Δευτέρα 25 Ιουνίου 2018

Καθηγητής κ. Δημήτριoς Τσελεγγίδης: «Δόγμα και ζωή, μία αδιάρρηκτη συνύπαρξη» (Βίντεο και κείμενο)



 Καλαμπάκα, Σάββατο 26-11-2016
 
ΔΟΓΜΑ ΚΑΙ ΖΩΗ, ΜΙΑ ΑΔΙΑΡΡΗΚΤΗ ΣΥΝΥΠΑΡΞΗ
 
Δημήτριος Τσελεγγίδης
Καθηγητής Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ. 
Σήμερα, θά ἐπιχειρήσουμε νά ἐμβαθύνουμε λίγο στή σχέση τῆς ὀρθῆς πίστεως καί τῆς ζωῆς τοῦ πιστοῦ ἐντός τῆς Ἐκκλησίας. 
Καταρχήν, πρέπει νά προσδιορίσουμε μέ κάθε δυνατή ἀκρίβεια, τί εἶναι ἡ ἀλήθεια καθεαυτήν. Ἡ ἀλήθεια –στό πλαίσιο τῆς Ἐκκλησίας- εἶναι πρόσωπο καί ὄχι κάποια ἰδέα ἤ κάποια ἄποψη. Ἡ ἀλήθεια εἶναι καθεαυτήν ὑποστατική. Εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός ἀποκαλυπτόμενος μέσα στήν ἱστορία καί στή ζωή τοῦ πιστοῦ. Ἡ γνώση τῆς ἀλήθειας δέν εἶναι διανοητική, ἀλλά εἶναι ἐμπειρική-βιωματική, γιατί προϋποθέτει τήν μετοχή στήν ἀλήθεια. 
Ἡ Ὀρθοδοξία κατέχει καί βιώνει τήν πληρότητα τῆς ἀλήθειας. Ἀλήθεια καί ζωή νοοῦνται πρωτίστως ἐπί ὑπαρξιακοῦ πεδίου. Ἡ ἀλήθεια δέν μπορεῖ νά διαχωριστεῖ ἀπό τή ζωή στήν πληρότητα καί τήν αὐθεντικότητά της, χωρίς ὀλέθριες συνέπειες. Ἡ ζωή γιά τήν Ἐκκλησία εἶναι ἡ ἄλλη ὄψη τῆς ἀλήθειας. Εἶναι ἡ ἄκτιστη, ἡ ἀΐδια καί αἰώνια ζωή, γιά τήν ὁποία γίνεται λόγος στό Εὐαγγέλιο. Στήν προκειμένη περίπτωση, εἶναι πολύ διαφωτιστική καί ἐκφραστική ἡ σύνδεση, πού κάνει ὁ Χριστός ἀνάμεσα στήν αὐθεντική ἀλήθεια καί τήν ἀληθινή ζωή. Ὁ Χριστός, ὡς αὐτοαλήθεια, μᾶς διαβεβαιώνει, ὅτι «αὕτή ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκουσί σε τόν μόνον ἀληθινόν Θεόν καί ὅν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν»[1]. Ἡ αἰώνια ζωή εἶναι γνώση τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Ἀλλά, ὅπως γνωρίζουμε, στή βιβλική, πατερική καί ἐκκλησιαστική γλώσσα ἡ γνώση εἶναι ὑπόθεση βιωματική. Γνώση σημαίνει βιωματική ἐμπειρία. Ἐμπειρία πού προκύπτει ἀπό τή μετοχή τῆς ἀλήθειας. Στήν ἱστορική καί ἐμπειρική φανέρωση τῆς Ἐκκλησίας ἡ ὀρθοδοξία της συγκεκριμενοποιεῖται στήν ἀκρίβεια καί τήν ἀκεραιότητα τῆς δογματικῆς διδασκαλίας της, ἐνῶ ἡ ὀρθοπραξία της φανερώνεται κατεξοχήν στήν ἁγιοπνευματική ζωή τῶν θεουμένων μελῶν της. Καί, ὅπως εὔστοχα σημειώνει ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων, ἡ θεοσεβής ζωή συνίσταται ἀπό δόγματα εὐσεβῆ καί ἀπό πράξεις ἀγαθές. Καί οὔτε τά δόγματα χωρίς ἀγαθά ἔργα εἶναι εὐπρόσδεκτα ἀπό τόν Θεό, ἀλλά οὔτε καί τά ἔργα πού δέ συνοδεύονται ἀπό εὐσεβῆ δόγματα, τά δέχεται ὁ Θεός[2]. Οἱ ἠθικές ἀρετές, κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο, ζωοποιοῦνται ἀπό τήν ψυχή[3], ἡ ὁποία ἁγιάζεται μέ τά ὀρθά δόγματα[4] πού εἶναι καί φορεῖς ἁγιαστικῆς ἐνεργείας. Ἀλλά καί κατά τόν ἅγιο Μάξιμο, «ὁ ἄνθρωπος ἁγιάζεται διά τῆς ἀκριβοῦς ὁμολογίας τῆς πίστεως»[5].
Κατά συνέπεια, ἡ ἀλήθεια στήν Ἐκκλησία δέν εἶναι θεωρητική, νοητική δηλαδή ἀποδοχή τοῦ διά τῆς ἀκοῆς ἤ μελέτης γνωστοποιηθέντος περιεχομένου τῆς πίστεως, ἀλλά, κυρίως, μυστήριο, πού βιώνεται μέ τήν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος[6]. Χωρίς τή μετοχή αὐτῆς τῆς ἐνέργειας, εἶναι ἀδύνατο νά γνωρίσει ὁ ἄνθρωπος τή σοφία τοῦ Θεοῦ καί νά κοινωνήσει σέ θεῖα μυστήρια τῆς πίστεώς μας[7]. Στό πλήρωμα τῆς ἀλήθειας οἱ πιστοί ὁδηγοῦνται ἀπό τό Πνεῦμα τῆς Ἀληθείας, κατά τρόπο βιωματικό. Γι’ αὐτό καί παραμένουν ἀκλόνητοι σ’ αὐτήν μή φοβούμενοι ἀπειλές, διωγμούς ἤ θάνατο. Στήν περίπτωση αὐτή μπορεῖ νά γίνεται λόγος γιά τήν πνευματική ὡριμότητα, πού ὑπαινίσσεται ὁ Μ. Βασίλειος, σ’ ὅσους τρέφονται μέ τή στερεά τροφή τῶν δογμάτων, «ὡς διαβεβηκότες τήν ἐν Χριστῷ νηπιότητα, καί οὐκέτι δεόμενοι γάλακτος, ἀλλά δυνάμενοι τῇ στερεᾷ τῶν δογμάτων τροφῇ τόν ἔσω ἄνθρωπον τελειοῦσθαι...»[8].
Ἡ πνευματική τελειότητα, ὅταν χαρακτηρίζει τόν ὀρθόδοξο πιστό, εἶναι συνυφασμένη μέ τό ὀρθόδοξο φρόνημα καί τή δογματική ἀκρἰβεια.

Η ἀνηθικότης δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν χριστιανικὴν ζωὴν. by Χαράλαμπος Τσαβδαρίδης



12 Πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐ πάντα συμφέρει· πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐκ ἐγὼ ἐξουσιασθήσομαι ὑπό τινος. 13 τὰ βρώματα τῇ κοιλίᾳ καὶ ἡ κοιλία τοῖς βρώμασιν· ὁ δὲ Θεὸς καὶ ταύτην καὶ ταῦτα καταργήσει. τὸ δὲ σῶμα οὐ τῇ πορνείᾳ, ἀλλὰ τῷ Κυρίῳ, καὶ ὁ Κύριος τῷ σώματι· 14 ὁ δὲ Θεὸς καὶ τὸν Κύριον ἤγειρε καὶ ἡμᾶς ἐξεγερεῖ διὰ τῆς δυνάμεως αὐτοῦ. 15 οὐκ οἴδατε ὅτι τὰ σώματα ὑμῶν μέλη Χριστοῦ ἐστιν; ἄρας οὖν τὰ μέλη τοῦ Χριστοῦ ποιήσω πόρνης μέλη; μὴ γένοιτο. 16 ἢ οὐκ οἴδατε ὅτι ὁ κολλώμενος τῇ πόρνῃ ἓν σῶμά ἐστιν; ἔσονται γάρ, φησίν, οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν· 17 ὁ δὲ κολλώμενος τῷ Κυρίῳ ἓν πνεῦμά ἐστι. 18 φεύγετε τὴν πορνείαν. πᾶν ἁμάρτημα ὃ ἐὰν ποιήσῃ ἄνθρωπος ἐκτὸς τοῦ σώματός ἐστιν, ὁ δὲ πορνεύων εἰς τὸ ἴδιον σῶμα ἁμαρτάνει. 19 ἢ οὐκ οἴδατε ὅτι τὸ σῶμα ὑμῶν ναὸς τοῦ ἐν ὑμῖν ῾Αγίου Πνεύματός ἐστιν, οὗ ἔχετε ἀπὸ Θεοῦ, καὶ οὐκ ἐστὲ ἑαυτῶν; 20 ἠγοράσθητε γὰρ τιμῆς· δοξάσατε δὴ τὸν Θεὸν ἐν τῷ σώματι ὑμῶν καὶ ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν, ἅτινά ἐστι τοῦ Θεοῦ.
(Προς Κορινθίους Α’, κεφ.6, 12-20)
Μετάφραση στη δημοτική
Όλα μου επιτρέπονται αλλά δεν συμφέρουν όλα.Όλα μου επιτρέπονται αλλά εγώ δεν θα αφήσω τον εαυτό μου να εξουσιασθεί από τίποτε.Τα φαγητά είναι για την κοιλιά, και η κοιλιά για τα φαγητά.Ο Θεός θα καταργήση και αυτήν και εκείνα.Αλλά το σώμα δεν είναι διά την πορνείαν, είναι διά τον Κύριον και ο Κύριος διά το σώμα.Ο δέ Θεός και τον Κύριον ανέστησε και εμάς θα αναστήση διά της δυνάμεώς Του.Δεν ξέρετε ότι τα σώματα σας είναι μέλη του Χριστού;Να πάρω λοιπόν τα μέλη του Χριστού και να τα κάνω μέλη πόρνης;Μή γένοιτο.Δεν ξέρετε ότι εκείνος που προσκολλάται εις την πόρνην είναι ένα σώμα με αυτήν;Διότι θα γίνουν, λέγει, οι δύο μία σάρκα.Εκείνος δε που προσκολλάται εις τον Κύριον είναι ένα πνεύμα με αυτόν.Αποφεύγετε την πορνείαν.Κάθε άλλο αμάρτημα που κάνει ο άνθρωπος είναι έξω από το σώμα, εκείνος όμως που πορνεύει, αμαρτάνει προς το ίδιο του το σώμα.Ή δεν ξέρετε ότι το σώμα σας είναι ναός του Αγίου Πνεύματος που είναι μέσα σας, και το οποίον έχετε από τον Θεόν και δεν ανήκετε εις τους εαυτούς σας;Έχετε αγορασθή αντί τιμήματος.Δοξάσατε λοιπόν τον Θεόν διά του σώματός σας και διά του πνεύματός σας, τα οποία ανήκουν εις τον Θεόν.

