον αγώνα του ανθρώπου για την τελείωση της ύπαρξής του μέσα στην άκτιστη και θεουργική θεία χάρη. Στόχος του δεν είναι ο εξανθρωπισμός ή η ηθική βελτίωση του ανθρώπου, αλλ’ η υπέρβαση της κτιστότητάς του, με την ανάδειξη του ανθρώπου σε Θεάνθρωπο «κατά χάριν». Ανθρωπολογικό πρότυπο της Ορθοδοξίας δεν είναι ο «καλός καγαθός» άνθρωπος, αλλ’ ο Θεάνθρωπος.
Οι ορθόδοξοι λαοί στην πλατιά διαστρωμάτωσή τους είναι ζυμωμένοι μέσα σ’ αυτή την πολιτισμική παράδοση και παρά τις αναμφισβήτητες αλλοιωτικές επιρροές, που έχουν δεχθεί στην ιστορική τους πορεία, διακρατούν στη συνείδησή τους τα ζώπυρα αυτής της παράδοσης, που εκφράζεται στις οριακές στιγμές της ως «ανθρωπιά» και «φιλότιμο», όροι πρακτικά άγνωστοι σήμερα στον πολιτισμό της Δύσης.
Η δυτική κοινωνία, μέσα στις ιστορικές μεταλλαγές της (μετά από τα ισχυρά ρήγματα στην πολιτιστική συνέχειά της: αναγέννηση, διαμαρτύρηση, διαφωτισμός), έχει οδηγηθεί σε μιαν άλλη στάση ζωής, ριζικά αποστασιοποιημένη από τον ορθόδοξο πολιτισμό της προκαρλομάγνειας περιόδου της.
Η μετακαρλομάγνεια Ευρώπη, αποκομμένη από την πατερικότητα, ανέπτυξε έναν πολιτισμό που έχασε κυριολεκτικά την αυθεντική έννοια του Θεού, του ανθρώπου και της κοινωνίας. Ενώ δε παρήγαγε μια εκθαμβωτική επιστημονική πρόοδο, αποδεικνύεται εντελώς ανίσχυρη να διαπλάσει ανθρώπους, που να μπορούν να χρησιμοποιούν τα επιτεύγματα της επιστήμης για τη σωτηρία του ανθρώπου και όχι την καταστροφική εκμετάλλευσή του. Και μόνο οι δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι, ως δημιουργήματα της Ευρώπης και του πολιτισμού της, δείχνουν που μπορεί να οδηγήσει ο «χωρίς Θεό», ρομποτοποιημένος, ευρωπαϊκός (δυτικός) άνθρωπος.
4. Η Ενωμένη Ευρώπη και η τροφοδοτούμενη από αυτήν δυτική κοινωνία παρουσιάζονται για την Ορθοδοξία ως αγρός ιεραποστολικός, χώρος μαρτυρίας του λόγου και του τρόπου (στάσης ζωής), που συνιστά την ουσία της ορθόδοξης παράδοσης.
Αυτή μπορεί να είναι η δική μας προσφορά στον παραπαίοντα σημερινό κόσμο, όσο περίεργο και αν φαίνεται αυτό στον δυτικοποιημένο Έλληνα πολιτικό ή διανοούμενο. Διαφορετικά, η παρουσία μας δεν θα είναι μόνο χωρίς σημασία, αλλά θα ολοκληρώσει την υποτέλεια και αλλοτρίωσή μας.
Η παρουσία της Ορθοδοξίας στο σύγχρονο κόσμο οφείλει να είναι πρωταρχικά πνευματική και λειτουργική.
Η Θεία Λειτουργία, με όλη τη λατρεία μας, είναι ο σημαντικότερος θησαυρός μας, διότι περικλείει και διασώζει δυναμικά το φρόνημα και τη ζωή των Αγίων μας, την πίστη και τον θεόνομο τρόπο ύπαρξής τους. Η ασκητική παράδοση των Αγίων μας, αρχαίων και νέων, είναι η πηγή του πολιτισμού μας, πεμπτουσία του οποίου είναι ο λόγος του Χριστού μας «μακάριον εστι διδόναι μάλλον ή λαμβάνειν» (Πραξ. 20, 35), που αναιρεί την εγωιστική βουλιμία και ατομοκρατική υστερία. Είναι αυτό που λέει ο λαός μας: «Κάμε το καλό και ριξ’ το στο γιαλό». Δεν γνωρίζω αν υπάρχει σε άλλους λαούς αυτή η παροιμία! Και όπως είπε ο Αριστοτέλης, στις παροιμίες ενός λαού αποταμιεύεται η συνείδηση και πείρα του.