(Πηγή: »Η ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ», ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, ΑΘΗΝΑΙ 1990, ΕΚΔΟΣΗ Β’)

Περί της συκοφαντίας. by Χαράλαμπος Τσαβδαρίδης


τοπίο - Άγιον Όρος
Υμνογράφος Χαράλαμπος Μπούσιας
Για τη συκοφαντία διαβάζουμε στα Γεροντικά και στα Συναξάρια των Αγίων τα εξής αξιοπρόσεκτα:
Στον Αββά Αντώνιο ήλθε κάποτε ένας αδελφός από κάποιο κοινόβιο, ο οποίος συκοφαντήθηκε για πορνεία. Ήλθαν και οι αδελφοί από το κοινόβιο, για να τον θεραπεύσουν και να τον πάρουν. Αντί, όμως, για αγάπη, του έκαναν έλεγχο και εκείνος προσπαθούσε να απολογηθεί λέγοντας ότι δεν έπεσε σε εκείνο το αμάρτημα. Ο Αββάς Παφνούτιος που βρισκόταν εκεί άκουγε τη συνομιλία και θλιβόταν, για τον τρόπο αντιμετωπίσεως των άλλων αδελφών. Έτσι, βρήκε την ευκαιρία και τους είπε:
— Είδα στην όχθη του ποταμού έναν άνθρωπο, που είχε χωθεί στο βόρβορο ως τα γόνατά του και καθώς ήλθαν μερικοί να του δώσουν χέρι βοηθείας τον καταπόντισαν μέχρι το λαιμό.
Τους λέγει τότε ο Αββάς Αντώνιος για τον Αββά Παφνούτιο:
— Να, άνθρωπος αληθινός, που μπορεί να θεραπεύσει και να σώσει ψυχές.
Συγκινήθηκαν τότε από τα λόγια των γερόντων και έβαλαν μετάνοια στον αδελφό. Ηρέμησαν έτσι και τον πήραν πάλι πίσω στο κοινόβιο.
Κοντά στον Αββά Ισίδωρο τον Πηλουσιώτη που ήταν Πρεσβύτερος βρισκόταν και κάποιος ευλαβής και ενάρετος διάκονος. Ο Αββάς σκόπευε να τον κάνει Πρεσβύτερο και διάδοχό του. Εκείνος, όμως, από μεγάλη ταπείνωση δεν δεχόταν χειροτονία προβάλλοντας αναξιότητα.
Αυτό τον ενάρετο αδελφό, τον μίσησε τόσο πολύ κάποιος άλλος μοναχός στη Σκήτη, νικημένος από το πάθος του φθόνου, και γύρευε με κάθε τρόπο να τον βλάψει και να τον δυσφημήσει.
Να, λοιπόν, τι τον έβαλε ο διάβολος να κάνει. Πήρε μια μέρα ένα από τα βιβλία του και το έβαλε κρυφά στο κελλί του Διακόνου, χωρίς εκείνος να πάρει είδηση. Ύστερα πήγε στον Αββά Ισίδωρο και του παραπονέθηκε πως έχασε το βιβλίο του και πως κάποιος από τους αδελφούς έπρεπε να το είχε κλέψει. Απαιτούσε, λοιπόν, να γίνει έρευνα σε όλα τα κελλιά.
— Τέτοιο πράγμα, παιδί μου, έκανε έκπληκτος ο Γέροντας, δεν έχει ξαναγίνει στη Σκήτη. Αλλά, για να βεβαιωθείς, πάρε δυo αδελφούς και ψάξε τα κελλιά.
Έτσι κι’ έγινε. Αφού έψαξαν μερικά άλλα κελλιά, πήγαν και στου Διακόνου και φυσικά εκεί βρήκαν το βιβλίο. Το πήραν, λοιπόν, και το έφεραν στην Εκκλησία την ώρα του εσπερινού, που ήσαν συγκεντρωμένοι οι αδελφοί, και είπαν μεγαλοφώνως στον Αββά Ισίδωρο, για ν’ ακουσθεί από όλους, που είχε βρεθεί το βιβλίο.
Ο αθώος Διάκονος δεν διαμαρτυρήθηκε για τη συκοφαντία. Έπεσε με ταπείνωση στα γόνατα και ζήτησε από όλους συγχώρηση, λέγοντας ότι έσφαλε.
—Συγχωρήσατέ με, αδελφοί, γιατί είμαι κλέφτης.
Σαν πέρασαν οι τρεις εβδομάδες και ο Διάκονος τελείωσε το επιτίμιό του και έγινε δεκτός στο Άγιο Βήμα, ο συκοφάντης δαιμονίσθηκε και με γοερές κραυγές ομολόγησε την αμαρτία του. Ελευθερώθηκε από την τυραννία του δαίμονος ο συκοφάντης μόνον όταν προσευχήθηκε γι’ αυτόν ο συκοφαντημένος διάκονος.
Ακούσατε άλλο πάλι παράδειγμα: Ένας αδελφός έκανε την εξής ερώτηση σε κάποιον πατέρα: «Πως ρίχνει ο διάβολος τους πειρασμούς στους Αγίους;». Του απάντησε ο Γέροντας: «Ήταν κάποτε στο όρος Σινά ένας μοναχός που ονομαζόταν Νίκων. Κάποιος πήγε στη σκηνή ενός Άραβα Φαρανίτη, βρήκε μονάχη την κόρη του, πλάγιασε μαζί της και ύστερα της λέει: «Να πεις ότι το πάθημά μου αυτό μου το έκαμε ο αναχωρητής, ο Αββάς Νίκων». Όταν ήρθε ο πατέρας της και πληροφορήθηκε το γεγονός, πήρε το ξίφος του και τράβηξε κατά του Γέροντα. Σαν χτύπησε την πόρτα, βγήκε έξω εκείνος και όταν σήκωσε το ξίφος να τον σκοτώσει, παράλυσε το χέρι του. Τότε ο Φαρανίτης πήγε στην εκκλησία και κατάγγειλε το συμβάν στους πρεσβυτέρους. Έστειλαν εκείνοι και τον κάλεσαν και ο Γέροντας παρουσιάστηκε. Τότε του έδωσαν πολύ ξύλο και σκέφτονταν να τον διώξουν, όμως εκείνος τους παρακάλεσε να τον αφήσουν να ζήσει με μετάνοια κοντά τους. Έτσι τον απομόνωσαν για τρία χρόνια και έδωσαν εντολή κανένας να μην του μιλάει. Πέρασαν τα τρία χρόνια και ο συκοφαντηθείς ερχόταν κάθε Κυριακή και με μετάνοια παρακαλούσε και έλεγε; «Προσεύχεστε στον Κύριο για μένα»!
Αργότερα, όμως, εκείνος που είχε κάμει την αμαρτία και είχε ρίξει τον πειρασμό στον αναχωρητή κυριεύθηκε από δαιμόνιο και ομολόγησε στην εκκλησία: «Εγώ ήμουν που αμάρτησα και μίλησα για να συκοφαντηθεί ο δούλος του Θεού». Τότε σηκώθηκε όλος ο λαός και είπε μετανιωμένος στο Γέροντα: «Αββά, συγχώρεσέ μας». Εκείνος τους απάντησε: «Όσο για τη συγχώρηση, σας έχω ήδη συγχωρήσει, αλλά να μείνω κοντά σας, δεν μένω πια με τίποτα. Δεν βρέθηκε ούτε ένας σας να έχει διάκριση και να με συμπονέσει».
Ας θυμηθούμε πάλι την Αγία Θεοδώρα στο χωριό Βάστα της Αρκαδίας, η οποία πέφτοντας θύμα μεγάλης συκοφαντίας και μη φανερώνοντας την αλήθεια, μαρτύρησε. Σε ανάμνηση της θυσίας της υπάρχει εκεί ένα ζωντανό θαύμα. Ο Θεός ακούγοντας την προσευχή της επέτρεψε να φυτρώσουν, χωρίς ρίζες, 17 δένδρα στην σκεπή μιας μικρής εκκλησίας 12 τετραγωνικών μέτρων στον τόπο που μαρτύρησε.
Ας θυμηθούμε πάλι τον πάγκαλο Ιωσήφ, το γιό του Ιακώβ, ο οποίος υπέφερε τόσα από τους ίδιους τους αδελφούς του, οι οποίοι τον πούλησαν σκλάβο στην Αίγυπτο. Εκεί συκοφαντήθηκε αδυσώπητα από τη σύζυγο του Πετεφρή, επειδή δεν ενέδωσε στις πονηρές διαθέσεις της, και όμως ο Θεός τον τοποθέτησε στα ύψη, ώστε να κυβερνήσει στο πλάϊ του Φαραώ όλη την Αίγυπτο.
Τέλος ας θυμηθούμε το χαρακτηριστικό παράδειγμα της τιμωρίας του συκοφάντη της Αγίας Ευγενίας, την αμετανόητη Μελανθία, από την οποία τόσο άδικα συκοφαντήθηκε η Αγία. Ο δικαιοκρίτης Θεός την τιμώρησε πολύ παραδειγματικά, ρίπτοντας φωτιά από τον ουρανό και κατακαίγοντάς την.
Η συκοφαντία, δυστυχώς, έχει γίνει σήμερα διαδεδομένος τρόπος συμπεριφοράς πολλών ανθρώπων, στην καθημερινή τους ζωή, με αποτέλεσμα να θεωρείται ως κάτι το φυσιολογικό. Συκοφαντούμε όταν κατηγορούμε άδικα κάποιο πρόσωπο η δημιουργούμε και διαδίδουμε ψευδείς ειδήσεις και πληροφορίες γι’ αυτό, πάντοτε ηθελημένα με σκοπό να βλάψουμε την τιμή και την υπόληψή του. Στις ημέρες μας αυτή η συκοφαντία είναι συνήθης και δείχνει ότι η αντίσταση της συνειδήσεώς μας, αν δεν έχει πωρωθεί τουλάχιστον έχει αμβλυνθεί επικίνδυνα. Δεχόμαστε ότι μας λένε αβασάνιστα χωρίς διασταύρωση των λεγομένων και καταβροχθίζουμε σάρκες, συνήθως ανυποψίαστων θυμάτων. Λησμονούμε την εντολή του Λευϊτικού «ου κλέψετε, ου ψεύσεσθε, ουδέ συκοφαντήσει έκαστος τον πλησίον” (Λευϊτ. ιθ΄ 11) και εύκολα κατηγορούμε κάποιον, δημιουργώντας η διαδίδοντας ψευδή γεγονότα, φήμες και πληροφορίες γι’ αυτόν.
Πολλοί, ειδικά σήμερα, παίρνουν αψήφιστα το θέμα. Έχουμε δει, όμως, να σπιλώνονται προσωπικότητες, υπολήψεις, οικογενειάρχες με τραγικά πολλές φορές αποτελέσματα. Άνθρωποι να χάνουν την εργασία τους, να διαλύεται η οικογένειά τους, να έχουν χάσει την υγεία τους ακόμη, δυστυχώς, και να αφαιρούν την ίδια τους τη ζωή πάνω στην απελπισία για την αδικία που διαπράχθηκε εις βάρος τους.
Κλείνουμε με τα θαυμαστά λόγια του Αγίου Μαξίμου, του Ομολογητή, ότι «Όσο προσεύχεσαι θερμά για χάρη εκείνου που σε συκοφάντησε, τόσο και ο Θεός πείθει για την αθωότητά σου όσους σκανδαλίστηκαν λόγω της συκοφαντίας.»
Και μη λησμονούμε τα λόγια μεγάλων ανδρών. Ο Σουΐφτ είπε: Η συκοφαντία συνήθως χτυπάει τους άξιουςανθρώπους,  όπως τα σκουλήκια ρίχνονται πάνω στα καλύτερα φρούτα.
Ο Διογένης είπε ότι, από τα άγρια θηρία το χειρότερο δάγκωμα το κάνει οσυκοφάντης.
Ο Σπαρτιάτης Θεαφίδας όταν ακόνιζε κάποτε το ξίφος του κάποιος άλλος τον ρώτησε αν είναι κοφτερό και εκείνος απάντησε:
Είναι πιο κοφτερό και από τη συκοφαντία.

ΠΗΓΗ:ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ

Η κρυμμένη ευτυχία by Χαράλαμπος Τσαβδαρίδης


ΜοναχόςΣτην αρχή του χρόνου συγκεντρώθηκαν τα ταγκαλάκια, όπως τα αποκαλούσε ο γέροντας Παϊσιος, και αποφάσισαν να κάνουν μια φάρσα με τους ανθρώπους.
Ένα από αυτά είπε: Τι θα λέγατε να κάναμε λίγη «πλάκα» με τους ανθρώπους, αφαιρώντας τους κάτι;
-Και τι μπορούμε να τους αφαιρέσουμε; είπε κάποιο άλλο.
Μετά από πολλή σκέψη το πιο μικρό είπε: Ας τους πάρουμε την ευτυχία. Το πρόβλημα όμως είναι πού να την κρύψουμε, ώστε να μην τη βρούνε.
Κάποιο πρότεινε: Να την κρύψουνε στην κορυφή του ψηλότερου βουνού του κόσμου.
-Όχι. Είπε κάποιο άλλο. Οι άνθρωποι διαθέτουν τεράστια δύναμη. Κάποιος θα μπορούσε να πάει να τη βρει και τότε όλοι θα μπορούσαν να ξέρουν πού να την αναζητήσουν.
-Τότε να την κρύψουμε στο

βυθό της θάλασσας , πρότεινε ένα άλλο ταγκαλάκι.
Όχι, έχουν υπερσύγχρονα υποβρύχια και πολύ σύντομα θα τη βρούνε, αντέτεινε το πρώτο.
-Να τη φυγαδέψουμε σε ένα μακρινό πλανήτη, πρότειναν εν χορώ κάποια άλλα.
-Τα διαστημόπλοια πάνε κι έρχονται στο διάστημα. Θα την ανακαλύψουν και θα επαίρονται και θα αλαλάζουν ως νέοι μαραθωνοδρόμοι…
Ένα ταγκαλάκι καθόταν σιωπηλό, ακούγοντας προσεκτικά και αναλύοντας σοβαρά κάθε πρόταση.
-Νομίζω, είπε στοχαστικά, υπάρχει ένας χώρος τον οποίο οι άνθρωποι ποτέ δεν θα τον ψάξουν.
Όλα ξαφνιάστηκαν, αλληλοκοιτάχτηκαν και ρώτησαν ταυτόχρονα.
-Πού δεν θα ψάξουν;
-Βαθιά μέσα τους. Εκεί θα κρύψουμε την ευτυχία. Οι άνθρωποι θα είναι τόσο απασχολημένοι ψάχνοντας παντού, πέρα από τους εαυτούς τους, που ποτέ δεν θα τη βρούνε!
Όλα τα ταγκαλάκια συμφώνησαν. Από τότε ο άνθρωπος δαπανά τη ζωή του ψάχνοντας για την ευτυχία του χωρίς να γνωρίζει ότι αυτή βρίσκεται μόνο μέσα του. «Η Βασιλεία του Θεού εντός υμών εστιν».(Λουκ 17, 21).

Γέρων Εφραίμ Φιλοθεΐτης Ο εγωϊσμός είναι ένα παράλογο πάθος που μαστίζει κυριολεκτικά όλο το ανθρώπινο γένος· όλοι οι άνθρωποι πάσχουμε από αυτή τη μεγάλη ασθένεια. Τον εγωϊστή άνθρωπο ο εγωϊσμός τον ρεζιλεύει και τον θεατρίζει ……


Γέρων Εφραίμ ΦιλοΘεΐτης

Ναι, θα σε ελεήσω, απαντά ο Θεός ( Γέροντος Εφραίμ, Προηγουμένου της Ιεράς Μονής Φιλόθεου. )

Σήμερα θα μιλήσουμε για την μεγάλη πνευματική ασθένεια που λέγεται εγωισμός.
Ο εγωισμός είναι ένα παράλογο πάθος που μαστίζει κυριολεκτικά όλο το ανθρώπινο γένος· όλοι οι άνθρωποι πάσχουμε από αυτή τη μεγάλη ασθένεια. Τον εγωιστή άνθρωπο ο εγωισμός τον ρεζιλεύει και τον θεατρίζει. Αυτόν τον εγωισμό καλούμεθα από το Θεό να αγωνιστούμε, να τον καταπολεμήσουμε, για να απαλλαγούμε απ’ αυτόν.
εξορία Αδάμ
Ο παλαιός άνθρωπος είναι η εμπαθής κατάσταση της ψυχής και