Βέβαια, οφείλω μια διευκρίνηση. Όταν ο Στ. Ράνσιμαν υποστήριζε, ότι ο 21ος αι. θα είναι «ο αιώνας της Ορθοδοξίας», προϋπέθετε τους Ορθοδόξους. Ο βαθύς αυτός γνώστης της αγιοπατερικής και ησυχαστικής παράδοσης δεν εννοούσε, φυσικά, μιαν εθιμική «ορθοδοξία», ιδεολογικοποιημένη και σκανδαλίζουσα τις συνειδήσεις, εξουσιαστική και διεκδικητική της εξουσίας, όλα αυτά που περικλείει ο όρος «ορθοδοξισμός».
Ο Ράνσιμαν ταυτιζόταν στο θέμα αυτό με τον Μακρυγιάννη. Για τη «μαγιά» του ελληνορθόδοξου – ρωμαίϊκου Γένους μιλούσε κι αυτός. Αυτή η «μαγιά» μπορεί να λειτουργήσει ως πνευματικός καταλύτης. Όχι μόνο για τον νεοεποχίτικο κόσμο, αλλά και για μας τους ανίατα ξενομανείς Νεοέλληνες.
Πηγή: http://resaltomag.blogspot.com/2010/11/blog-post_5776.html

Άσκησις και λατρεία, του π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνού,


Άσκησις και λατρεία
του Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Δ. Μεταλληνού
Ὁμοτίμου Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
Από την εφημερίδα «Ορθόδοξος Τύπος», 16/9/2011
Μὲ βάση τὸ λόγο καὶ τὴ ἐμπειρία τῶν Ἁγίων μας, τῶν αὐθεντικῶν θεολόγων τῆς Ὀρθοδοξίας, θὰ φωτισθεῖ στὴν συνέχεια ἡ σχέση καὶ συμπληρωματικότητα τῶν δύο πτερύγων τῆς ἁγιοπνευματικῆς μας ζωῆς, τῆς ἀσκήσεως καὶ τῆς λατρείας.
1. Ὁ Χριστιανισμὸς δὲν εἶναι ἁπλὰ «μάθημα», ἀλλὰ προπάντων «πάθημα». Προσφέρεται ὡς ζωή, ὡς ἔνταξη σὲ ἕνα «καινό» -ἀποκεκαλυμμένο ἐν Χριστῷ, τρόπο ζωῆς, τὴν ζωὴ ποὺ εἰσήγαγε στὴν ἱστορία ὁ ἔνσαρκος Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Ὁ πιστὸς καλεῖται νὰ φθάσει-μέσῳ μιᾶς συγκεκριμένης πορείας- σὲ σημεῖο, ποὺ νὰ ἐφαρμόζει καὶ στὸν ἑαυτό του ἡ ὁμολογία τοῦ Ἀπ. Παύλου: «ζῶ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός» (Γαλ. 2, 20)... Εἶναι «μόρφωσις» τοῦ Χριστοῦ μέσα στὸν πιστὸ (πρβλ. «ἵνα μορφωθῆ Χριστὸς ἐν ἡμῖν» Γαλ. 4, 19). Νὰ γίνει ὁ ἄνθρωπος Χριστός -θεὸς κατὰ χάριν.
Ἡ πορεία αὐτή, ποὺ ἰσοσυναμεῖ μὲ θεραπευτικὴ διαδικασία τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως (1) εἶναι ἀκριβῶς ἡ Πνευματικὴ ζωὴ ἤ ζωὴ ἐν Ἁγίῳ Πενύματι. Αὐτὸ σημαίνει μετοχὴ στὴν προσφερόμενη ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἄκτιση Χάρη, ποὺ ἐγκαθιδρύεται στὸν ἀσκούμενο πιστὸ ὡς «βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (οὐράνια βασιλεία) καὶ φανερώνεται ὡς πορεία ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι.
Προορισμὸς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι νὰ ζεῖ μέσα στὸ ἁγιοτριαδικὸ φῶς, γιὰ νὰ εἶναι κατ᾽ ἀλήθειαν ἄνθρωπος καὶ συν-άνθρωπος, ἀγαπώντας ἀληθινὰ τὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον του, στὰ ὅρια τῆς εὐσεβείας καὶ ἀγαπητικῆς ἀνιδιοτέλειας, κατὰ τὸν ἀποστολικὸ λόγο: «σωφρόνως, καὶ δικαίως, καὶ εὐσεβῶς ζήσωμεν ἐν τῷ αἰῶνι» (Τιτ. 2,12). Πνευματικός, ἔτσι, στὸν γλωσσικὸ κώδικα τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι ὁ διανοητικὰ καλλιεργημένος, ὁ διανοούμενος, ὁ κατὰ κόσμον σοφός, ἀλλ᾽ ὁ κατὰ Θεὸν σοφὸς (Ἰακ. 3,17), αὐτὸς ποὺ ἔχει καταξιωθεῖ σὲ ναὸ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ὁ Πνευματοφόρος (2). Πνευματικὸς ἀληθινὰ εἶναι ὁ θεούμενος, ὁ Ἅγιος.