στην κυριολεξία είναι εγωισμός.
Όλα τα πάθη, όλα τα αμαρτήματα, όλες οι πτώσεις, έχουν την αρχή τους, την αφετηρία τους στον εγωισμό. Μεγάλο κακό. Δεν αφήνει τον άνθρωπο ήσυχο· τον τυραννά νύχτα -μέρα. Όλοι γενικά οι άνθρωποι πάσχουν από αυτό το κακό, και περισσότερο από όλους εγώ ο αμαρτωλός.
Στον πρώτο καιρό που ήμουνα κοντά στον άγιο Γέροντά μου, όταν πρωτοπήγα κοντά του εκεί σ’ εκείνον τον απαράκλητο τόπο της ερήμου, εκεί κοντά σ’ αυτόν τον άνθρωπο, γνώρισα και είδα στην πράξη τον εγωισμό μου.
Όταν ήμουν στον κόσμο, οι άνθρωποι της Εκκλησίας με νόμιζαν ότι ήμουν ένα αγιασμένο παιδί. Εγώ αντιδρούσα σ’ αυτούς τους χαρακτηρισμούς, πλην όμως σιγά-σιγά οι έπαινοι μου κάνανε κακό. Και το κακό, αυτό το είδα στη πράξη, όταν έβαλα την κατά Θεόν αρχή να θεραπευθώ ψυχικά από όλα μου τα πάθη.
Όταν πρωτοπήγα στο Γέροντα Ιωσήφ, από την πρώτη μέρα αμέσως άρχισε την επίβλεψή του, άρχισε τη θεραπεία του. Και με μεταχειριζόταν αυστηρά· με ήλεγχε συνέχεια, με μάλωνε, και με κούραζε αρκετά, διότι ήμουν αδύνατος ψυχικά.
Είναι αλήθεια ότι, όταν μου έκανε τους ελέγχους, δηλαδή όταν έβαζε το φάρμακο πάνω στην πληγή μου, εγώ πονούσα. Ο εγωισμός μου κλωτσούσε μέσα μου και μου έλεγε· γιατί μόνο σε μένα ο Γέροντας εξασκεί αυτή την αυστηρή παιδεία, γιατί να με μαλώνει, γιατί και γιατί…; Εγώ με την ευχή του Γέροντά μου αντιδρούσα, αντέλεγα, άνοιγα μαζί του πόλεμο. Και πολλές φορές, μετά από έναν κραταιό αγώνα, πήγαινα μέσα στο κελάκι μου και έπαιρνα τον Εσταυρωμένο και έκλαιγα επάνω του και του έλεγα:
«Ιησού μου γλυκύτατε! Εσύ που ήσουν ο αναμάρτητος Θεός, υπέμεινες τόσα και τόσα κακά, τόση αντιλογία, τόσες ύβρεις και χλευασμούς από ένα τόσο μεγάλο πλήθος ανθρώπων που σε μισούσαν και είχαν μεγάλη κακία απέναντι σου. Και εσύ με ανεξικακία όλα αυτά τα υπέμεινες για τη δική μου αγάπη και σωτηρία. Και εγώ ένας αμαρτωλός άνθρωπος, ένας εμπαθής και ελεεινός να διαμαρτύρομαι και να λέω, γιατί μου βάζει ο Γέροντας το πικρό φάρμακο της σωτηρίας μου; Άξια αυτών που έπραξα απολαμβάνω. Επομένως δεν έχω ούτε μια δικαιολογία αλλά μόνο πρέπει να κάνω υπομονή να σηκώσω το Σταυρό τον οποίο μου χάρισε η αγαθότητά Σου προς σωτηρία μου».
Αυτά του έλεγα του Χριστού και πράγματι δεχόμουνα μεγάλη ανακούφιση. Μετά από ένα τέτοιο κλάμα ένοιωθα μια δύναμη μέσα στην καρδιά μου, στο να υπομείνω μέχρι τέλους, έως ότου να σταυρωθώ ψυχικά για να δεχθώ στη συνέχεια την ανάσταση της ψυχής μου.
Πολλά παραδείγματα αγίων ανθρώπων μας δίνουν πολύ κουράγιο για να σηκώσουμε και εμείς αυτόν το σταυρό, αυτή τη δυσκολία στην αντιμετώπιση του τρομερού εγωισμού.
Κακό πάθος, δύσκολο. Την καρδιά την έχει περιπλέξει πολύ δύσκολα. Γι’ αυτό ο μεγάλος Πατέρας της ερήμου, ο Ποιμήν, λέει, ότι, εκείνος που θέλει να ξεριζώνει τα πάθη του, πονάει και αιμορραγεί. Και πράγματι έτσι έχει η αλήθεια.
Όταν κάποιος μας ελέγξει, μας προσβάλει, αμέσως μέσα μας γίνεται ένα κλώτσημα, μια δυσκολία εσωτερική, μια στενοχώρια, ένας πνιγμός, μια πίεση που μας σπρώχνει να αντιμιλήσουμε, να ανταποδώσουμε, να θυμώσουμε σ’ αυτόν τον άνθρωπο που μας έκανε τον μεγάλο. Εκείνη την ώρα χρειάζεται σφίξιμο, χρειάζεται να καταπιούμε μέσα βαθειά στη ψυχή μας, το φαρμάκι αυτό του εγωισμού. Να πνίξουμε το θηρίο που έρχεται να βγει προς τα έξω για να μας ενοχοποιήσει. Και όταν στη συνέχεια, σε κάθε τέτοια περίπτωση, αντιμετωπίσουμε το κακό κατ’ αυτό τον τρόπο, πνίγοντας το θηρίο όταν πρόκειται να βγει προς τα έξω, με το πέρασμα του χρόνου, εσωτερικά θα ψοφήσει. Όταν ένα θηρίο το κλείσει κανείς μέσα σ’ ένα κλειστό χώρο και δεν το τροφοδοτεί, δεν του ρίχνει τροφή, κατά φυσική συνέπεια, μετά από ένα διάστημα χρόνου θα πεθάνει. Έτσι και με το θηρίο αυτό του εγωισμού, εάν δεν το τροφοδοτούμε με υποχωρήσεις, με τη χάρη του Θεού σιγά-σιγά θα εκλείψει.
Μια παρθένος πήγε στον Αββά Παμβώ και του λέγει: «Αββά, εγώ νηστεύω πολύ και τρώω ανά επτά ημέρες. Κάνω και διάφορες άλλες ασκήσεις. Έχω αποστηθίσει τη Πάλαια και Καινή Διαθήκη. Τί μου υπολείπεται ακόμη να πράξω, ώστε να φθάσω στην τελειότητα;»
Ο σοφός γέροντας της λέει:
-Παιδί μου, όταν κανείς σε βρίσει, σε χλευάσει, σου φαίνεται μέσα σου σαν να σε επαινεί;
ασκητές
-Όχι.
-Όταν σε επαινεί κάποιος, σου φαίνεται μέσα σου σαν να σε βρίζει;
-Όχι Αββά.
-Άντε παιδάκι μου πήγαινε, λέει, και τίποτα δεν έχεις κάνει μέχρι τώρα.
Ο Αββάς Ποιμήν είχε άλλους έξι αδελφούς. Ο μεγαλύτερος ήταν ο Αββάς Ανούβ. Και κάποτε όλοι μαζί πήγανε και κατοικήσανε σε ένα κελί, σε ένα παλιό ειδωλολατρικό ναό που έξω από αυτόν ήταν στημένο ένα άγαλμα, μία θεότητα. Και κάποια μέρα ο Αββάς Ανούβ, κατά παράδοξο τρόπο, πήγε και άρχισε να ρίχνει πέτρες στο άγαλμα και να το βρίζει. Την άλλη μέρα πήγε και το προσκυνούσε και του έλεγε πολλά επαινετικά λόγια.
Όταν είδαν τον Αββά να κάνει κάτι τέτοιο, οι αδελφοί τον ρώτησαν:
-Γέροντα μ’ αυτό που έκανες τί θέλεις να μας διδάξεις;
-Να, λέγει, όταν με είδατε που πήγα και το λιθοβολούσα και το έβριζα το είδωλο αυτό, μου απαντούσε;
-Όχι.
-Όταν την άλλη μέρα, είδατε να το προσκυνώ και να το επαινώ, είδατε πάλι να μου πει τίποτα;
-Όχι, Αββά.
-Ε, αν θέλετε κι εσείς να μείνουμε όλοι μαζί και να βιώσουμε με αγάπη, έτσι πρέπει να κάνουμε.
Να υπομένουμε ο ένας τον άλλο.
Ο εγωισμός είναι μια κληρονομιά που δεχθήκαμε από τους πρωτοπλάστους, από τον Αδάμ και την Εύα. Και οι πρωτόπλαστοι νικήθηκαν από το διάβολο, τον εωσφόρο. Εκείνος ξεκίνησε το θέμα.
Ο εωσφόρος είχε το πρώτο τάγμα των αγγέλων. Ήταν το πλησιέστερο προς τη δόξα του Θεού. Απολάμβανε την πρώτη χάρη. Δεχόταν τις πληροφορίες, τις αποκαλύψεις πιο μπροστά από τα άλλα 9 τάγματα. Για όλη αυτή τη δόξα του και τη χάρη του, σκέφτηκε πονηρά κατά του Θεού. Έλεγε στο λογισμό του: «Γιατί ο Θεός να είναι τόσο ψηλά; Γιατί να έχει αυτή τη δόξα; Γιατί να τον προσκυνούμε; Γιατί να του υποτάσσονται τα πάντα. Και εγώ δεν μπορώ να γίνω Θεός; Θ’ ανεβώ κι’ εγώ ψηλά και θα καθίσω δίπλα Του, θα γίνω και εγώ όμοιός Του. Και θα με προσκυνούν τα πάντα. Και θα έχω και εγώ την ιδία δόξα.
Όταν σκέφτηκε αυτά και τα πίστεψε, αμέσως ο Θεός τον απέρριψε από το πρόσωπό Του, τον πέταξε κάτω. Όλο το τάγμα χάθηκε στην άβυσσο. Έτσι και κάθε υπερήφανος και εγωιστής· αποβάλλεται από το Θεό.
Ο διάβολος, ο εωσφόρος, δεν αρκέστηκε στη δική του μόνο πτώση. Φθόνησε και τον άνθρωπο τον οποίον είχε πλάσει με ιδιαίτερο τρόπο ο Θεός και τον είχε κάνει βασιλέα μέσα στον παράδεισο, και σε όλη την κτίση. Σου λέει: «Γιατί αυτός να απολαμβάνει τέτοια ευτυχία; Όχι. Και αυτός πρέπει να προσβάλει το Θεό και αυτός δεν πρέπει να Του υποτάσσεται· και αυτός πρέπει να πλανηθεί. Τον πλησιάζει και του ψιθυρίζει τα ίδια πράγματα, με το να του πει· «γιατί ο Θεός να σου απαγορεύσει να φάς από αυτό τον καρπό· αυτό είναι πονηριά του Θεού, για να μη γίνεις κι εσύ Θεός, ώστε να γνωρίζεις το καλό και το κακό, το πονηρό και το αγαθό· φάε και θα δεις ότι θα γίνεις Θεός».
Τον άκουσε ο πρωτόπλαστος και στη συνέχεια έγινε το παραπάτημα· γνώρισε στην πράξη ότι έπρεπε να πειθαρχήσει στην εντολή του Θεού. Η υπερηφάνεια και ο εγωισμός έβγαλε τους πρωτοπλάστους από τον παράδεισο του Θεού. Κληρονομήσαμε και μείς σαν μια περιουσία τον εγωισμό αυτό και τώρα υποφέρουμε και αγωνιζόμαστε μέχρις αίματος για να απαλλαγούμε.
Ο μοναχισμός είναι το άμισθο ιατρείο· είναι η κλινική του Θεού, που έρχεται ο άνθρωπος για να γίνει καλά. Τον καλεί ο Θεός με κλήση αγία και τον φέρνει με την αγάπη του σ’ αυτό το ιατρείο.
Ο άνθρωπος ζητά τη θεραπεία του και φωνάζει: Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με.
-Ναι, θα σε ελεήσω, απαντά ο Θεός. Και αρχίζει ο ιατρός των ψυχών και των σωμάτων τη θεραπεία.
Χριστός
Μας στέλλει διάφορες θλίψεις, επιτρέπει πειρασμούς. Και όλα αυτά είναι τα φάρμακα, τα πικρά φάρμακα που θεραπεύουν τη ψυχή του ανθρώπου.
Βέβαια, κανείς δεν μπορεί να πει ότι στον καιρό της εγχειρήσεως ή της ιατρικής επεμβάσεως δεν πονά, δεν αγωνίζεται να ξεπεράσει το πόνο και τη θλίψη· ωστόσο όμως στο τέλος της θεραπείας γίνεται ψυχικώς καλά.
Όταν ο Γέροντας μου ήταν αρχάριος στην έρημο, ήταν στην υποταγή του γέροντα Εφραίμ, ενός απλού ανθρώπου. Ήταν ένα γεροντάκι ευλογημένο. Κάποτε ένας γείτονας μοναχός, δεν γνωρίζω τί είχε συμβεί, το έθλιβε το Γεροντάκι. Ο παππούς φώναζε διότι δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα. Διαμαρτυρόταν, έβγαζε φωνές, τσίριζε… Ο Γέροντας ο δικός μου, νέο παιδί, δυνατό που μπορούσε να τα βάλει με δέκα ανθρώπους, όταν άκουγε το Γέροντά του να φωνάζει έξω και ο άλλος να σηκώνει το ανάστημά του, μέσα του άρχιζε να βράζει ο θυμός και η οργή. Μόλις είδε τον κίνδυνο ότι αν βγει έξω δεν μπορούσε να προβλέψει τί θα συνέβαινε, σαν νέος που ήταν, αμέσως τρέχει στην εκκλησία, γονατίζει κι’ αρχίζει να φωνάζει: «Παναγία βοήθησε με». Και άρχισε να κλαίει· να κλαίει, και να παρακαλεί, ώστε να επέμβει η Παναγία να βοηθήσει μη τυχόν και σ’ αυτή την κατάσταση βγει έξω. Και αφού έκλαψε πολύ, και έχυσε πολλά δάκρυα, τότε είδε το θηρίο του εγωισμού και τού θυμού να μαλακώνει και να υποχωρεί. Όταν είδε ότι ήρθε σε μια κατάσταση που μπορούσε να βγει έξω και να μιλήσει με πραότητα και ηρεμία, βγήκε και απάλλαξε, βέβαια με ήρεμο τρόπο και με ευγένεια, τον γέροντα από το γείτονα. Και αυτό μας το έλεγε σαν παράδειγμα του πώς αντιμετωπίζεται ο εγωισμός στη πράξη.
Έρχεται και στον μοναχό ο πειρασμός και του ψιθυρίζει παραπλήσια πράγματα με εκείνα που ψιθύρισε στον Αδάμ. Αν ο Γέροντας τον μαλώνει ή του κόβει το θέλημα, διαμαρτύρεται μέσα ο εγωισμός και ψιθυρίζει στο μοναχό να αντιλογήσει, να φιλονικήσει, να στήσει το δικό του θέλημα· μ’ αυτό τον τρόπο δεν πρόκειται να θεραπευθεί ποτέ.
Ο μοναχός πρέπει να έχει συνεχώς την προσοχή για να αντιμετωπίζει την κάθε περίπτωση, τον κάθε πειρασμό με επιτυχία, ώστε με τη χάρη του Θεού να απαλλαγεί από τον παλαιό άνθρωπο. Στη θέση του παλαιού να μπεί ο νέος, ο κατά Χριστόν, ο άνθρωπος της απάθειας και της αναστάσεως.
Ο αγώνας δεν είναι μικρός, ούτε και σε λίγο χρόνο κατορθώνεται η νίκη και ο θρίαμβος κατά του εγωισμού. Μεγάλο θηρίο. Πολυκέφαλο.
Ο Όσιος Εφραίμ λέει: «Με λιοντάρι καταπιάστηκες; Πρόσεξε μη σου συντρίψει τα οστά.»
Αυτό το θηρίο είναι ο Ε γ ω ι σ μ ό ς. Σαν λιοντάρι παραφυλάει και μας επιτίθεται. Εμείς πρέπει να έχουμε στα χέρια μας το όπλο και το μαχαίρι της αντιρρήσεως κατά των λογισμών.
Οι τύραννοι των χριστιανών στους χρόνους των διωγμών προσπαθούσαν να παρασύρουν τους Μάρτυρες στο να αρνηθούν τη Θεότητα του Χριστού. Τους υπόσχονταν πολλά· πλούτη, δόξες τιμές. Οι Μάρτυρες όμως δεν υποχωρούσαν. Θριαμβευτικά ομολογούσαν τη πίστη στο Χριστό και στο τέλος δέχονταν το στεφάνι του μαρτυρίου, και έτσι ο Χριστός δοξαζόταν.
Και τώρα οι τύραννοι των παθών μας πιέζουν. Τα πάθη μας υπόσχονται, αν υποχωρήσουμε, απόλαυση και ικανοποίηση. Δεν πρέπει ο μοναχός να υποχωρεί σε μια τέτοια βία, αλλά να αντιστέκεται με όλη την ανδρεία της ψυχής και να περιμένει μετά από μια νόμιμη πάλη το στεφάνι του μαρτυρίου.
Οι Μάρτυρες μαρτύρησαν σε λίγο χρόνο. Πολλοί μάρτυρες σε λίγα λεπτά δεχθήκανε το στεφάνι. Ο μοναχός μαρτυρεί συνέχεια, σε όλη του τη ζωή. Όχι σε ένα τύραννο άλλα σε πολλούς. Κάθε πάθος και ένας τύραννος. Γι’ αυτό όχι λιγότερο θα στεφανωθούν οι μοναχοί που θα αντισταθούν στη βία των παθών και θα ομολογήσουν την καλή ομολογία της ασκήσεως, της μη υποχωρήσεως.
Μας σπρώχνει το πάθος της αντιλογίας. Εμείς πρέπει να βάλουμε εμπόδιο, φράγμα, να ανοίξουμε όρυγμα, να πέσει το άρμα της αντιλογίας μέσα μας.
Ο αγώνας πρέπει να είναι συνεχής. Να μην παρουσιάζουμε κενά· διότι τα κενά τα εκμεταλλεύεται ο διάβολος και σφηνώνει μέσα στα κενά και μας δημιουργεί κατάσταση επικίνδυνη. Η προσευχή πρέπει να είναι ακατάπαυστη. Η προσευχή είναι το όπλο μας. Και μόνο να προσεύχεται κανείς, ο διάβολος δεν τον πλησιάζει εύκολα.
Ας αγωνισθούμε εναντίον κυρίως αυτού του πάθους, διότι από εδώ ξεκινούν όλα. Και το κυρίως φάρμακο κατά του εγωισμού είναι η ταπείνωση. Ο Κύριος μας, μας είπε· «Μάθετε απ’ εμού ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία και ευρήσεται ανάπαυσιν ταις ψυχαίς υμών». Η ταπείνωση και η πραότητα χαρίζουν μια πνευματική ανάπαυση στη ψυχή. Της χαρίζουν φως και βλέπει καθαρότερα τα πράγματα.
Χριστός
Ο Αββάς Ισαάκ ο Σύρος, την ταπείνωση την αποκαλεί «Θεοΰφαντον στολήν». Την ταπείνωση, λέγει, φόρεσε ο Υιός και Λόγος του Θεού και μπόρεσε και κατήλθε εκ των ουρανών, και μπόρεσε η γη να τον δεχθεί χωρίς να καταφλεχθεί.
Η ταπεινοφροσύνη στολίζει τον άνθρωπο. Ο ταπεινός άνθρωπος όπου και αν σταθεί, όπου και αν βρεθεί, σκορπάει μια κατά κάποιο τρόπο μυστηριώδη χάρη και γίνεται αγαπητός και προσφιλής. Την ταπείνωση οι δαίμονες την τρέμουν, όπως ακριβώς συνέβη και με έναν υποτακτικό.
Ένας χριστιανός είχε μια κόρη δαιμονισμένη και την πήγε σε πολλούς γιατρούς αλλά δεν βρήκε τη θεραπεία της. Αυτός ο χριστιανός είχε ένα φίλο, πνευματικό άνθρωπο, ο οποίος είχε σχέση με τους μοναχούς, και λέγοντάς του το παράπονο, τον πόνο του για το κορίτσι του, του λέει εκείνος· «Το παιδί σου θα βρει θεραπεία μόνον όταν καλέσεις ένα μοναχό, υποτακτικό, και έλθει στο σπίτι σου και κάνει μια ευχούλα, θα δεις αμέσως το παιδί σου θα γίνει καλά.
-Και που θα τον βρω εγώ αυτόν τον μοναχό;
-Να! Κάτω στην αγορά κατεβαίνουν, λέει, από την έρημο νεώτεροι υποτακτικοί μοναχοί και πωλούν διάφορα εργόχειρα. Σ’ ένα τέτοιο μοναχό πες του· «Έλα στο σπίτι να σου πληρώσω τα εργόχειρα, διότι τώρα επάνω μου δεν έχω χρήματα». Και πες του να σου κάνει μια ευχή και θα δεις ότι το παιδί σου θα γίνει καλά.
Αυτός αμέσως το πρωί κατεβαίνει στην αγορά, βλέπει ένα νέο μοναχό να πουλά διάφορα, εκεί, εργόχειρα.
Του λέει: Πάτερ, πόσο τα δίνεις αυτά;
-Τόσο. Είπε ο μοναχός.
-Μπορείς να έλθεις μέχρι το σπίτι να σε πληρώσω, γιατί επάνω μου δεν έχω χρήματα;
-Έρχομαι, λέει.
Και αφού προχωρούσαν προς το σπίτι και πλησίαζαν, ο διάβολος μυρίστηκε το πράγμα, ότι ήρθε η ώρα του να πάρει το εξιτήριο του και να φύγει από τον άνθρωπο, ετοιμάστηκε και αυτός. Και μπαίνοντας ο μοναχός μέσα στο σπίτι, τον συναντά η κόρη και σηκώνει το χέρι και του δίνει ένα ράπισμα, του μονάχου. Αυτός, ο μοναχός, γύρισε και την άλλη πλευρά του προσώπου και του δίνει και απ’ εκεί ένα ράπισμα, και αμέσως η κόρη έπεσε κάτω κι’ έβγαζε αφρούς. Και στο τέλος, φεύγοντας το δαιμόνιο είπε, ότι η εντολή του Χριστού με βγάζει και με διώχνει. Και αμέσως το παιδί έγινε καλά.
Ο υποτακτικός αυτός, από την πράξη αυτή φαίνεται ότι ήταν ένας προοδευμένος, ένας πετυχημένος μοναχός ο οποίος θα είχε εξασκηθεί στην παιδία και τη θεραπεία της ψυχής του.
Στην προσευχή μας πάντοτε να παρακαλούμε και να δεόμεθα του Θεού να μας απαλλάσσει απ’ αυτό το θηρίο, τον εγωισμό, και να μας χαρίζει την αγία ταπείνωση της ψυχής .
Γέροντος Εφραίμ, Προηγουμένου της Ιεράς Μονής Φιλόθεου.