Ὁ Ὀρθόδοξος Ναὸς εἶναι «ἁγιογραφημένος», κατάφορτος ἀπὸ μορφὲς Ἁγίων, γιὰ νὰ ὑπάρχει μόνιμη ἡ ὑπόμνηση, ὅτι σκοπὸς κάθε πιστοῦ εἶναι νὰ ἀκολουθήσει τὴν ἴδια μὲ τοὺς Ἁγίους πορεία, καὶ ἡ Ἐκκλησια νὰ εἶναι μόνιμο «ἐργαστήριο ἁγιότητος». Ὅσο καὶ ἄν ἀκούεται σήμερα παράταιρα, αὐτὸ σημαίνει: «χῶρος κατασκευῆς (= δημιουργία) Ἁγίων καὶ «πνευματικὸν ἰατρεῖον» (ἱ. Χρυσόστομος) -πνευματικὸ θεραπευτήριο. Οἱ ὅροι αὐτοί, ποὺ φανερώνουν τὸν πνευματοκρατικὸ ρεαλισμὸ τῆς Ἐκκλησίας, ἐρείδονται στὴν ἱστορικότητά της, τὴν ἐμμονή της δηλαδὴ στὸν «κόσμο» («ἐν τῷ κόσμῳ», ἀλλ᾽ ὄχι «ἐκ τοῦ κόσμου» - Ἰωάνν. 17, 14) ὑπέρ τῆς σωτηρίας, τοῦ ὁποίου ὑπάρχει στὴν ἱστορία.
Ἡ πνευματικὴ ζωή, συνεπῶς, συνιστᾶ τὴν οὐσία τῆς ἐκκλησιαστικότητας ὡς χριστιανικότητας. Γι᾽ αὐτό, ἀκριβῶς, σκοπὸς τῆς παρουσίας τῆς Ἐκκλησίας στὸν κό- σμο εἶναι ἡ πρόσληψη καὶ ἔνταξη στὴν κοινωνία τοῦ Θεοῦ ὅλης τῆς ἀνθρωπότητας ὡς ἀνθρώπου καὶ κοινωνίας, ἡ ἐκκλησιοποίηση τοῦ κόσμου. Διότι ἡ κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεὸ διὰ τῆς ἀκτίστου Χάριτός Του, συνιστᾶ τὸν (αἰώνιο) προορισμὸ τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως καὶ τὴ μόνη δυνατότητα πραγματώσεως ἀληθινῆς κοινωνίας ἀνιδιοτελοῦς ἀγάπης μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων. Στὴν Ἐκκλησία, ὡς ἐν Χριστῷ κοινωνία, πραγματώνεται ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ: «οὗ γὰρ εἰσι δύο ἤ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν» (Ματθ. 18, 20).
2. Οἱ κύριες συνιστῶσες τοῦ ἁγιο πνευματικοῦ βίου εἶναι ἡ πίστη, ἡ ἄσκηση καὶ ἡ λατρεία (3). Ἡ Θεολογία ἐκφράζει τὸ τὶ τῆς πίστεως, ὡς αὐτοφανέρωση τῆς Θείας Ἀγάπης καὶ ὡς καθημερινὴ δοξολογία καὶ ὁμολογία τῆς Ἐκκλησίας ὡς Σώματος Χριστοῦ. Ἄσκηση καὶ Λατρεία ὅμως συνιστοῦν τὸ πῶς τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, ὡς πιστότητα στὴ θεία κλήση καὶ ὅροι τῆς πραγματώσεώς της. «Ἡ ἐν Χριστῷ σωτηρία εἶναι ἡ ἀποκατάστασις τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὴν ὁδὸν πρὸς τελείωσιν καὶ τὴν ἀθανασίαν, διὰ τῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύ - ματος κοινωνίας»(4). Φθάνοντας στὴν «κοινωνίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» ὁ ἄνθρωπος, μετέχει στὸν τρόπο ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ καὶ πραγματώνεται ὡς «πρόσωπον», ζώντας τὴν ἀνιδιοτέλεια τῆς ἁγιοτριαδικῆς προσωπικῆς κοινωνίας. Ἡ πορεία αὐτὴ ἐπιτυγχάνεται μὲ τὴν ἔνταξη ὁλόκληρης τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὴν ἐνΧρίστωσή της, γιὰ νὰ ἀληθοποιηθεῖ ὁ ἄνθρωπος καὶ νὰ μπορεῖ νὰ γνωρίσει τὸν Θεὸ (Ἰωάν. 5,20), νὰ ἑνωθεῖ μαζί Του, νὰ θεωθεῖ.
Ὁ τρόπος αὐτὸς ζωῆς καὶ ὑπάρξεως μέσα στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἄσκηση, διότι αὐτὸ ζήτησε ὁ Κύριος, λέγοντας ὅτι «ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται, καὶ οἱ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν» (Ματθ. 11,12), ἐπιβεβαιώνεται δὲ μὲ τὴ διακήρυξη τοῦ ἀπ. Παύλου: «ὑποποιάζω μου τὸ σῶμα καὶ δουλαγωγῶ, μήπως ἄλλοις κηρύξας αὐτὸς ἀδόκιμος γένωμαι» (Α´ Κορ. 9, 27). Ἡ ἄσκηση εἶναι θεμελιῶδες συστατικὸ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς καὶ συνιστᾶ μόνιμη ὁδὸ μετανοίας, ποὺ καθιστᾶ τὸν ἄνθρωπο δεκτικὸ τῆς Θείας Χάρης. Ἀφοῦ σκοπὸς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ πρόσληψη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος («λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον», (Ἰωάν. 20, 22) εἶναι ἀνάγκη νὰ «ἀνοίξει» ὁ ἄνθρωπος στὴν Χάρη. Μὲ τὴν ἄσκηση νεκρώνεται ἡ ἐπαναστατημένη φύση, γιὰ νὰ ξαναβρεῖ τὴν αὐθεντικότητά της. Ὁ ἁγιασμὸς τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἔγινε καθολικά, «ἐφ ἅπαξ», μὲ τὸ λυτρωτικὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν πρόσληψη ἀπ᾽ Αὐτὸν τῆς φύσεώς μας. Μὲ τὴν ἄσκηση ἁγιάζεται τὸ συγκεκριμένο ἀν θρώπινο πρόσωπο καὶ προετοιμάζεται ἡ ἀνθρώπινη φύση γιὰ τὴν ἕνωσή της μὲ τὸ ἄκτιστο, τὴν Χάρη.
Ἡ ἄσκηση, ὡς πάλαισμα τοῦ ὅλου ἀνθρώπου, εἶναι γιὰ τὴν Ἐκκλησία ἡ μέθοδος τῆς θεολογικῆς γνώσεως. Πρέπει ὅμως νὰ διευκρινισθεῖ, ὅτι ἡ ἀσκητικὴ προσπάθεια τοῦ πιστοῦ δὲν ἔχει ἠθικὸ χαρακτήρα, δὲν ἀποβλέπει δηλαδὴ σὲ μιὰ ἁπλὴ βελτίωση τοῦ χαρακτήρα καὶ τῶν συμπεριφορῶν, ἀλλὰ στὴν προσωπικὴ μετοχὴ στὴ γιορτὴ καὶ στὴν χαρὰ τῆς Ἐκκλησίας, στὴν «πανήγυρη τῶν πρωτοτόκων» (Ἑβρ. 12, 22). Γι᾽ αὐτὸ καὶ κατὰ τοὺς Ἁγίους μας δημιουργεῖ στὸν πιστὸ αἴσθηση χαρᾶς ἀνεκλάλητης, ἀναιρετικῆς κάθε (φαρισαϊκῆς) τεχνητῆς περίσκεψης καὶ ἐπίπλαστης κατήφειας, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ μιὰ ἐπιτηδευμένη εὐσεβοφάνεια. Ἡ Χριστιανικὴ ἄσκηση εἶναι μετοχὴ ἑκούσια στὴν ὑπακοὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Ἁγίων Του, γιὰ τὴ νέκρωση τοῦ ἀτομικοῦ θελήματος καὶ τὴν τελικὴ ταύτισή του μὲ τὸ θέλημα τοῦ Χριστοῦ (Φιλ. 2, 5), ἔξω ὅμως ἀπὸ κάθε νομικὴ συμβατικότητα καὶ ὠφελιμιστικὴ σκοπιμότητα, ἁπλὰ ὡς ἐπίγνωση τῆς γνησιότητας τῆς χριστιανικότητας καὶ ἀπόφαση αὐτοπαραδόσεως σ᾽ αὐτήν. Ἔτσι, ὁδηγεῖ ἡ ἄσκηση στὴ μόνιμη γεύση τῆς θεανθρώπινης πραγματικότητας, ὡς Θεοκεντρικότητας καὶ Θεοκοινωνίας.