Σάββατο 9 Ιουνίου 2018

῾Ο Εὐγνώμων Λῃστὴς θεραπεύει θαυματουργικῶς τὸν ῞Αγιο Πορφύριο ᾿Επίσκοπο Γάζης2


῾Ο ῞Αγιος Πορφύριος ᾿Επίσκοπος Γάζης (348-420, μνήμη: 26η
Φεβρουαρίου), καταγόμενος ἐκ Θεσσαλονίκης, ὅταν ἀσκήτευε στὰ
μέρη τοῦ ᾿Ιορδάνου, ἀρρώστησε βαρειά· ἡ ἀσθένειά του ἦταν κίρρωσις
τοῦ ἢπατος, μὲ συνεχῆ λεπτότατο πυρετό.
Τὸν μετέφεραν, κατόπιν παρακλήσεώς του, στὰ ῾Ιεροσόλυμα, ὅπου
δὲν σταματοῦσε, παρὰ τὴν βαρειὰ ἀσθένειά του, νὰ ἐπισκέπτεται
τοὺς ῾Αγίους Τόπους, κυρτωμένος, ἐπειδὴ δὲν τοῦ ἦταν δυνατὸν νὰ
ὀρθώση τὸ παράστημά του, ἀλλὰ ἀκουμπώντας σὲ ραβδί.
῾Ο μαθητὴς καὶ βιογράφος του Μᾶρκος, ὅταν ἐπέστρεψε μετὰ
ἀπὸ ἕνα ταξίδι του στὴν Θεσσαλονίκη, εὑρῆκε τὸν ῞Αγιο ὑγιέστατο
καὶ μὲ τὸ πρόσωπό του ροδοκόκκινο.
Στὴν ἀπορία του, ὁ ῞Αγιος Πορφύριος τοῦ ἀπάντησε, χαμογε-
λώντας:
᾿Εγὼ δὲ παρεκάλουν αὐτὸν
εἰπεῖν μοι τὴν αἰτίαν τῆς ὑγείας
καὶ πῶς τοιοῦτον πάθος περι-
έγραψεν. ῝Ο δέ μοι ἀπεκρίνατο·
Πρὸ ἡμερῶν περί που τεσσα-
ράκοντα, ἐμοῦ
«Μὴν ἀπορεῖς, ἀδελφὲ Μάρκε,
ποὺ μὲ βρῆκες ὑγιὴ καὶ εὔρωστο,
ἀλλὰ μάθε τὴν αἰτία τῆς ἀπο-
κατάστασης τῆς ὑγείας μου, καὶ
τότε νὰ ὑπερθαυμάσεις τὴν ἀνεί-
πωτη φιλανθρωπία τοῦ Χριστοῦ.
Πῶς δηλαδὴ ἐκεῖνα γιὰ τὰ ὁποῖα
ἔχουν χάσει κάθε ἐλπίδα οἱ ἄν-
θρωποι βρίσκουν θεραπεία κοντά
Του».
Καὶ ἐγὼ τὸν παρακαλοῦσα νὰ
μοῦ φανερώσει τὴν αἰτία τῆς
ἴασής του καὶ πῶς ἐξαφανίστηκε
μία τέτοια πάθηση. Αὐτὸς τότε
μοῦ ἀποκρίθηκε:
«πρὶν ἀπὸ σαράντα περίπου
ἡμέρες, ἐνῶ βρισκόμουν στὴν
᾿Αγρυπνία τῆς ἁγίας Κυριακῆς3,
μὲ ἔπιασε ἕνας φοβερὸς πόνος
Μὴ θαυμάσῃς, ἀδελφὲ Μάρ-
κε, ὁρῶν με ὑγιῆ καὶ ἐρρω-
μένον, ἀλλὰ μάθε τὴν αἰτίαν τῆς
ὑγείας καὶ τότε ὑπερθαύμασον
τὴν ἄφατον φιλανθρωπίαν τοῦ
Χριστοῦ, πῶς τὰ ἀπελπισμένα
τοῖς ἀνθρώποις παρ᾿ αὐτῷ εὐ-
διόρθωτα τυγχάνει.
῾Ο Εὐγνώμων Λῃστὴς
θεραπεύει θαυματουργικῶς
τὸν ῞Αγιο Πορφύριο ᾿Επίσκοπο Γάζης2
῾Ο ῞Αγιος Πορφύριος ᾿Επίσκοπος Γάζης (348-420, μνήμη: 26η
Φεβρουαρίου), καταγόμενος ἐκ Θεσσαλονίκης, ὅταν ἀσκήτευε στὰ
μέρη τοῦ ᾿Ιορδάνου, ἀρρώστησε βαρειά· ἡ ἀσθένειά του ἦταν κίρρωσις
τοῦ ἢπατος, μὲ συνεχῆ λεπτότατο πυρετό.
Τὸν μετέφεραν, κατόπιν παρακλήσεώς του, στὰ ῾Ιεροσόλυμα, ὅπου
δὲν σταματοῦσε, παρὰ τὴν βαρειὰ ἀσθένειά του, νὰ ἐπισκέπτεται
τοὺς ῾Αγίους Τόπους, κυρτωμένος, ἐπειδὴ δὲν τοῦ ἦταν δυνατὸν νὰ
ὀρθώση τὸ παράστημά του, ἀλλὰ ἀκουμπώντας σὲ ραβδί.
῾Ο μαθητὴς καὶ βιογράφος του Μᾶρκος, ὅταν ἐπέστρεψε μετὰ
ἀπὸ ἕνα ταξίδι του στὴν Θεσσαλονίκη, εὑρῆκε τὸν ῞Αγιο ὑγιέστατο
καὶ μὲ τὸ πρόσωπό του ροδοκόκκινο.
Στὴν ἀπορία του, ὁ ῞Αγιος Πορφύριος τοῦ ἀπάντησε, χαμογε-
λώντας:
᾿Εγὼ δὲ παρεκάλουν αὐτὸν
εἰπεῖν μοι τὴν αἰτίαν τῆς ὑγείας
καὶ πῶς τοιοῦτον πάθος περι-
έγραψεν. ῝Ο δέ μοι ἀπεκρίνατο·
Πρὸ ἡμερῶν περί που τεσσα-
ράκοντα, ἐμοῦ ὄντος ἐν τῇ
ἀγρυπνίᾳ τῆς ἁγίας κυριακῆς,
κατέσχεν με ἄφατος ὀδύνη τοῦ
– 4 –
στὸ συκώτι καὶ μὴ μπορώντας
νὰ ὑποφέρω τὸν πόνο, πῆγα καὶ
ξάπλωσα κοντὰ στὸ ῞Αγιο Κρα-
νίο4, καὶ ἀπὸ τὴν πολλὴν ὀδύνη,
ἔπεσα σὰν σὲ ἔκσταση. Καὶ βλέ-
πω τὸν Σωτῆρα καρφωμένο στὸν
Σταυρὸ καὶ τὸν ἕνα ἀπὸ τοὺς
Ληστὲς κρεμασμένο μαζί Του σὲ
ἄλλο σταυρὸ καὶ ἀρχίζω νὰ
φωνάζω καὶ νὰ ψελλίζω τοὺς
λόγους τοῦ Ληστῆ· ῾῾μνήσθητί
μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ
Βασιλείᾳ Σου᾿᾿ (Λουκ. κγʹ 42).
Τότε ἀποκρίθηκε ὁ Σωτήρας
καὶ λέει στὸν κρεμασμένο Ληστή:
῾῾κατέβα ἀπὸ τὸν σταυρὸ καὶ
σῶσε ἐκεῖνον τὸν ξαπλωμένο,
ὅπως ἀκριβῶς ἐσώθηκες καὶ σύ᾿᾿.
Καὶ ὁ Ληστής, ἀφοῦ κατέβηκε
ἀπὸ τὸν σταυρό, μὲ ἀγκάλιασε
καὶ μὲ καταφίλησε καὶ ἁπλώ-
νοντας τὸ δεξί του χέρι, μὲ ἀνα-
σήκωσε, λέγοντας· ῾῾ἔλα πρὸς
τὸν Σωτήρα᾿᾿.
Καὶ ἀμέσως, σηκώθηκα καὶ
ἔτρεξα πρὸς Αὐτὸν καὶ Τὸν
βλέπω νὰ ἔχει κατεβεῖ ἀπὸ τὸν
Σταυρὸ καὶ νὰ μοῦ λέγει· ῾῾πάρε
αὐτὸ τὸ Ξύλο καὶ φύλαξέ το᾿᾿.
Καὶ ἀφοῦ πῆρα τὸ ἴδιο Τίμιο
Ξύλο καὶ τὸ βάσταξα, ἀμέσως
ἦλθα στὰ συγκαλά μου ἀπὸ τὴν
ἔκσταση· καὶ ἀπὸ ἐκείνη τὴν ὥρα
πιὰ δὲν ξανα-αισθάνθηκα ὀδύνη,
οὔτε τὸ σημάδι τῆς ἀρρώστιας
μου κἂν φαίνεται».

ἢπατος, καὶ μὴ φέρων τὴν ἀλγη-
δόνα, ἀπελθὼν ἀνεκλίθην πλη-
σίον τοῦ ἁγίου κρανίου, καὶ ἐκ
τῆς πολλῆς ὀδύνης ἐγενόμην ὡς
ἐν ἐκστάσει, καὶ ὁρῶ τὸν σω-
τῆρα καθηλωμένον ἐν σταυρῷ
καὶ ἕνα τῶν λῃστῶν σὺν αὐτῷ
κρεμάμενον ἐν ἄλλῳ σταυρῷ,
καὶ ἄρχομαι κράζειν καὶ λέγειν
τὴν φωνὴν τοῦ λῃστοῦ· «Μνή-
σθητί μου, κύριε, ὅταν ἔλθῃς
ἐν τῇ βασιλείᾳ σου».
Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ σωτὴρ λέ-
γει τῷ κρεμαμένῳ λῃστῇ· Κά-
τελθε ἐκ τοῦ σταυροῦ καὶ σῶ-
σον ἐκεῖνον τὸν ἀνακείμενον
ὥσπερ καὶ σὺ ἐσώθης.
Καὶ κατελθὼν ὁ λῃστὴς ἐκ
τοῦ σταυροῦ περιέλαβέν με καὶ
κατεφίλησεν, καὶ προτείνας τὴν
δεξιὰν ἀνέστησέν με λέγων·
᾿Ελθὲ πρὸς τὸν σωτῆρα.
Καὶ εὐθέως ἀνέστην καὶ
ἔδραμον πρὸς αὐτόν, καὶ ὁρῶ
αὐτὸν καταβάντα ἐκ τοῦ σταυ-
ροῦ καὶ λέγοντά μοι· Λάβε τὸ
ξύλον τοῦτο καὶ φύλαξον.
Καὶ λαβὼν τὸ αὐτὸ τίμιον
ξύλον καὶ βαστάσας, εὐθέως
ἦλθον εἰς ἐμαυτὸν ἀπὸ τῆς
ἐκστάσεως, καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς
ὥρας οὐκέτι μοι ὀδύνη ἐγένετο,
οὐδὲ ὁ τόπος τοῦ πάθους δῆλός
ἐστιν.
– 5

῾Ο πρῶτος ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἐσώθη διὰ τοῦ σωτηρίου Πάθους Μνήμη τοῦ Εὐγνώμονος Ληστοῦ* 12η ᾿Οκτωβρίου1