3. Ἡ εὐσέβεια ὅμως καὶ «πνευματικότητα» τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι λειτουργική. Μολονότι ἡ ζωὴ τῆς Ὀρθοδοξίας δὲν ἐξαντλεῖται στὰ ὅρια μιᾶς (τυπικῆς) λατρείας (5), ἡ λατρεία συνιστᾶ τὴν καρδία καὶ τὴν οὐσία τῆς ζωῆς της. Ὅπως ἔχει παρατηρήσει ὁ μακαριστὸς π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, «ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι λειτουργικὴ θρησκεία. Ἡ Ἐκκλησια εἶναι πάνω ἀπ᾽ ὅλα λατρεύουσα κοινότητα. Ἡ λατρεία ἔρχεται πρώτη, ἀκολουθεῖ ἡ (δογματική) διδασκαλία καὶ πειθαρχία (ἐκκλησιαστικὴ τάξη)» (6). Αὐτὸ σημαίνει, ὅτι στὴ «λειτουργικὴ σύναξη» τῆς Ἐκκλησίας «βρίσκεται ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς, τὸ κέντρο της ἀπ΄ ἐδῶ ἀπορρέει ἡ καινὴ διδαχή, ἡ ἁγιαστική της χάρις καὶ ὁ τρόπος, ποὺ διοικεῖται» (7). Σύνολος ὁ ἐκκλησιαστικὸς βίος διαμορφώνεται στὰ ὅρια τῆς λατρείας. Ἡ Ἐκκλησία πραγματώνεται ὡς λατρεύουσα κοινωνία, ἀφοῦ ὅλη ἡ ζωή της, σ᾽ ὅλες τὶς λεπτομέρειές της, μεταμορφώνεται συνεχῶς σὲ λατρεία τοῦ Θεοῦ.
Ἡ συμμετοχὴ τοῦ πιστοῦ στὴ λατρεία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος φανερώνει τὸν πόθο τοῦ «σὺν Χριστῷ εἶναι» (Φιλ. 1, 23). Στὴ λατρεία νοιώθει ὁ πιστός, ὅπως τὸ βρέφος στὴ μητρικὴ ἀγκάλη, στο φυσικό του χῶρο. Γι᾽ αὐτὸ ψάλλει: «εὐφράνθην ἐπὶ τοῖς εἰρηκόσι μοι, εἰς οἶκον Κυρίου πορευσόμεθα» (Ψαλμ. 121, 1). Σ᾽ ὁποιαδήποτε ἔκφραση τῆς ἐκκλησιαστικῆς λατρείας πραγματοποιεῖται μιὰ διπλὴ κίνηση: τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν Θεό, γιὰ τὴ δοξολογία τοῦ Θεοῦ, καὶ τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο, γιὰ τὸν ἁγιασμὸ τοῦ ἀνθρώπου. Δὲν ἔχει θέση, βέβαια, ἐδῶ τὸ σχολαστικὸ ἐρώτημα, ποιὸς κάνει τὴν ἀρχή, διότι ἡ Θεία Ἀγάπη εἶναι σὲ διαρκὴ κίνηση πρὸς τὸν κόσμο, «ὅτι αὐτὸς πρῶτος ἠγάπησεν ἡμᾶς» (Α´ Ἰωάν. 4, 10). Καὶ ἐδῶ ἰσχύει ὁ χρυσοστομικὸς λόγος: «Τὸ πλέον, σχεδὸν δὲ καὶ τὸ πᾶν, τοῦ Θεοῦ ἐστιν, ἡμῖν δὲ μικρὸν τι ἀφῆκεν» (8). Ἡ ἐκκλησιαστικὴ λατρεία εἶναι διάλογος μυστικὸς Πλάστου καὶ πλάσματος, Θεανθρωποκοινωνία. Ἀποβαίνει δὲ συνάντηση Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου «ἀληθινή», διότι γίνεται «ἐν τῷ ἀληθινῷ» (Α´ Ἰωάν. 5, 20) καὶ «θυσία αἰνέσεως» πρὸς τὸν Θεό, προσφορὰ ὁλόκληρης τῆς ὑπάρξεως στὴν πηγὴ τῆς κατὰ τὸ λειτουργικὸ κέλευσμα: «ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα». Ἔτσι, ἡ λατρεία ἀποβαίνει «καρπὸς χειλέων ὁμολογούντων τῷ ὀνόματι αὐτοῦ» (Ἑβρ. 13, 15).