Στίχοι εἰς τὸν Εὐγνώμονα Λῃστὴν
Κεκλεισμένας ἤνοιξε τὰς πύλας,
Βαλὼν ὁ Λῃστὴς κλεῖδα τὸ μνήσθητί μου.
(Μεγάλη Παρασκευή. Συναξάριον)
ΟΤΑΝ τὴν Μεγάλη Παρασκευὴ ἐσταυρώθη ὁ
Κύριός μας ᾿Ιησοῦς Χριστὸς στὸν Γολγοθᾶ,
ἐσταυρώθησαν μαζί Του δύο λησταί, ὥστε νὰ
πληρωθῆ τὸ ρηθὲν ὑπὸ τοῦ ῾Αγίου Προφήτου
῾Ησαΐου, ὅτι ὁ Μεσσίας «ἐν τοῖς ἀνόμοις ἐλο-
γίσθη» (῾Ησ. νγʹ 12).
Τοὺς δύο αὐτοὺς ληστὰς ἐσταύρωσαν ἐκ
δεξιῶν καὶ ἐξ ἀριστερῶν τοῦ Κυρίου. ᾿Ενῶ ἦσαν
ἀκόμη ἐπὶ τοῦ σταυροῦ, ὁ ἕνας ἐκ τῶν λη-
στῶν, τοῦ ὁποίου τὴν καρδιὰ εἶχαν ἐκτραχύνει
οἱ ἁμαρτίες, ἐλοιδόρησε τὸν Κύριό μας, λέγον-
τας: «Εἰ σὺ εἶ ὁ Χριστός, σῶσον σεαυτὸν καὶ
ἡμᾶς!». ῾Ο ἄλλος ὅμως Ληστὴς ἦλθε σὲ μετά-
νοια, ἔνοιωσε συμπόνια, βλέποντας τὸν Δίκαιο
καταδικασμένο καὶ ἐπετίμησε τὸν συσταυρωμένο
– 2 –
του αὐστηρά: «Οὐδὲ φοβῇ σὺ τὸν Θεόν,
ὅτι ἐν τῷ αὐτῷ κρίματι εἶ; καὶ ἡμεῖς μὲν
δικαίως· ἄξια γὰρ ὧν ἐπράξαμεν ἀπολαμ-
βάνομεν· οὗτος δέ, οὐδὲν ἄτοπον ἔπραξε».
Καὶ ἀφοῦ ἐστράφη πρὸς τὸν Χριστό,
ἀνεφώνησε: «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν
ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου!». Τότε, ὁ Κύριός
μας ἐστράφηκε πρὸς αὐτὸν καὶ εἶπε:
«᾿Αμὴν λέγω σοι, σήμερον μετ᾿ ἐμοῦ ἔσῃ
ἐν τῷ παραδείσῳ» (Λουκ. κγʹ 39-43).
῾Ο Εὐγνώμων Ληστὴς ἦταν λοιπὸν ὁ
πρῶτος ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος βρῆκε σωτη-
ρία καὶ λύτρωσι διὰ τοῦ σωτηρίου Πάθους
τοῦ Κυρίου μας.
Δὲν ἐχρειάσθησαν εἰς αὐτὸν χρόνια ἀσκήσεως, δάκρυα καὶ προσ-
ευχές· μόνον ἡ εἰλικρινής του μετάνοια καὶ ἡ ὁμολογία τῆς θεότητος
τοῦ Χριστοῦ, κατὰ τὴν στιγμὴ τῆς ῎Ακρας Ταπεινώσεώς Του, ἦταν
ἀρκετὴ γιὰ νὰ παράσχη σὲ αὐτὸν τὴν ἀπόλαυσι τῶν αἰωνίων
ἀγαθῶν.
* * *
Μικρὰν φωνὴν ἀφῆκεν ὁ Λῃστὴς ἐν τῷ σταυρῷ, μεγάλην πίστιν
εὗρε, μιᾷ ῥοπῇ ἐσώθη καὶ πρῶτος Παραδείσου, πύλας ἀνοίξας
εἰσῆλθεν· ὁ αὐτοῦ τὴν μετάνοιαν προσδεξάμενος, Κύριε, δόξα Σοι.
(᾿Ακολουθία τῶν ῾Αγίων Παθῶν. ᾿Αντίφωνον ιδʹ. Τροπάριον βʹ)
Βλέπων ὁ Λῃστὴς τὸν ᾿Αρχηγὸν τῆς ζωῆς, ἐπὶ Σταυροῦ κρεμάμενον
ἔλεγεν· Εἰ μὴ Θεὸς ὑπῆρχε σαρκωθείς, ὁ σὺν ἡμῖν σταυρωθείς, οὐκ
ἂν ὁ ἢλιος τὰς ἀκτῖνας ἐναπέκρυψεν, οὐδὲ ἡ γῆ σειομένη ἐκυμαίνετο.
᾿Αλλ᾿ ὁ πάντων ἀνεχόμενος, μνήσθητί μου, Κύριε, ἐν τῇ Βασιλείᾳ
Σου.
᾿Εν μέσῳ δύο λῃστῶν, ζυγὸς δικαιοσύνης εὑρέθη ὁ Σταυρός Σου·
τοῦ μὲν καταγομένου εἰς ᾅδην, τῷ βάρει τῆς βλασφημίας· τοῦ δὲ
κουφιζομένου πταισμάτων, πρὸς γνῶσιν θεολογίας· Χριστὲ ὁ Θεὸς
δόξα Σοι.
(Παρακλητική. ῏Ηχος πλ. δʹ. Τετάρτη πρωῒ εἰς τὸν ῎Ορθρον. Καθίσματα)
* * *
– 1 –
῾Ο πρῶτος ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἐσώθη διὰ τοῦ σωτηρίου Πάθους
Μνήμη
τοῦ Εὐγνώμονος Ληστοῦ*
12η ᾿Οκτωβρίου1
Στίχοι εἰς τὸν Εὐγνώμονα Λῃστὴν
Κεκλεισμένας ἤνοιξε τὰς πύλας,
Βαλὼν ὁ Λῃστὴς κλεῖδα τὸ μνήσθητί μου.
(Μεγάλη Παρασκευή. Συναξάριον)
ΟΤΑΝ τὴν Μεγάλη Παρασκευὴ ἐσταυρώθη ὁ
Κύριός μας ᾿Ιησοῦς Χριστὸς στὸν Γολγοθᾶ,
ἐσταυρώθησαν μαζί Του δύο λησταί, ὥστε νὰ
πληρωθῆ τὸ ρηθὲν ὑπὸ τοῦ ῾Αγίου Προφήτου
῾Ησαΐου, ὅτι ὁ Μεσσίας «ἐν τοῖς ἀνόμοις ἐλο-
γίσθη» (῾Ησ. νγʹ 12).
Τοὺς δύο αὐτοὺς ληστὰς ἐσταύρωσαν ἐκ
δεξιῶν καὶ ἐξ ἀριστερῶν τοῦ Κυρίου. ᾿Ενῶ ἦσαν
ἀκόμη ἐπὶ τοῦ σταυροῦ, ὁ ἕνας ἐκ τῶν λη-
στῶν, τοῦ ὁποίου τὴν καρδιὰ εἶχαν ἐκτραχύνει
οἱ ἁμαρτίες, ἐλοιδόρησε τὸν Κύριό μας, λέγον-
τας: «Εἰ σὺ εἶ ὁ Χριστός, σῶσον σεαυτὸν καὶ
ἡμᾶς!». ῾Ο ἄλλος ὅμως Ληστὴς ἦλθε σὲ μετά-
νοια, ἔνοιωσε συμπόνια, βλέποντας τὸν Δίκαιο
καταδικασμένο καὶ ἐπετίμησε τὸν συσταυρωμένο
– 2 –
του αὐστηρά: «Οὐδὲ φοβῇ σὺ τὸν Θεόν,
ὅτι ἐν τῷ αὐτῷ κρίματι εἶ; καὶ ἡμεῖς μὲν
δικαίως· ἄξια γὰρ ὧν ἐπράξαμεν ἀπολαμ-
βάνομεν· οὗτος δέ, οὐδὲν ἄτοπον ἔπραξε».
Καὶ ἀφοῦ ἐστράφη πρὸς τὸν Χριστό,
ἀνεφώνησε: «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν
ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου!». Τότε, ὁ Κύριός
μας ἐστράφηκε πρὸς αὐτὸν καὶ εἶπε:
«᾿Αμὴν λέγω σοι, σήμερον μετ᾿ ἐμοῦ ἔσῃ
ἐν τῷ παραδείσῳ» (Λουκ. κγʹ 39-43).
῾Ο Εὐγνώμων Ληστὴς ἦταν λοιπὸν ὁ
πρῶτος ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος βρῆκε σωτη-
ρία καὶ λύτρωσι διὰ τοῦ σωτηρίου Πάθους
τοῦ Κυρίου μας.
Δὲν ἐχρειάσθησαν εἰς αὐτὸν χρόνια ἀσκήσεως, δάκρυα καὶ προσ-
ευχές· μόνον ἡ εἰλικρινής του μετάνοια καὶ ἡ ὁμολογία τῆς θεότητος
τοῦ Χριστοῦ, κατὰ τὴν στιγμὴ τῆς ῎Ακρας Ταπεινώσεώς Του, ἦταν
ἀρκετὴ γιὰ νὰ παράσχη σὲ αὐτὸν τὴν ἀπόλαυσι τῶν αἰωνίων
ἀγαθῶν.
* * *
Μικρὰν φωνὴν ἀφῆκεν ὁ Λῃστὴς ἐν τῷ σταυρῷ, μεγάλην πίστιν
εὗρε, μιᾷ ῥοπῇ ἐσώθη καὶ πρῶτος Παραδείσου, πύλας ἀνοίξας
εἰσῆλθεν· ὁ αὐτοῦ τὴν μετάνοιαν προσδεξάμενος, Κύριε, δόξα Σοι.
(᾿Ακολουθία τῶν ῾Αγίων Παθῶν. ᾿Αντίφωνον ιδʹ. Τροπάριον βʹ)
Βλέπων ὁ Λῃστὴς τὸν ᾿Αρχηγὸν τῆς ζωῆς, ἐπὶ Σταυροῦ κρεμάμενον
ἔλεγεν· Εἰ μὴ Θεὸς ὑπῆρχε σαρκωθείς, ὁ σὺν ἡμῖν σταυρωθείς, οὐκ
ἂν ὁ ἢλιος τὰς ἀκτῖνας ἐναπέκρυψεν, οὐδὲ ἡ γῆ σειομένη ἐκυμαίνετο.
᾿Αλλ᾿ ὁ πάντων ἀνεχόμενος, μνήσθητί μου, Κύριε, ἐν τῇ Βασιλείᾳ
Σου.
᾿Εν μέσῳ δύο λῃστῶν, ζυγὸς δικαιοσύνης εὑρέθη ὁ Σταυρός Σου·
τοῦ μὲν καταγομένου εἰς ᾅδην, τῷ βάρει τῆς βλασφημίας· τοῦ δὲ
κουφιζομένου πταισμάτων, πρὸς γνῶσιν θεολογίας· Χριστὲ ὁ Θεὸς
δόξα Σοι.
(Παρακλητική. ῏Ηχος πλ. δʹ. Τετάρτη πρωῒ εἰς τὸν ῎Ορθρον. Καθίσματα)
* * *
– 1 –
῾Ο πρῶτος ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἐσώθη διὰ τοῦ σωτηρίου Πάθους
Μνήμη
τοῦ Εὐγνώμονος Ληστοῦ*
12η ᾿Οκτωβρίου1
Στίχοι εἰς τὸν Εὐγνώμονα Λῃστὴν
Κεκλεισμένας ἤνοιξε τὰς πύλας,
Βαλὼν ὁ Λῃστὴς κλεῖδα τὸ μνήσθητί μου.
(Μεγάλη Παρασκευή. Συναξάριον)
ΟΤΑΝ τὴν Μεγάλη Παρασκευὴ ἐσταυρώθη ὁ
Κύριός μας ᾿Ιησοῦς Χριστὸς στὸν Γολγοθᾶ,
ἐσταυρώθησαν μαζί Του δύο λησταί, ὥστε νὰ
πληρωθῆ τὸ ρηθὲν ὑπὸ τοῦ ῾Αγίου Προφήτου
῾Ησαΐου, ὅτι ὁ Μεσσίας «ἐν τοῖς ἀνόμοις ἐλο-
γίσθη» (῾Ησ. νγʹ 12).
Τοὺς δύο αὐτοὺς ληστὰς ἐσταύρωσαν ἐκ
δεξιῶν καὶ ἐξ ἀριστερῶν τοῦ Κυρίου. ᾿Ενῶ ἦσαν
ἀκόμη ἐπὶ τοῦ σταυροῦ, ὁ ἕνας ἐκ τῶν λη-
στῶν, τοῦ ὁποίου τὴν καρδιὰ εἶχαν ἐκτραχύνει
οἱ ἁμαρτίες, ἐλοιδόρησε τὸν Κύριό μας, λέγον-
τας: «Εἰ σὺ εἶ ὁ Χριστός, σῶσον σεαυτὸν καὶ
ἡμᾶς!». ῾Ο ἄλλος ὅμως Ληστὴς ἦλθε σὲ μετά-
νοια, ἔνοιωσε συμπόνια, βλέποντας τὸν Δίκαιο
καταδικασμένο καὶ ἐπετίμησε τὸν συσταυρωμένο
– 2 –
του αὐστηρά: «Οὐδὲ φοβῇ σὺ τὸν Θεόν,
ὅτι ἐν τῷ αὐτῷ κρίματι εἶ; καὶ ἡμεῖς μὲν
δικαίως· ἄξια γὰρ ὧν ἐπράξαμεν ἀπολαμ-
βάνομεν· οὗτος δέ, οὐδὲν ἄτοπον ἔπραξε».
Καὶ ἀφοῦ ἐστράφη πρὸς τὸν Χριστό,
ἀνεφώνησε: «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν
ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου!». Τότε, ὁ Κύριός
μας ἐστράφηκε πρὸς αὐτὸν καὶ εἶπε:
«᾿Αμὴν λέγω σοι, σήμερον μετ᾿ ἐμοῦ ἔσῃ
ἐν τῷ παραδείσῳ» (Λουκ. κγʹ 39-43).
῾Ο Εὐγνώμων Ληστὴς ἦταν λοιπὸν ὁ
πρῶτος ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος βρῆκε σωτη-
ρία καὶ λύτρωσι διὰ τοῦ σωτηρίου Πάθους
τοῦ Κυρίου μας.
Δὲν ἐχρειάσθησαν εἰς αὐτὸν χρόνια ἀσκήσεως, δάκρυα καὶ προσ-
ευχές· μόνον ἡ εἰλικρινής του μετάνοια καὶ ἡ ὁμολογία τῆς θεότητος
τοῦ Χριστοῦ, κατὰ τὴν στιγμὴ τῆς ῎Ακρας Ταπεινώσεώς Του, ἦταν
ἀρκετὴ γιὰ νὰ παράσχη σὲ αὐτὸν τὴν ἀπόλαυσι τῶν αἰωνίων
ἀγαθῶν.
* * *
Μικρὰν φωνὴν ἀφῆκεν ὁ Λῃστὴς ἐν τῷ σταυρῷ, μεγάλην πίστιν
εὗρε, μιᾷ ῥοπῇ ἐσώθη καὶ πρῶτος Παραδείσου, πύλας ἀνοίξας
εἰσῆλθεν· ὁ αὐτοῦ τὴν μετάνοιαν προσδεξάμενος, Κύριε, δόξα Σοι.
(᾿Ακολουθία τῶν ῾Αγίων Παθῶν. ᾿Αντίφωνον ιδʹ. Τροπάριον βʹ)
Βλέπων ὁ Λῃστὴς τὸν ᾿Αρχηγὸν τῆς ζωῆς, ἐπὶ Σταυροῦ κρεμάμενον
ἔλεγεν· Εἰ μὴ Θεὸς ὑπῆρχε σαρκωθείς, ὁ σὺν ἡμῖν σταυρωθείς, οὐκ
ἂν ὁ ἢλιος τὰς ἀκτῖνας ἐναπέκρυψεν, οὐδὲ ἡ γῆ σειομένη ἐκυμαίνετο.
᾿Αλλ᾿ ὁ πάντων ἀνεχόμενος, μνήσθητί μου, Κύριε, ἐν τῇ Βασιλείᾳ
Σου.
᾿Εν μέσῳ δύο λῃστῶν, ζυγὸς δικαιοσύνης εὑρέθη ὁ Σταυρός Σου·
τοῦ μὲν καταγομένου εἰς ᾅδην, τῷ βάρει τῆς βλασφημίας· τοῦ δὲ
κουφιζομένου πταισμάτων, πρὸς γνῶσιν θεολογίας· Χριστὲ ὁ Θεὸς
δόξα Σοι.
(Παρακλητική. ῏Ηχος πλ. δʹ. Τετάρτη πρωῒ εἰς τὸν ῎Ορθρον. Καθίσματα)
* * *
– 1 –
῾Ο πρῶτος ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἐσώθη διὰ τοῦ σωτηρίου Πάθους
Μνήμη
τοῦ Εὐγνώμονος Ληστοῦ*
12η ᾿Οκτωβρίου1
Στίχοι εἰς τὸν Εὐγνώμονα Λῃστὴν
Κεκλεισμένας ἤνοιξε τὰς πύλας,
Βαλὼν ὁ Λῃστὴς κλεῖδα τὸ μνήσθητί μου.
(Μεγάλη Παρασκευή. Συναξάριον)
ΟΤΑΝ τὴν Μεγάλη Παρασκευὴ ἐσταυρώθη ὁ
Κύριός μας ᾿Ιησοῦς Χριστὸς στὸν Γολγοθᾶ,
ἐσταυρώθησαν μαζί Του δύο λησταί, ὥστε νὰ
πληρωθῆ τὸ ρηθὲν ὑπὸ τοῦ ῾Αγίου Προφήτου
῾Ησαΐου, ὅτι ὁ Μεσσίας «ἐν τοῖς ἀνόμοις ἐλο-
γίσθη» (῾Ησ. νγʹ 12).
Τοὺς δύο αὐτοὺς ληστὰς ἐσταύρωσαν ἐκ
δεξιῶν καὶ ἐξ ἀριστερῶν τοῦ Κυρίου. ᾿Ενῶ ἦσαν
ἀκόμη ἐπὶ τοῦ σταυροῦ, ὁ ἕνας ἐκ τῶν λη-
στῶν, τοῦ ὁποίου τὴν καρδιὰ εἶχαν ἐκτραχύνει
οἱ ἁμαρτίες, ἐλοιδόρησε τὸν Κύριό μας, λέγον-
τας: «Εἰ σὺ εἶ ὁ Χριστός, σῶσον σεαυτὸν καὶ
ἡμᾶς!». ῾Ο ἄλλος ὅμως Ληστὴς ἦλθε σὲ μετά-
νοια, ἔνοιωσε συμπόνια, βλέποντας τὸν Δίκαιο
καταδικασμένο καὶ ἐπετίμησε τὸν συσταυρωμένο
– 2 –
του αὐστηρά: «Οὐδὲ φοβῇ σὺ τὸν Θεόν,
ὅτι ἐν τῷ αὐτῷ κρίματι εἶ; καὶ ἡμεῖς μὲν
δικαίως· ἄξια γὰρ ὧν ἐπράξαμεν ἀπολαμ-
βάνομεν· οὗτος δέ, οὐδὲν ἄτοπον ἔπραξε».
Καὶ ἀφοῦ ἐστράφη πρὸς τὸν Χριστό,
ἀνεφώνησε: «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν
ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου!». Τότε, ὁ Κύριός
μας ἐστράφηκε πρὸς αὐτὸν καὶ εἶπε:
«᾿Αμὴν λέγω σοι, σήμερον μετ᾿ ἐμοῦ ἔσῃ
ἐν τῷ παραδείσῳ» (Λουκ. κγʹ 39-43).
῾Ο Εὐγνώμων Ληστὴς ἦταν λοιπὸν ὁ
πρῶτος ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος βρῆκε σωτη-
ρία καὶ λύτρωσι διὰ τοῦ σωτηρίου Πάθους
τοῦ Κυρίου μας.
Δὲν ἐχρειάσθησαν εἰς αὐτὸν χρόνια ἀσκήσεως, δάκρυα καὶ προσ-
ευχές· μόνον ἡ εἰλικρινής του μετάνοια καὶ ἡ ὁμολογία τῆς θεότητος
τοῦ Χριστοῦ, κατὰ τὴν στιγμὴ τῆς ῎Ακρας Ταπεινώσεώς Του, ἦταν
ἀρκετὴ γιὰ νὰ παράσχη σὲ αὐτὸν τὴν ἀπόλαυσι τῶν αἰωνίων
ἀγαθῶν.
* * *
Μικρὰν φωνὴν ἀφῆκεν ὁ Λῃστὴς ἐν τῷ σταυρῷ, μεγάλην πίστιν
εὗρε, μιᾷ ῥοπῇ ἐσώθη καὶ πρῶτος Παραδείσου, πύλας ἀνοίξας
εἰσῆλθεν· ὁ αὐτοῦ τὴν μετάνοιαν προσδεξάμενος, Κύριε, δόξα Σοι.
(᾿Ακολουθία τῶν ῾Αγίων Παθῶν. ᾿Αντίφωνον ιδʹ. Τροπάριον βʹ)
Βλέπων ὁ Λῃστὴς τὸν ᾿Αρχηγὸν τῆς ζωῆς, ἐπὶ Σταυροῦ κρεμάμενον
ἔλεγεν· Εἰ μὴ Θεὸς ὑπῆρχε σαρκωθείς, ὁ σὺν ἡμῖν σταυρωθείς, οὐκ
ἂν ὁ ἢλιος τὰς ἀκτῖνας ἐναπέκρυψεν, οὐδὲ ἡ γῆ σειομένη ἐκυμαίνετο.
᾿Αλλ᾿ ὁ πάντων ἀνεχόμενος, μνήσθητί μου, Κύριε, ἐν τῇ Βασιλείᾳ
Σου.
᾿Εν μέσῳ δύο λῃστῶν, ζυγὸς δικαιοσύνης εὑρέθη ὁ Σταυρός Σου·
τοῦ μὲν καταγομένου εἰς ᾅδην, τῷ βάρει τῆς βλασφημίας· τοῦ δὲ
κουφιζομένου πταισμάτων, πρὸς γνῶσιν θεολογίας· Χριστὲ ὁ Θεὸς
δόξα Σοι.
(Παρακλητική. ῏Ηχος πλ. δʹ. Τετάρτη πρωῒ εἰς τὸν ῎Ορθρον. Καθίσματα)