4. Σαφὴς ὅμως εἶναι ὁ θεολογικὸς χαρακτήρας τῆς λατρείας. Ὄχι μόνο, διότι ὁ θεολογικὸς -γραφικὸς καὶ πατερικός- λόγος γίνεται λόγος τῆς λατρείας, προσφερόμενος στὸ πλήρωμα (1). Ἡ Ἐκκλησιαστικὴ λατρεία συνιστᾶ διδακτήριον εὐσεβείας, ποὺ διαμορφώνει τὸ ἐκκλησιαστικὸ φρόνημα, τὴν συνείδηση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος. Ἀλλὰ καὶ πέρα ἀπ᾽ αὐτό, ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας καθ᾽ ἑαυτὴν συνιστᾶ ἀποκάλυψη τοῦ τριπλοῦ μυστηρίου τῆς ζωῆς: τοῦ μυστηρίου τοῦ Θεοῦ, τοῦ μυστηρίου τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ μυστηρίου τῆς κτίσεως, ὡς καὶ τῶν μεταξύ τους σχέσεων. Συγχρόνως εἶναι ἀποκάλυψη τοῦ μυστηρίου τοῦ ἀνθρώπου ὡς κοινωνικοῦ ὄντος (Γεν. 2, 18) (10). Γι᾽αὐτὸ καὶ εἰσάγεται στὴ θεόσδοτη σταυρικὴ κοινωνία, ποὺ προσδιορίζεται ἀπὸ τὶς εὐχαριστιακὲς συντεταγμένες: «ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας» καὶ «ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους, ἵνα ἐν ὁμονοίᾳ ὁμολογήσωμεν». Στὴν ὀρθόδοξη λατρεία βιώνει ὁ πιστὸς τὸ μυστήριο τοῦ νέου «καιροῦ», ποὺ ἔχει εἰσβάλει στὸν κόσμο μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ νίκη του πάνω στὴ φθορά, τὴν ἁμαρτία, τὸ θάνατο. Πρόκειται γιὰ τὸ μυστήριο τοῦ «καινοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς καινῆς γῆς» (Ἀποκ. 21, 1), ὅπου «ὁ θάνατος οὐκ ἔσται ἔτι, οὔτε πένθος, οὔτε κραυγή, οὔτε πόνος οὐκ ἔσται ἔτι. Ὅτι τὰ πρῶτα ἀπῆλθον» (Ἀποκ. 21, 4). Στὴ λατρεία μας τάσσεται ὅλη ἡ ὕπαρξή μας ὑπὸ τὴν ἐξουσία τοῦ Χριστοῦ, διότι «ἀποτιθέμεθα πᾶσαν τὴν βιοτικὴν μέριμναν, ὡς τὸν βασιλέα τῶν ὅλων ὑποδεξόμενοι» (Θεία Λειτουργία) καὶ δοξάζουμε τὸν Τριαδικὸ Θεό, ὅπως Τὸν δοξάζουν ἀδιάκοπα στὸν οὐρανὸ οἱ ἀγγελικὲς δυνάμεις (Ἡσ. 6, 1 ἑ.).
5. Μέσα στὸ πνεῦμα αὐτὸ κατανοεῖται ἡ συμπληρωματικότητα ἀσκήσεως καὶ λειτουργικῆς ζωῆς. Ἡ ἐκκλησιαστικὴ λατρεία εἶναι ἑορτάσιμη στὸ ἦθος της. Κάθε μέρα εἶναι γιὰ τὴν Ἐκκλησία πανήγυρη, ἑορτή, διότι οἱ μνῆμες τῶν Ἁγίων ἐπιβεβαιώνουν τὴ νίκη τοῦ Χριστοῦ πάνω στὸν κόσμο (Ἰωάν. 16, 33). Ἡ ἄσκηση ἐξ ἄλλου, ὡς πρόγευση τῆς χαρᾶς αὐτῆς τῆς ἑορτῆς, προοδοποιεῖ τὴν εἴσοδο τῶν πιστῶν στὴν ἑορτὴ τῆς Ἐκκλησίας, στὴν πνευματικὴ πανήγυρή της. Εἶναι ἡ προετοιμασία γιὰ τὴν μετοχὴ τοῦ ὅλου ἀνθρώπου στὴν «καινὴν κτίσιν» (Β´ Κορ. 5, 17), ποὺ ἀποκαλύπτεται στὴν λατρεία. Εἶναι ἡ ὁδὸς ἐπιστροφῆς στὸ «κατὰ φύσιν», βασικὴ προϋπόθεση γιὰ τὴν πορεία τῆς λατρείας. Ὅπως σημειώνει ὁ ἱ. Χρυσόστομος, «τὸ ζητούμενον ἐνταῦθα (στὴ λατρεία) ψυχὴ νήφουσα, διεγηγερμένη διάνοια, καρδία κατανενυγμένη, λογισμὸς ἐρρωμένος, συνειδὸς κεκαθαρμένον. ἐὰν ταῦτα ἔχων εἰσέλθης εἰς τὸν ἅγιον τοῦ Θεοῦ χορόν, παρ᾽ αὐτὸν δυνήσῃ στῆναι τὸν Δαυίδ». Ἡ ἄσκηση, μὲ τὴν «ἀδιάλειπτη προσευχή», τὴν ταπείνωση, τὴν ἀπάθεια, τὴ νηστεία, καὶ τὴν συνεχῆ μετοχὴ στὴ λατρευτικὴ πράξη, ἐπιδιώκει νὰ μεταβάλει τὴ ζωὴ σὲ «θυσίαν ζῶσαν ἁγίαν τῷ Θεῷ εὐάρεστον» (Ρωμ. 12, 1). Γιὰ νὰ βρεῖ, τελικά, ἡ ζωὴ τὴν πρωταρχική της ὡραιότητα καὶ γνησιότητα καὶ τὸ ἀληθινὸ νόημά της. Ἡ ἄσκηση τῶν μοναχῶν, κυρίως, βρίσκει στὴ λατρεία μιὰ ὄαση πνευματική, ποὺ ἀναπαύει τὴν σκληρὴ ἀσκητικὴ πράξη. Ἐξ ἄλλου, αὐτὸ ποὺ γίνεται χαρισματικὰ ὁ πιστὸς μὲ τὴν ἄσκησή του, μέσα ἀπὸ τὴ λατρεία, καὶ μάλιστα τὴ Θεία Εὐχαριστία, ἐκκλη σιοποιεῖται- ἐντάσσεται στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὴν Ἐκκλησία, καὶ τὸ «ἀτομικό» γεγονὸς γίνεται κοινωνικό, δηλαδὴ ἐκκλησιαστικό. Διότι τότε μόνο ἀποκτᾶ σημασία, ἀλλὰ καὶ ἁγιάζεται, ὅταν ἡ ἀτομικότητα ἐκκλησιοποιεῖται. Ἔξω ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ ὄχι μόνο δὲν ὑπάρχει σωτηρία, ἀλλὰ καὶ ἡ τελειότερη ἀρετὴ μένει «ράκος ἀποκαθημένης» (Ἡσ. 64, 6).
Ἡ λατρεία ἐν-Χριστώνει ὅλη τὴ ζωὴ τοῦ πιστοῦ. Ἡ ἄσκηση παρέχει τὴ δυνατότητα γιὰ τὴν πραγμάτωση αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ, ἐφ᾽ ὅσον ὁ ἀκάθαρτος ἀπὸ τὰ πάθη ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ δοξάσει ἀληθινὰ τὸ Θεό. Ἄς θυμηθοῦμε τὸν πασχάλιο ὕμνο: «Καὶ ἡμᾶς τοὺς εὐσεβεῖς καταξίωσον, ἐν καθαρᾷ καρδίᾳ Σὲ δοξάζειν» Ἡ «καθαρὴ καρδία» εἶναι τὸ σκοπούμενο στὴ χριστιανικὴ ἄσκηση (πρβλ. Ψαλ. 50, 12: «καρδίαν καθαρὰν κτῖσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεός...»). Μόνο «ἐν καθαρᾷ καρδίᾳ» μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ δεῖ τὸν Θεὸ (Ματθ. 5, 8), νὰ φθάσει δηλαδὴ στὸν σκοπὸ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὑπάρξεώς του. Αὐτό, ἀκριβῶς ἐκφράζει καὶ ὁ λόγος τοῦ ἱ. Δαμασκηνοῦ στὸν πασχάλιο κανόνα: «Καθαρθῶμεν τὰς αἰσθήσεις, καὶ ὀψόμεθα τῷ ἀπροσίτῳ φωτὶ τῆς ἀναστάσεως Χριστὸν ἐξαστράπτοντα...»(11). Ἡ λατρεία ὁδηγεῖ στὸν ἁγιασμὸ καὶ στὴ θέωση, ὅταν ὅμως ὑπάρχει ἡ καθαρότητα τῆς καρδίας καὶ τῶν αἰσθήσεων (= ἐμπροϋπόθετον τῆς λατρείας) (12), ποὺ εἶναι καρπός, βέβαια, τῆς ἑνώσεως τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν ἴδια Πηγὴ ἁγιασμοῦ τοῦ ἀνθρώπου, καὶ στὴν ἄσκηση καὶ στὴ λατρεία, τὴν Ἁγιοτριαδικὴ Χάρη. Ἄλλωστε, ὁ ἴδιος ὁ Τριαδικὸς Θεός, ποὺ ἔδωσε τὴ λατρεία ὡς δυνατότητα ἁγιασμοῦ, ὅρισε καὶ τὴν ἄσκηση ὡς συνεχὲς ἄνοιγμα τοῦ ἀνθρώπου στὴν ἁγιάζουσα Χάρη. Ἄν ἡ λατρεία, συνεπῶς, εἶναι ἡ εἴσοδος στὴν οὐράνια βασιλεία, ἡ ἄσκηση εἶναι ἡ ὁδὸς πρὸς τὴ βασιλεία. Ἡ λατρεία καθορίζει καὶ ἀποκαλύπτει τὸν σκοπὸ τῆς ὑπάρξεώς μας• ἡ ἄσκηση βοηθεῖ στὴν ἐπίτευξη τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ. Μὲ τὴν ἄσκηση, ἐξ ἄλλου, ὡς μόνιμο τρόπο ζωῆς τοῦ Χριστιανισμοῦ, μεταβάλλεται ὁλόκληρη ἡ ζωὴ σὲ λατρεία τοῦ Θεοῦ «ἐν ἀληθείᾳ» (Ἰωάν. 4, 22). Διότι ὁ ἀσκούμενος χριστιανὸς μεταβάλλεται ὁλόκληρος σὲ «ναὸ τοῦ Θεοῦ», στὸν ὁποῖο ἱερουργεῖται τὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας. Ἀλλά, ὅπως οἱ προσευχόμενοι καρδιακὰ στὴν Ἐκκλησία τῆς Κορίνθου (Α´ Κορινθ. κεφ. 14, μολονότι εἶχαν τὴν «ἀδιάλειπτη προσευχή Α´ Θεσσ. 5, 18) τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν καρδία, μετεῖχαν καὶ τῆς συνάξεως ὅλου τοῦ σώματος, ἔτσι καὶ ὁ τελειούμενος στὴν ἄσκηση μετέχει στὴ σύναξη καὶ λατρεία τοῦ σώματος, ἐκκλησιοποιώντας τὰ χαρίσματά του. Χωρὶς τὴν κοινωνία, ἄλλωστε, μὲ τοὺς ἐν Χριστῷ ἀδελφούς, καθίσταται ἀδύνατη καὶ ἡ κοινωνία μὲ τὸν Χριστό (13). Σημασία ἔχει, ἔτσι, τὸ γεγονός, ὅτι ἡ ἄσκηση δὲν λειτουργεῖ μόνο ὡς παράγων προετοιμασίας τοῦ πιστοῦ γιὰ τὴ συμμετοχή του στὴ λατρεία, ἀλλὰ καὶ συντελεῖ στὴ διακράτηση ἀπὸ τὸν πιστὸ τῆς Χάρης, ποὺ ἀποκομίζει, βγαίνοντας ἀπὸ τὸ ναό, καὶ στὴ συνέχεια τῆς σχέσης του μὲ τὸ Θεό. Αὐτὸ ἀναπτύσσει καὶ ὁ ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας σὲ εἰδικὸ κεφάλαιο μὲ τὸν τίτλο: «ὁποῖος γίνεται ὁ μεμυημένος τὴν ἀπὸ τῶν μυστηρίων χάριν φυλάξας τῇ παρ᾽ αὐτοῦ σπουδῇ» (14). Ἡ ἄσκηση συντελεῖ, τελικά, στὴν προέκταση καὶ ἐπέκταση τῆς λατρείας σ᾽ ὅλη τὴ ζωή, ποὺ διαμορφώνεται, ἔτσι, σὲ ἀδιάλειπτη λατρεία, «λειτουργία μετὰ τὴ λειτουργία».
Σημειώσεις:
1. Βλ. τὴν σπουδαία τετραλογία (4 τόμοι) τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱεροθέου «Ὀρθόδοξη Ψυχοθεραπεία» (Ἔδεσσα 1986 κ.ἑ.).
2. Πρβλ. Α/ Κορ. 2, 11-16 (κυρίως: 15!).
3. Βλ. π. Γ. Δ. Μεταλληνοῦ, Ἡ θεολογικὴ μαρτυρία τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Λατρείας, Ἀθήνα 1995, σ. 184 ἑ.ἑ.
4. π. Ἰ. Σ. Ρωμανίδου, Τὸ προπατορικὸν ἁμάρτημα, Ἀθήνα 19892 , σ. 150.
5. Δ. Σ. Μπαλάνου, Εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία μόνον κοινωνία λατρείας; Ἐν Ἀθήναις 1904.
6. «Ὀρθόδοξος λατρεία» στὸν τόμο: Θέματα Ὀρθοδόξου Θεολογίας (μετάφρ. Στ. Παπαλεξανδρόπουλος, Θεσσαλονίκη (1973), σ. 141-173 (ἐδῶ: σ. 159).
7. π. Βασιλείου Γοντικάκη, Εἰσοδικόν. Στοιχεῖα λειτουργικῆς βιώσεως τοῦ μυστηρίου τῆς ἑνότητος μέσα στὴν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, Ἅγιον Ὄρος 1974, σ. 15.
8. Ἰω. Χρυσοστόμου, Εἰς Ψαλ. 115, 2. P G 55, 322.
9. Βλ. π. Γ. Δ. Μεταλληνοῦ, Ἡ θεολογικὴ μαρτυρία..., ὅπ. π., σ. 128 ἑ. ἑ. (=λειτουργικὸς λόγος).
10. Βλ. π. Γ. Δ. Μεταλληνοῦ, Leden in Leide Christi, Aten 1990, σ. 157.
11. Ὠδὴ α/, Τρ. 2.
12. Γιὰ τὸ θέμα βλ. π. Γ. Δ. Μεταλληνοῦ, ὅπ. π., σ. 274 ἐ.
13. Πρβλ. Α/ Ἰωάν. 4, 20 ἑ.
14. «Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς» Λόγος Ζ/ PG 150, 625 ἑ.ἑ.
πηγή: http://thriskeftika.blogspot.com/2011/09/blog-post_5970.html